ΣΥΜΒΑΣΗ ΙΑΤΡΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ: ΣΥΜΒΑΣΗ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ Η ΣΥΜΒΑΣΗ ΕΡΓΟΥ;

*Της Αθηνάς Ζαφειρακοπούλου 

Η έννομη σχέση και τα απορρέοντα από αυτήν δικαιώματα και υποχρεώσεις μεταξύ ιδιώτη ιατρού και ασθενούς ρυθμίζονται από μία μεταξύ τους καταρτισθείσα σύμβαση, άτυπη ή μη, τη σύμβαση ιατρικής αγωγής. Η σύμβαση ιατρικής αγωγής είναι μια ενοχική, υποσχετική, αμφοτεροβαρής και επαχθής σύμβαση, δυνάμει της οποίας, ο ιατρός αναλαμβάνει την υποχρέωση να παράσχει ιατρικές υπηρεσίες, που συνίστανται στη διενέργεια ιατρικών πράξεων, οποιασδήποτε μορφής, σε ορισμένο πρόσωπο ή σε σχέση με αυτό, και το τελευταίο αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει ως αντιπαροχή συμφωνημένη αμοιβή.

Παρά το γεγονός ότι η σύμβαση ιατρικής αγωγής αποτελεί μία από τις πιο συνήθεις, μορφές συμβάσεων, δεδομένου ότι είναι συνδεδεμένη με την προστασία της υγείας και της ζωής, που δυστυχώς είναι αναπόφευκτο λόγω της ίδιας της ανθρώπινης φύσης να μην βάλλονται καθημερινά και από πλήθος παραγόντων, η νομική της φύση δεν ρυθμίζεται ρητά στον Αστικό Κώδικα ή σε κάποιον άλλο ειδικό νόμο. Ο νομικός χαρακτηρισμός της σύμβασης ιατρικής αγωγής έχει προβληματίσει εδώ και χρόνια θεωρία και νομολογία, καθώς κατά μία άποψη (η οποία είναι και η επικρατέστερη) η σύμβαση ιατρικής αγωγής συνιστά σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών υπό τη μορφή μάλιστα της σύμβασης εμπιστευτικών ελευθέριων εργασιών της διάταξης 676 ΑΚ, ενώ κατά μία άλλη άποψη συνιστά σύμβαση έργου. Κριτήριο για την κατάταξη της σύμβασης ιατρικής αγωγής σε μία από τις δύο παραπάνω κατηγορίες συμβάσεων αποτελεί το θεμελιώδες ζήτημα της υποχρέωσης που αναλαμβάνει ο ιατρός απέναντι στον αντισυμβαλλόμενο ασθενή του. Αναλαμβάνει υποχρέωση μέσου ή σκοπού; Στην πρώτη περίπτωση, στην περίπτωση δηλαδή που ο ιατρός υπόσχεται την παροχή των ιατρικών του υπηρεσιών όχι όμως και το αποτέλεσμα, πρόκειται για σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών. Στη δεύτερη περίπτωση, όταν δηλαδή ο ιατρός είναι σε θέση να υποσχεθεί και συγκεκριμένο και προκαθορισμένο αποτέλεσμα, τότε μιλάμε για σύμβαση έργου.

Σύμφωνα με την κρατούσα σε θεωρία και νομολογία άποψη, η σύμβαση που καταρτίζεται μεταξύ ασθενούς και ιδιώτη ιατρού αποτελεί σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, καθώς ο ιατρός είναι πρόσωπο, το οποίο παρέχει τις υπηρεσίες του με τρόπο ανεξάρτητο στον ασθενή, χωρίς να υπακούει σε υποδείξεις και οδηγίες του τελευταίου. Ως εκ τούτου, η σύμβαση αυτή διέπεται από τις γενικές διατάξεις των άρθρων ΑΚ 676 – 680, εκτός από αυτές που εφαρμόζονται αποκλειστικά στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, πράγμα που σημαίνει ότι ο ιατρός ευθύνεται για πλημμελή ή μη εκπλήρωση των συμβατικών του υποχρεώσεων και έχει υποχρέωση αποζημίωσης για τη ζημία που προκάλεσε στον αντισυμβαλλόμενο ασθενή του. Στην περίπτωση αυτή λοιπόν εφαρμόζεται το άρθρο ΑΚ 652, σύμφωνα με το οποίο «ο εργαζόμενος οφείλει να εκτελέσει με επιμέλεια την εργασία που ανέλαβε και ευθύνεται για τη ζημία που προκαλείται στον εργοδότη από δόλο ή αμέλειά του». Ο ιατρός επομένως, δεν ευθύνεται για την επίτευξη ορισμένου αποτελέσματος, ήτοι την ίαση του ασθενούς. Η υποχρέωσή του συνίσταται στην παροχή των υπηρεσιών του σύμφωνα με τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης και όχι στην ίαση του ασθενούς. Αυτό στην πράξη σημαίνει ότι εφόσον ο ιατρός ενεργήσει de lege artis, ο ασθενής δεν δύναται να αξιώσει αποζημίωση για την μη ίασή του ή την μη επίτευξη του ευκταίου αποτελέσματος. Ο ασθενής έχει το δικαίωμα καταγγελίας της σύμβασης ιατρικής αγωγής για σπουδαίο λόγο και δύναται να αξιώσει αποζημίωση στην περίπτωση αθέτησης της σύμβασης εκ μέρους του ιατρού.

