Το domain name ως σήμα/διακριτικό γνώρισμα (αποφ. 82/2013 Εφετ.Κέρκυρας)

Απόφαση υπ'αριθμ. 82 / 2013 Εφετείου Κέρκυρας

Από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 4 παρ. 1 εδ. α΄, β΄ και γ΄, 18  παρ. 1 και 26 του Ν.2239/1994 συνάγονται τα εξής:

α) Σήμα θεωρείται κάθε σημείο, επιδεικτικό γραφικής παραστάσεως, ικανό να διακρίνει τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες μιας επιχείρησης από εκείνα άλλων επιχειρήσεων.

β) Με την καταχώριση του σήματος, η οποία γίνεται σύμφωνα με όσα ορίζουν τα άρθρα 6 επ. του ίδιου νόμου, παρέχεται στον καταθέτη το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσεως του σήματος στα προϊόντα ή εμπορεύματα για την διάκριση των οποίων αυτό προορίζεται, όποιος δε χρησιμοποιεί ή παραποιεί ή απομιμείται σήμα που ανήκει σε άλλο μπορεί να εναχθεί για παράλειψη ή αποζημίωση ή και για τα δύο.

γ) Παραποίηση του σήματος συνιστά η ακριβής ή κατά τα κύρια αυτού μέρη αντιγραφή ή αναπαράστασή του, ενώ απομίμηση αποτελεί η ιδιαίτερη προσέγγιση προς το ξένο σήμα, η οποία όμως λόγω οπτικής ή και ηχητικής εντύπωσης, που προκαλεί η όλη παράσταση και ανεξάρτητα από τις επί μέρους ομοιότητες και διαφορές των δύο σημάτων, είναι δυνατόν να προκαλέσει για το κοινό, με λήψη υπόψη, ως μέτρου, του άπειρου μέσου ατόμου και όχι του εξειδικευμένου χρήστου, σύγχυση υπό την έννοια θεώρησης, εκ πλάνης, του προϊόντος στο οποίο χρησιμοποιείται, ως προερχομένου  από  την  επιχείρηση  του  δικαιούχου  του   σήματος   ή   από επιχείρηση διάφορη μεν, σχετιζόμενη όμως οργανικώς, προς την επιχείρηση του δικαιούχου, κατά την παραγωγή ή τη διάθεση του προϊόντος.

Στην περίπτωση δε σύνθετου σήματος, αποτελουμένου από λέξεις, σχηματικές απεικονίσεις και χρωματισμούς, κρίσιμη για τη συναγωγή συμπεράσματος περί ύπαρξης ή μη απομίμησής του, είναι η συνολική εντύπωση που προκαλεί το καθένα από τα παραβαλλόμενα, στο μέσο, μη έμπειρο, άτομο του καταναλωτικού κοινού. Σε ένα τέτοιο σύνθετο σήμα ιδιαίτερη σημασία για το σχηματισμό συνολικής εντύπωσης έχει το λεκτικό μέρος του σήματος, χωρίς όμως να αποκλείεται στη συγκεκριμένη περίπτωση, κρίσιμο να είναι το εικαστικό μέρος, ιδιαίτερα όταν το καταναλωτικό κοινό συνδέει τη σχηματική απεικόνιση με την επιχείρηση και η απεικόνιση έχει καθιερωθεί στις συναλλαγές ως διακριτικό γνώρισμα. Όσο δε μεγαλύτερος είναι ο βαθμός καθιέρωσης μιας ένδειξης στις συναλλαγές, τόσο μεγαλύτερη διακριτική δύναμη διαθέτει και επομένως οι προϋποθέσεις για τον αποκλεισμό της παραποίησης ή απομίμησης πρέπει να είναι αυστηρότερες (ΑΠ 1227/2008 Τρ.Νομ.Πληρ. Δ.Σ.Α. ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ).  Εξ άλλου βασική προϋπόθεση για την άσκηση ηλεκτρονικού εμπορίου, αποτελεί η δημιουργία ενός χώρου στο διαδίκτυο (internet), όπου θα καθίσταται δυνατή η πρόσβαση πελατών και η κατάρτιση των συναλλαγών. Μέσο (εισιτήριο) για την είσοδο στο διαδίκτυο αποτελεί το «domain name» (όνομα περιοχής), το οποίο κατ’ ουσία επιτελεί ρόλο ηλεκτρονικής διεύθυνσης, επιτρέποντας την επικοινωνία του χρήστη του διαδικτύου με τον κάτοχο της ηλεκτρονικής διεύθυνσης.

