ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ

Της Αναστασίας Σκανδαλη, τελειόφοιτης Νομικης ΑΠΘ

Το ίδιο το τυπικό μας Σύνταγμα προβλέπει τη διαδικασία αναθεώρησής του, η οποία και το διαφοροποιεί από άλλες, κατώτερης τυπικής ισχύος, πηγές δικαίου. Ως αναθεωρητική λειτουργία ορίζεται η εξουσία η οποία προβλέπεται και οργανώνεται από το ίδιο το Σύνταγμα, που ασκείται σύμφωνα με τρόπο και διαδικασία που το ίδιο ειδικά ορίζει και που αποβλέπει στην τροποποίηση, την αντικατάσταση, την αυθεντική ερμηνεία, την κατάργηση ισχυουσών συνταγματικών διατάξεων ή στην προσθήκη νέων.

Το ισχύον Σύνταγμα ψηφίσθηκε από την Ε' Αναθεωρητική Βουλή στις 7 Ιουνίου του 1975 και με βάση το ΙΒ' Ψήφισμα της ίδιας δημοσιεύτηκε και εν συνεχεία τέθηκε σε ισχύ στις 11 Ιουνίου του 1975. Το συνταγματικό κείμενο του 1975 περιελάμβανε 120 άρθρα και ήταν Σύνταγμα ενιαίο, τυπικό και αυστηρό. Αναθεωρήθηκε για πρώτη φορά το 1986 ενώ εν συνεχεία ακολούθησε η αναθεώρηση του 2001 και του 2008.

Όλες οι διατάξεις του ισχύοντος Συντάγματος διαθέτουν αυξημένη τυπική δύναμη σε σχέση με τις διατάξεις των νόμων και διακρίνονται από αυστηρότητα υπό την έννοια πως δεν μπορούν να αναθεωρηθούν παρά μόνο με τη διαδικασία που το άρθρο 110 Σ προβλέπει. Ενόψει του αυστηρού αυτού χαρακτήρα που το Σύνταγμα μας διαθέτει τίθενται ορισμένοι φραγμοί ουσιαστικού και διαδικαστικού χαρακτήρα οι οποίοι το κατατάσσουν μεταξύ των αυστηρότερων ευρωπαικών συνταγμάτων.

Οι ουσιαστικοί φραγμοί διακρίνονται σε ρητούς και σιωπηρούς. Τα ρητά ουσιαστικά όρια τίθενται στο άρθρο 110 §1 Σ. Πρόκειται για ορισμένα ανυπέρβλητα κι απαραβίαστα από κάθε εξουσία όρια ,ένας πρωτογενής σκληρός πυρήνας, μη υποκείμενων σε αναθεώρηση διατάξεων. Αυτό δε σημαίνει βέβαια ότι δεν μπορεί να αλλάξει καθόλου το λεκτικό τους αλλά πως το κανονιστικό τους φορτίο πρέπει να παραμείνει αλώβητο ή έστω να κινηθεί στο  ίδιο πλαίσιο ή να ενισχυθεί η σχετική προστασία. Η πρώτη κατηγορία που εντάσσεται στο σκληρό αυτό πυρήνα αφορά  οκτώ, ρητά απαριθμούμενες διατάξεις, οι οποίες προσδιορίζονται με αναφορά στο αντίστοιχο άρθρο και στην αντίστοιχη παράγραφο του συνταγματικού κειμένου. Πρόκειται για το άρθρο 2 §1 που εγγυάται τον σεβασμό και την προστασία της αξίας του ανθρώπου, το άρθρο 4 §1, §4 και §7 που κατοχυρώνει τη γενική αρχή της ισότητας, την επιταγή ότι <<μόνο  Έλληνες πολίτες  είναι  δεκτοί  σε  όλες  τις  δημόσιες  λειτουργίες>>  και  την  απαγόρευση  κατοχής  τίτλων ευγενείας. Εν συνεχεία, αναφέρονται τα άρθρα 5 § 1 και §3 όπου κατοχυρώνεται η ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας του ατόμου και το απαραβίαστο της προσωπικής ελευθερίας, 13§ 1 το απαραβίαστο της θρησκευτικής συνείδησης και ,τέλος, το άρθρο 26 που αφορά την αρχή διάκρισης των εξουσιών.

