Τετάρτη.... Αυτή η ημέρα....

Τετάρτη. Από αυτές τις Τετάρτες τις περίεργες, τις νωχελικές, αν θες, που ξύπνησες, φόρεσες τη στολή σου τη δικηγορικιά και πας να σπάσεις πέτρες, εεε…..εννοώ να εκτελέσεις τα καθήκοντά σου ως συλλειτουργός της Δικαιοσύνης (γελάω και μόνο που το γράφω).

Ο δρόμος, όπως πάντα, βουίζει. Οι άνθρωποι πάνε στις δουλειές τους σκυθρωποί και αγέλαστοι. Αναρωτιέσαι: «Άραγε, όλες αυτές οι περίλυπες μουσούδες, κάναν σεξ χθες το βράδυ, φάγανε φασόλια  ή συνήθισαν στη μουντίλα της οικονομικής ύφεσης;» Σηκώνεις το κεφάλι και συνειδητοποιείς ότι είσαι στην Ευελπίδων. Και αμέσως όλα επανέρχονται στο φυσιολογικό: «Α, να ρε συ για ποιο λόγο! Είναι συνάδελφοι Δικηγόροι! Ουφ, είπα και εγώ, κάτι δεν πάει καλά!»

Γρήγορη σκούπα από όλα τα κτίρια για τις δουλειές της ημέρας, αλλά και λίγο πιαριλίκι (βλ. κοινωνική διάδραση) με τις αιθέριες υπάρξεις, σερνικές και θηλυκές. Άλλωστε το ωραίον είναι πάντοτε θελκτικόν. Συνάντησες το Λευτέρη, τον πλακατζή, άσχετο με τα νομικά συμφοιτητή σου και τη Γεσθημανή, το πάντα αγχωμένο κοράσιο με την καλτ εμφάνιση και τα εκφραστικά μάτια. Αφού θάψεις το αφεντικό σου και την κατάσταση στο γραφείο για την ανοργανωσιά και το πώς εσύ θα το έσωζες, αν είχες το γενικό πρόσταγμα μέσα στη στάνη με τα γίδια, θυμάσαι ότι πρέπει να πας Ειρηνοδικείο. Ο Λευτέρης έχει και εκείνος μια δουλειά και έρχεται μαζί σου. Βγαίνεις όξω, παίρνεις τον πρώτο κυριούλη ταξιτζή και οδεύεις για Ειρηνοδικείο.

Όοοοοοοοχι μικρέ μου, δεν οδεύεις μόνο. Θα κάνεις σεμινάριο με τον μάστερ Τάριφ, που τα έχει λύσει όλα. Άσε, θα σου πει αυτός τι και πως θα γίνει. Ριλάξαρε και άκου τα λόγια της σοφίας και της βαθειάς γνώσης του Πανεπιστημίου του βολάν. Δεν το κάνεις. Κουνάς καταφατικά το κεφάλι σαν τα σκυλάκια του μπαρμπρίτς. Φτάνεις, πληρώνεις, πας για Ειρηνοδικείο. ΩΩΩΩΠΠΠΠ ΦΡΕΝΟ!!!!! Η είσοδος αποκλεισμένη από άρβυλα, στολές crc (στολές των ΜΑΤ), ασπίδες και ανθρώπους να φωνάζουν παντού. Όταν λέμε παντού, εννοούμε παντού. Ακόμη και στους λαμαρινότσιγκους του εργοταξίου. Αυτοί οι λαμαρινότσιγκοι, τώρα που τους ξανακοιτάω, είναι πολύ επιθετικοί. Ααααα, γι’ αυτό τους ξηλώνει το πλήθος…. Ήσαν κακοί.

Οι παρευρισκόμενοι, για κάποιον λόγο είναι εξαγριωμένοι. Γιατί; Τι έγινε; Θα σου πω εγώ τι έγινε: Τετάρτη, αυτό έγινε. Η ημέρα που το κράτος μας αποφασίζει για τις κατοικίες οφειλετών. Η ημέρα που μένουν άνθρωποι στο δρόμο. Η ημέρα που «στο όνομα του Ελληνικού Λαού» γίνονται πράξεις ντροπής, για ορισμένους συμπολίτες μας (βλ. κατάσχεση και πλειστηριασμός από την εφορία, κατοικίας ανέργου για χρέος χιλίων πεντακοσίων ευρώ και κάτι ψιλών). Πάω να μπω στο χώρο του Ειρηνοδικείου. Μπορώ; Δε μπορώ. Και ξέρεις γιατί δε μπορώ; Διότι τα ΜΑΤ μου το απαγορεύουν λες και είμαι λεπρός το 1910. Εξηγώ ότι προσπαθώ να κάνω τη δουλειά μου και η απάντησή τους σε άπταιστα ελληνικά είναι: «ΑΑΑΑ ΠΟΥ ΠΑΣ ΡΕ ΔΕΝ ΠΕΡΝΑΕΙ ΚΑΝΕΙΣ ΝΑ ΠΑΡΕΙ Ο ΔΙΑΟΛΟΣ ΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟ ΣΠΡΩΞΕ ΤΗ ΧΟΝΤΡΗ ΜΠΑΙΝΕΙ ΜΕΣΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ». Μετά από αυτήν την ευγλωττία, ο Μπαμπινιώτης έκαψε τα πτυχία του.