Έτσι ο χρήστης, συνδεόμενος με ένα συγκεκριμένο όνομα διαδικτύου, επιθυμεί να έρθει σε επαφή με τα δημοσιευμένα στην ιστοσελίδα δεδομένα και κατ’ επέκταση με το πρόσωπο στο οποίο ανήκει η ιστοσελίδα, με τον τρόπο δε αυτό καθίσταται δυνατή η πρόσβαση πελατών ακόμη και η κατάρτιση συναλλαγών. Το «domain name» αποτελείται από σειρά αλφαριθμητικών χαρακτήρων (τουλάχιστον τριών και όχι περισσότερων των είκοσι τεσσάρων), χωρίς ή με λογικό ειρμό, σε μια ή περισσότερες λέξεις που χωρίζονται από διάφορα σημεία. Η τελευταία από τις λέξεις (κατά κανόνα συγκεκριμένη), αποτελεί και το σημείο αναφοράς, συνήθως της χώρας αρχειακής καταχώρησης του «domain name» του χρήστη (π.χ. gr = Greece κ.λπ.) ή της βασικής ιδιότητάς του (org = Organization). Το «domain name» δεν μπορεί κατ’ αρχήν να ταυτισθεί με την εμπορική επωνυμία, το διακριτικό τίτλο και το εμπορικό σήμα. Πρέπει, ωστόσο, να αποδίδεται σε αυτό λειτουργία, τόσο διακριτικού τίτλου όσο και σήματος, κατά έμμεσο τρόπο, όταν αυτό χρησιμοποιείται ως διακριτικό στοιχείο για το πρόσωπο ή την επιχείρηση στο διαδίκτυο, διότι, όπως και τα προηγούμενα, έχει πρωταρχικά εξατομικευτική και αναγνωριστική λειτουργία. Η ευχέρεια ελεύθερης χρήσης οποιασδήποτε ονομασίας, όσο γνωστή και φημισμένη και αν είναι, από τον πρώτο τυχόντα, θα προκαλούσε τεράστιες ή ανεπανόρθωτες ζημίες στην επιχείρηση που καθιερώθηκε στις συναλλαγές με την επίμαχη ονομασία. Για τη διαφύλαξη έτσι των νομίμων συμφερόντων των παραπάνω επιχειρήσεων, θα πρέπει να αποδοθεί στο «domain name» μια οιονεί λειτουργία διακριτικού τίτλου και σήματος. Τούτο ενισχύεται και από το ότι οι κάτοχοι «domain name» στην πράξη εμφανίζονται στο διαδίκτυο με τα διακριτικά γνωρίσματα που τους κατέστησαν γνωστούς στον υλικό κόσμο, δηλαδή χρησιμοποιούν το όνομα, την επωνυμία ή το σήμα τους, δεδομένων μάλιστα των περιορισμένων ορίων παροχής «domain name» για κάθε χρήση αλλά και της επιβαλλόμενης συντομίας για του είδους αυτού την επικοινωνία.

Υπό τις ανωτέρω παραδοχές, η σύγκρουση μεταξύ διακριτικού γνωρίσματος επιχείρησης, επωνυμίας, σήματος κ.λ.π. και «domain name» θα αρθεί κατ’ αρχάς, με βάση την αρχή της χρονικής προτεραιότητας κατά τα εν γένει ισχύοντα. Έτσι το ομοειδές του «domain name» αλλά και της δραστηριότητας του κατόχου του με αντίστοιχο προγενέστερο διακριτικό γνώρισμα κ.λ.π., σαφώς συνηγορεί υπέρ της κατάφασης της προσβολής του προγενέστερου γνωρίσματος. Ο κίνδυνος σύγχυσης, ωστόσο, πρέπει να νοηθεί ευρέως, ώστε να μην αποκλείεται ακόμα και όταν η μεταγενέστερη επιχείρηση παράγει ή εμπορεύεται ανόμοια προϊόντα ή προσφέρει ανόμοιες υπηρεσίες, αφού και στην περίπτωση αυτή ο καταναλωτής μπορεί να σχηματίσει την εντύπωση ότι τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες προέρχονται από την ίδια επιχείρηση ή ότι ανάμεσα στις δύο επιχειρήσεις υπάρχει σχέση συνεργασίας. Απαιτείται, όμως, στην περίπτωση αυτή, να υπάρχει τουλάχιστον κάποια εγγύτητα ή συγγένεια των οικονομικών κλάδων, στους οποίους ανήκουν οι αντιμαχόμενες επιχειρήσεις, και τούτο διότι η έλλειψη κάθε σχέσης των οικονομικών κλάδων δραστηριότητας θα έχει κατά  κανόνα  ως  αποτέλεσμα τη δυνατότητα παραπλάνησης ενός αμελητέου τμήματος των σχετικών συναλλακτικών κύκλων, το οποίο δεν θα επαρκούσε για την αποδοχή του κινδύνου σύγχυσης (ΑΠ 371/2012 Τρ.Νομ.Πληρ. Δ.Σ.Α. ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ).