Υπάρχουν ωστόσο ορισμένες περιπτώσεις κατά τις οποίες η σύμβαση μεταξύ ιατρού και ασθενούς κρίνεται ως σύμβαση έργου, και ως εκ τούτου διέπεται από τις διατάξεις των άρθρων ΑΚ 681 – 702. Κατά τη νομολογία τέτοιες περιπτώσεις αποτελούν ιατρικές πράξεις τεχνικής φύσης , οι οποίες αν διενεργηθούν κατά τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης, θα οδηγήσουν στην επέλευση συγκεκριμένου αποτελέσματος, ανεξάρτητα από την ιδιαιτερότητα του ανθρώπινου οργανισμού, πιθανές επιπλοκές, το πεπερασμένο της ανθρώπινης φύσης κ.α. και επομένως ο ιατρός είναι σε θέση να εγγυηθεί την επιτυχία του αποτελέσματος (π.χ αντικατάσταση οδοντοστοιχίας, διενέργεια εργαστηριακών εξετάσεων, εκτέλεση πλαστικής χειρουργικής επέμβασης). Σε μία τέτοια περίπτωση επομένως, ο ασθενής αποκτά τα τέσσερα διαζευκτικά δικαιώματα που έχει ο εργοδότης στη σύμβαση έργου σε περίπτωση παράδοσης ελαττωματικού έργου, δηλαδή α) αξίωση για διόρθωση ελαττώματος, β) δικαίωμα μείωσης της αμοιβής, γ) δικαίωμα απευθείας υπαναχώρησης από τη σύμβαση και δ) δικαίωμα αποζημίωσης.

Παρά το γεγονός όμως ότι το πιο πάνω κριτήριο για τον χαρακτηρισμό της εκάστοτε σύμβασης ιατρικής αγωγής ως σύμβασης ανεξαρτήτων υπηρεσιών ή σύμβαση έργου φαίνεται με μια πρώτη ματιά επαρκές, στην πράξη κάτι τέτοιο είναι εξαιρετικά δύσκολο. Τούτο διότι η ίδια η φύση της ιατρικής επιστήμης και του ιατρικού επαγγέλματος που έχουν ως αντικείμενο τον άνθρωπο και μάλιστα τον πάσχοντα άνθρωπο, δεν επιτρέπει την παροχή απόλυτων εγγυήσεων για τις ιατρικές πράξεις που εκτελούνται, ακόμη και για τις πιο τεχνικές από αυτές. Η πολυπλοκότητα του ανθρώπινου οργανισμού, παράγοντες όπως η ηλικία, η ιδιοσυγκρασία (η καλή ή κακή κράση του ασθενή), ακόμη και το εξωτερικό περιβάλλον, είναι δυνατόν να επηρεάσουν και την πλέον απλή και συνήθη ιατρική ενέργεια.

Παρά τη διαρκή εξέλιξή της, η ιατρική επιστήμη εξακολουθεί να βαδίζει στα σκοτεινά και χαώδη μονοπάτια του ανθρώπινου οργανισμού, με αποτέλεσμα ακόμη και ο πλέον συνετός και εξειδικευμένος ιατρός, να μην είναι σε θέση να εγγυηθεί για συγκεκριμένο αποτέλεσμα. Προς αποφυγή επομένως μιας γενικότερης απαξίωσης του ιατρικού λειτουργήματος, η οποία δυστυχώς συντελείται έτσι κι αλλιώς τα τελευταία χρόνια, ο περιπτωσιολογικός χαρακτηρισμός της εκάστοτε σύμβασης ιατρού και ασθενούς θα πρέπει να πραγματοποιείται με ιδιαίτερη σύνεση και προσοχή.

*Η Αθηνά Ζαφειρακοπούλου είναι δικηγόρος Χαλκίδας, ΜΔΕ στο Ευρωπαϊκό Κοινοτικό Δίκαιο του πανεπιστημίου του Bordeaux της Γαλλίας