Σε συνεννόηση με το Λευτέρη χρησιμοποιήσαμε τις μεθόδους εφόδου των ελληνικών στρατών, καθώς τόσο εκείνος όσο και εγώ είμαστε μαχίμια (ειδικοδυναμίτης αυτός, καρακόλι εγώ). Με την κίνηση του «φαντάσματος» (οι άρρενες θα με καταλάβουν) και αφού δέσαμε χαρτοφύλακες σε γραβάτες, βγάλαμε τα ταμπόν του μελανιού για κάλυψη-απόκρυψη προσώπου, ξεγλιστράμε από τα ΜΑΤ ως άλλοι Ράμποι (πληθ. του Ράμπο) και θριαμβευτές πΧια μπαίνουμε στο Ειρηνοδικείο για να κάνουμε τις δουλειές μας. Το μόνο που δεν υπολογίσαμε σε όλο αυτό, είναι το με ποιον τρόπο θα καταφέρουμε να βγάλουμε το μελάνι από τα πρόσωπά μας και ότι πλέον μοιάζαμε σαν το «ζωγραφίστε τις τελίτσες» σε σταυρόλεξο που βράχηκε. Να ‘ταν όμως και τα μοναδικά προβλήματά μας αυτά. Λίγες στιγμές αργότερα, ο κλοιός των ΜΑΤ σπάει και ξεκινά η χρήση χημικών. Κοιτάω το Λευτέρη που κλαίει. «Τι έπαθες ρε;» του λέω. «Θυμήθηκες τη θητεία σου;» «Καλά είσαι χαζοχαζός;» μου απαντά. «Πέφτουν δακρυγόνα βρε μπιφτέκι. Καλύψου με τη γραβάτα σου!!» Δεν πρόλαβα. Ήταν ήδη αργά. Έκλαιγα. Τα μάτια μου με έτσουζαν. Εκμεταλλευόμενος την κατάσταση, έριξα και ένα κλάμα, που καιρό ήθελα να το κάνω αλλά δεν έβρισκα μια λογική αφορμή. Σάστισα. Είναι δυνατόν να ζούμε τέτοια πράγματα στα Δικαστήρια; Είναι δυνατόν να επικρατούν συνθήκες διαδήλωσης, όπου γίνονται επεισόδια; Τι έχει γίνει λάθος; Τι κάνουν λάθος; Τι κάνω εγώ λάθος; Γιατί συμβαίνουν αυτά; Αποτύχαμε ως κοινωνία; Αποτύχαμε ως Δικαιοσύνη; Αποτύχαμε ως Άνθρωποι; Λίγο από όλα, θαρρώ. Ο Λευτέρης με δάκρυα στα μάτια, με κοιτά να μονολογώ. «Αντώνη;;; Αντώνη;;; Ρε Αντώνη!!!» «Έλα» αποκρίνομαι, «τι θες;» «Ρε, μήπως έχεις ένα δίευρω μεγαρόσημο, λίγη κόλλα και ένα συρραπτικό;»

 

(Υ.Γ. Μετά την ημέρα εκείνη, ο Λευτέρης έγινε αγρότης και εγώ κτηνοτρόφος. Τελικά είχα το γενικό πρόσταγμα στα γίδια (βλ. στίχο 14 του κειμένου), όπως πάντα ήθελα, και οργάνωσα το χώρο καλύτερα από τους άλλους. Η μαμά μου είναι περήφανη για μένα. Μαμά, σ’ αγαπώ)

 

*Ο Αντώνιος Ζαπάντης είναι Δικηγόρος Αθηνών.

Αντώνιος Ζαπάντης

Da mihi factum, dabo tibi ius. Αγαπώ τα νομικά όπως αγαπώ και το χιούμορ. Δεν είμαι συγγραφέας... Απλώς μου αρέσει να γελάω και να παρασύρω και άλλο κόσμο...