Εν προκειμένω,   με τις από............... αγωγές  (αριθ. έκθ.  κατάθ........../2006 και.........../2006 αντίστοιχα), που άσκησε η ενάγουσα (ήδη εφεσίβλητη) ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας κατά της εκκαλούσας της πρώτης έφεσης (με την πρώτη) και του εκκαλούντος της Β έφεσης (με τη δεύτερη), αφού ισχυρίστηκε ότι είναι αποκλειστική δικαιούχος  χρήσης στην Ελλάδα του σήματος των προϊόντων της εδρεύουσας στo Παρίσι Γαλλίας, εταιρίας με την επωνυμία «,Κ  Α PRODUCTIONS», αποτελουμένου από τις λέξεις «Κ Α» και απεικόνιση,  μετά από νόμιμη μεταβίβαση τούτου, σ’ αυτήν, που καταχωρήθηκε στα βιβλία σημάτων στις .........2005 και ότι η δικαιοπάροχός της αρχική δικαιούχος με την οποία συγχωνεύτηκε, ήταν αποκλειστική δικαιούχος του σήματος αυτού, καθόσον τούτο έχει καταχωρηθεί στο βιβλίο σημάτων στην Ελλάδα με αριθμό ...... αφού έγινε δεκτό αμετάκλητα με την υπ’ αριθ........./1993 απόφαση της Επιτροπής Σημάτων του Υπουργείου Εμπορίου και ότι μετά απ’ αυτό, εκείνη (ενάγουσα), ενώ είχε αρχίσει  να διαθέτει συστηματικά μέσω επιλεγμένων καταστημάτων λιανικής πώλησης στην ελληνική αγορά, τα προϊόντα που φέρουν το σήμα της και είναι παγκοσμίως φημισμένα και αρίστης ποιότητας,  διαπίστωσε στις αρχές του έτους 2005 ότι η εναγομένη εταιρία (με την πρώτη αγωγή) διαθέτει και πωλεί προϊόντα (ενδύματα) που φέρουν επ’ αυτών τις λέξεις «Κ Α SPORTSWEAR» μέσω καταστήματος που διατηρεί στην Κέρκυρα,  στην δε βιτρίνα του αναγράφονται οι λέξεις «Κ Α SPORTWEAR», τα οποία (ενδύματα), ουδεμία σχέση έχουν με τα γνήσια, παγκοσμίου φήμης προϊόντα που διαθέτει εκείνη στην αγορά, με τον τρόπο δε αυτόν παραπλανάται το καταναλωτικό κοινό, και τα αγοράζει, πιστεύοντας ότι πρόκειται για τα δικά της προϊόντα. Επίσης, κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, διαπίστωσε ότι ο εναγόμενος της δεύτερης αγωγής ο οποίος είναι βασικός μέτοχος της εναγομένης εταιρίας της πρώτης αγωγής, χρησιμοποιεί (ατομικά) έναν διαδικτυακό τόπο στο διαδίκτυο απ’ όπου διαφημίζει και διαθέτει  προϊόντα (ενδύματα) με την με την ίδια ως άνω ονομασία  («Κ Α  SPORTSWEAR») και διακριτικό γνώρισμα  ήτοι κάνοντας παράνομα, χρήση του σήματός της σε προϊόντα που δεν είναι δικής της προέλευσης και παραπλανά το καταναλωτικό κοινό ότι πρόκειται για προϊόντα δικής της προέλευσης, ενώ ουδεμία σχέση έχουν με τα δικά της γνήσια προϊόντα. Ότι τόσο η εναγομένη εταιρία όσο και ο εναγόμενος, παρά το ότι τους ζητήθηκε με την από ..........2005 εξώδικο πρόσκληση - διαμαρτυρία να σταματήσουν να χρησιμοποιούν παράνομα το παραπάνω εμπορικό σήμα αυτής, δεν συμμορφώθηκαν, προσβάλλοντας τούτο με τους ως άνω τρόπους. Ζήτησε δε με βάση το πιο πάνω ιστορικό, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι αμφοτέρων των αγωγών, να πάψουν να χρησιμοποιούν το σήμα της, καθώς και να πάψουν να διαφημίζουν και προωθούν προϊόντα μέσω του διαδικτύου με την ονομασία «Κ Α SPORTSWEAR», να διαταχθεί η κατάσχεση και καταστροφή όλων των εμπορευμάτων που έχουν στην κατοχή τους οι εναγόμενοι με το εν λόγω σήμα,  με απειλή χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης κατά του εναγομένου της δεύτερης αγωγής για κάθε άρνηση συμμόρφωσης με την απόφαση που θα εκδοθεί και να καταδικασθούν οι εναγόμενοι στα δικαστικά της έξοδα.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφαση, αφού συνεκδίκασε τις αγωγές λόγω της πρόδηλης συνάφειάς τους, έκρινε αυτές νόμιμες και τις δέχθηκε και κατ’ ουσία, απαγόρευσε δε στους εναγομένους να χρησιμοποιούν το ανωτέρω σήμα, διέταξε την αφαίρεση και καταστροφή στα χέρια τους ή στα χέρια τρίτου προσώπου κάθε εμπορεύματος που κατέχει και διαθέτει η εναγομένη εταιρία με το επίδικο σήμα, με απειλή χρηματικής ποινής 2.000 ευρώ για κάθε παραβίαση του διατακτικού της απόφασης, και ακόμη απαγόρευσε στον εναγόμενο της δεύτερης αγωγής να χρησιμοποιεί το επίδικο σήμα ως όνομα διαδικτυακού χώρου ή τμήμα ονόματος διαδικτυακού χώρου,  με απειλή χρηματικής ποινής για κάθε παραβίαση του διατακτικού της απόφασης και απήγγειλε σε βάρος του προσωπική κράτηση ενός μηνός, ως μέσου αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης. Κατά της απόφασης αυτής........................................