Η δεύτερη κατηγορία αφορά μια δέσμη διατάξεων που προσδιορίζουν τη βάση και τη μορφή του πολιτεύματος ως Προεδρευόμενης Κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας. Εμπίπτουν εδώ, όχι μόνο, οι διατάξεις που ρητά κατοχυρώνουν τον εν λόγω χαρακτήρα του πολιτεύματος αλλά και όσες προσιδιάζουν στο πολίτευμα τον δημοκρατικό, κοινοβουλευτικό και φιλελεύθερο χαρακτήρα του. Κοινό χαρακτηριστικό των εν λόγω διατάξεων είναι ο κλασικός ή ακόμα και αρχαικός  τους χαρακτήρας δηλαδή τα θεσμικά και ιδεολογικά χαρακτηριστικά που είναι ανεπίδεκτα αμφισβήτησης όπως το κρατός δικαίου, η αρχή της λαικής κυριαρχίας , η αρχή της διάκρισης των εξουσιών, η κοινοβουλευτική αρχή, το αντιπροσωπευτικό σύστημα και η αβασίλευτη μορφή του πολιτεύματος. Εν προκειμένω δεν ενδιαφέρει η γλωσσική τους διατύπωση αλλά το νόημά τους δηλαδή ο συνταγματικός κανόνας που συνάγεται από την ερμηνεία τους.

Το άρθρο 110 παρ. 1 Σ, λοιπόν, θέτει ως  κανόνα το αναθεωρήσιμο των συνταγματικών διατάξεων και ως εξαίρεση την απαγόρευση αυτού. Συνεπώς, εάν δημιουργηθεί αμφιβολία για μια διάταξη, τεκμήριο είναι το αναθεωρήσιμο αυτής. Θα πρέπει να προσέξουμε σε αυτό το σημείο πως  οι συνταγματικές διατάξεις είναι ισόκυρες μεταξύ τους δίχως ορισμένες εξ' αυτών να διαθέτουν ανώτερη τυπική ισχύ έναντι των υπόλοιπων με κριτήριο το εάν αναθεωρούνται ή όχι.

Τα σιωπηρά ουσιαστικά όρια προκύπτουν από την ίδια τη λογική του αυστηρού Συντάγματος και αφορούν την αναθεώρηση της ίδιας της αναθεωρητικής διαδικασίας. Γίνεται δεκτό πως δεν είναι δυνατή η κατάργηση του σκληρού πυρήνα του Συντάγματις δηλαδή η αλλοίωση των ουσιαστικών του ορίων. Ωστόσο, σ' ότι αφορά τα διαδικαστικά όρια, επικρατούσα είναι η άποψη που καθιστά δυνατή την αναθεώρηση της ίδιας της αναθεωρητικής διαδικασίας αρκεί το Σύνταγμα να μην καταστεί ήπιο. Αν η εν λόγω άποψη γίνει αποδεκτή τότε θα μπορούσε να προβλεφθεί συνταγματικό δημοψήφισμα, αυξομείωση της ειδικής πλειοψηφίας ,μείωση του χρόνου μεταξύ των δύο αναθεωρήσεων.

Τα διαδικαστικά όρια τα οποία και θα πρέπει να τηρηθούν προκειμένου να ολοκληρωθεί με επιτυχία η διαδικασία αναθεώρησης αφορούν την ύπαρξη ειδικού αναθεωρητικού οργάνου, τη θέσπιση ειδικής  διαδικασίας και την πρόβλεψη ειδικής προθεσμίας. Σύμφωνα με το άρθρο 110 § 2 Σ  το όργανο που αναλαμβάνει να διεκπεραιώσει τη διαδικασία αναθεώρησης είναι η Αναθεωρητική Βουλή. Η Αναθεωρητική Βουλή είναι το αντιπροσωπευτικό όργανο το οποίο έχει επιφορτιστεί με ειδική εντολή να προβεί στην αναθεώρηση των συνταγματικών διατάξεων που υπέδειξε η προηγούμενη Βουλή. Η Αναθεωρητική Βουλή μπορεί ταυτόχρονα να ασκεί κανονικά και το νομοθετικό της έργο με τη συμβολή σ'αυτό του ΠτΔ ο οποίος εκδίδει και δημοσιεύει τους νόμους (26 §1 + 42 Σ ).

Η ειδική διαδικασία η οποία και ακολουθείται προκειμένου να επιτευχθεί η συνταγματική αναθεώρηση εξελίσσεται σε τρεις αλλεπάλληλες φάσεις. Η πρώτη φάση ξεκινά με την υποβολή πρότασης αναθεώρησης που καταθέτουν 50 βουλευτές. Εφόσον η υποβολή της πρότασης είναι παραδεκτή, εισάγεται για συζήτηση στη Βουλή με βάση το 110§ 2 και το 199 ΚανΒ.

Η απόφαση με την οποία διαπιστώνεται η ανάγκη αναθεώρησης απαιτεί τρεις τυπικές προυποθέσεις. Καταρχήν, απαιτείται πλειοψηφία 3/5 (180 /300 ) ή έστω απόλυτη πλειοψηφία (151/300 ) του όλου αριθμού των βουλευτών.Έπειτα, απαραίτητη προυπόθεση είναι να λάβει χώρα δύο φορές ψηφοφορία με θετικό αποτέλεσμα  που να απέχουν μεταξύ τους ένα μήνα τουλάχιστον ενώ τέλος αξιώνεται ο ειδικός καθορισμός των  διατάξεων που επρόκειτο να αναθεωρηθούν από την επόμενη Βουλή. Ο καθορισμός των εν λόγω διατάξεων δεν είναι απαραίτητο να περιλαμβάνει και το κανονιστικό τους περιεχόμενο το οποίο καθορίζεται ελεύθερα από την επόμενη Βουλή.

Η β' φάση περιλαμβάνει τη διεξαγωγή γενικών βουλευτικών εκλογών για την ανάδειξη της αναθεωρητικής Βουλής οι  οποίες προκυρήσσονται είτε εφόσον λήξει η θητεία της προηγούμενης Βουλής (54 Σ) είτε εφόσον διαλυθεί για τους λόγους που προβλέπονται στα άρθρα 41 Σ, 37Σ, 38 Σ. Με άλλα λόγια, η υποβολή πρότασης αναθεώρησης και η ολοκλήρωση σχετικών συζητήσεων δεν αποτελούν λόγο διάλυσης της Βουλής δηλαδή πρόωρης λήξης της θητείας της σε αντίθεση με τις προβλέψεις των προηγούμενων συνταγματικών κειμένων.

Η γ' και τελευταία φάση λαμβάνει χώρα μόνο κατά την Α' τακτική Σύνοδο της νεοεκλεγμένης αναθεωρητικής Βουλής καθότι είναι νωπή η λαική εντολή. Η αναθεωρητική Βουλή αποφασίσει για κάθε διάταξη που επρόκειτο να αναθεωρηθεί χωριστά με βάση την αναγκαία πλειοψηφία. Στο άρθρο 110§ 4 Σ προβλέπεται για πρώτη φορά η δυνατότητα αντιστροφής των πλειοψηφιών μεταξύ πρώτης και δεύτερης Βουλής. Κατά τον τρόπο αυτό , οι δύο Βουλές  μετέχουν ισότιμα και ισοδύναμα στη διαδικασία ,αν και η δεύτερη Βουλή διαμορφώνει ελεύθερα το περιεχόμενο των διατάξεων που έχουν καθοριστεί απ' την πρώτη. Κάθε ψηφιζόμενη αναθεώρηση διατάξεων δημοσιεύεται στο ΦΕΚ με εντολή του ΠτΒ, ενώ τίθεται σε ισχύ με ειδικό ψήφισμα που περιλαμβάνει τις αναθεωρημένες διατάξεις. Το ειδικό ψήφισμα συνιστά πανηγυρικό τύπο τον οποίο περιβάλλεται η αναθεωρητική ως συντεταγμένη λειτουργία.

Τέλος, με βάση το άρθρο 110§ 6 Σ, τίθεται ως χρονικός φραγμός πενταετής προθεσμία από την περάτωση της προηγούμενης διαδικασίας αναθεώρησης (δηλαδή από τη δημοσίευση το ειδικού Ψηφίσματος) εως την κίνηση της επόμενης ώστε να αποφευχθούν βεβιασμένες συνταγματικές μεταβολές  και να υπάρξει ένας χρόνος λειτουργίας των νέων διατάξεων πριν από την εκ νέου αναθεώρησή τους.

Η εν λόγω διαδικασία είναι αποκλειστική και δεν προβλέπονται συνταγματικά εναλλακτικοί τρόποι περάτωσής της όπως δημοψήφισμα ,αναγνώριση εξουσιών σε διεθνείς οργανισμους κα.