................Ειδικότερα, οι ομοιότητες συνίστανται ως προς τα χρώματα (μαύρο χρώμα φόντου, λευκό χρώμα γραμμάτων) κατά τα γράμματα που χρησιμοποιεί (λατινικοί χαρακτήρες Κ, Α), στο σχήμα  και στη  χρήση των ίδιων λέξεων «Κ Α»,  που αποτελούν τo προστατευόμενο σήμα. Υπάρχει συνεπώς ομοιότητα στις απεικονίσεις των δύο απεικονιστικών σημάτων κατ’ αντικειμενική κρίση παρά την ύπαρξη απειροελαχίστων διαφορών, που ουδόλως διακρίνονται από τον μη ειδικό και έμπειρο στα ζητήματα αυτά. Από την ομοιότητα αυτή, υπάρχει κίνδυνος σύγχυσης στο μέσο καταναλωτή ως προς την προέλευση των προϊόντων, καθόσον μπορεί να θεωρήσει ότι τα προϊόντα των εναγομένων προέρχονται από την επιχείρηση της ενάγουσας ή από επιχείρηση που συνδέεται μ’ αυτή, δεδομένου ότι το σήμα της ενάγουσας  είναι καθιερωμένο στις συναλλαγές ως διακριτικό της γνώρισμα και υπάρχει κίνδυνος συνειρμικής συσχέτισης μεταξύ των δύο σημάτων και κυρίως διότι ο μέσος καταναλωτής δεν βλέπει τα δύο προϊόντα συγχρόνως ώστε να έχει τη δυνατότητα να συγκρίνει αυτά και να διαπιστώσει τη μικρή διαφορά.

Επίσης, η ονομασία «domain name» του διαδικτυακού τόπου που χρησιμοποιεί ο εναγόμενος είναι ίδια με το προστατευόμενο σήμα και δημιουργεί επίσης την εντύπωση ότι τα προϊόντα που εμφανίζει και διαφημίζει απευθυνόμενος στο αγοραστικό κοινό, είναι προέλευσης της ενάγουσας ή ότι μεταξύ της ενάγουσας εταιρίας και των εναγομένων υπάρχει εμπορική συνεργασία και ότι έχουν δικαίωμα να χρησιμοποιούν το επίδικο σήμα στις ετικέτες των προϊόντων τους. Η ομοιότητα και η σύγχυση που δημιουργούνται, δεν αναιρείται από την λέξη «SPORTSWEAR», που έχει προστεθεί από τους εναγομένους στις λέξεις «Κ Α», δεδομένου ότι η λέξη αυτή χρησιμοποιείται ευρέως από πολλές επιχειρήσεις, προστιθέμενη στην επωνυμία ή στο σήμα τους εφόσον η έννοιά της συνδέεται με το αθλητικό ή (μεταφορικά) το απλό ντύσιμο. Εξ  όλων  των  ανωτέρω, καθίσταται  σαφές ότι οι εναγόμενοι,  χωρίς άδεια ή δικαίωμα κατασκευάζουν, διαθέτουν προς πώληση, διαφημίζουν και διανέμουν στην ελληνική αγορά ενδύματα και συναφή είδη που φέρουν απομίμηση του σήματος της ενάγουσας................................

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και απορρίπτει αυτές (τις εφέσεις) στην ουσία.

* Τα γράμματα Κ & Α αντικατέστησαν την επωνυμία της εταιρίας.

Σπύρος Σκιαδόπουλος

Πρώτα ανακάλυψα ότι θέλω να γίνω developer, μετά ανακάλυψα ότι θέλω να γίνω δημοσιογράφος, και μετά πολιτικός μηχανικός. Τελικά έγινα περίπου δικηγόρος. Τι συνέβη;