Στις 25 Ιουλίου 2016 σε μια προσπάθεια να ανασκευάσει το αρνητικό κλίμα μετά το <<βατερλό>> του Εκλογικού Νόμου, ο Πρωθυπουργός, Αλέξης Τσίπρας παρουσίασε τα βασικά σημεία της κυβερνητικής πρότασης για τη Συνταγματική Αναθεώρηση σε μια εκδήλωση -φιέστα. O πρωθυπουργός εν συνεχεία συγκρότησε μία Επιτροπή Αναθεώρησης του Συντάγματος της οποίας ο ρόλος είναι η διεξαγωγή ενός επικοδομητικού εθνικού διαλόγου πριν από την εκκίνηση  της προβλεπόμενης εκ του συντάγματος κοινοβουλευτικής διαδικασίας. Η σύνθεση της Επιτροπής άνοιξε για άλλη μία φορά τους << ασκούς του αιόλου>> καθώς αποτελείται μεν από μία πληθώρα μελών από τον  επιχειρηματικό, ακαδημαϊκό, πολιτικό και πολιτιστικό χώρο ωστόσο στη σύνθεσή της δε μετέχει κανένας καθηγητής συνταγματικού δικαίου! Συντονιστής της επιτροπής θα είναι ο κοσμήτορας της Σχολής Οικονομικών και Πολιτικών Επιστημών του ΕΚΠΑ Μιχάλης Σπουρδαλάκης, ενώ μέλη της μεταξύ άλλων οι Ιωάννης Γκόλιας (Πρύτανης ΕΜΠ), Αθανάσιος Δημόπουλος (Πρύτανης ΕΚΠΑ), Ναπολέων Μαραβέγιας (Καθηγητής ΕΚΠΑ), Νίκος Μουζέλας (Ομότιμος Καθηγητής LSE), Πέτρος Παραράς, (Ομότιμος Καθηγητής ΔΠΘ, πρώην αντιπρόεδρος ΣτΕ) και Ανδρέας Δημητρόπουλος (Ομότιμος Καθηγητής ΕΚΠΑ). Από τον επιχειρηματικό χώρο συμμετέχουν οι: Κωνσταντίνος Μίχαλος (Πρόεδρος Κεντρικής Ένωσης Επιμελητηρίων Ελλάδας) και Αναστάσιος Τζήκας (Πρόεδρος Συνδέσμου Εταιριών Πληροφορικής και Επικοινωνιών Ελλάδας) ενώ από τους εκπροσώπους του επιχειρηματικού και ακαδημαϊκού χώρου, επελέγη ως μέλος της επιτροπής ο ηθοποιός Γιώργος Κιμούλης, ενώ ως εκπρόσωποι της τοπικής αυτοδιοίκησης επελέγησαν η Περιφερειάρχης Αττικής, Ρένα Δούρου και ο Περιφερειάρχης Θεσσαλίας, Κώστας Αγοραστός. Η εν λόγω επιτροπή καλείται να προβεί στην κατάθεση συγκεκριμένων προτάσεων που θα πρέπει να ολοκληρωθούν και να παραδωθούν στη Βουλή την άνοιξη του 2017 ώστε να ξεκινήσει η επίσημη κοινοβουλευτική διαδικάσια όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 110 Σ. Oι προτάσεις και οι κατευθύνσεις οι οποίες έχουν τεθεί από τον Πρωθυπουργό με τη μορφή εξαγγελιών αφορούν την καθιέρωση απλή αναλογικής, την εκλογή του ΠτΔ από το λαό και την αύξηση των αρμοδιοτήτων του, τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος με συγκέντρωση 500.000 υπογραφών για εθνικά θέματα, τη θρησκευτική ουδετερότητα του κράτους, την αλλαγή των διατάξεων περι υπουργικής ευθύνης, τη θεσμοθέτηση της θητείας των βουλευτών κα. Μένει να δούμε την εξέλιξη όλων αυτών κι αν τελικά θα πραγματοποιηθεί η εν λόγω αναθεώρηση που σύμφωνα με τα λεγόμενα του Πρωθυπουργού θα σηματοδοτήσει τη νέα μεταπολίτευση και θα αποτελέσει το εφαλτήριο  «Για το Σύνταγμα που θα οδηγήσει σε μια νέα Ελλάδα. Την Ελλάδα του 2021».