Το εύρος της έννοιας του καταναλωτή στις τραπεζικές πιστωτικές συναλλαγές μετά την ΟλΑΠ 13/2015

 

*του κ.Γεωργίου Ι. Δέλλιου, Καθηγητή Νομικής ΑΠΘ

  1. Εισαγωγή

                  Η εισήγησή μου στόχο έχει να παρουσιάσει τον τρόπο με τον οποίο η Ολομέλεια του Ακυρωτικού έταμε μια μακρόχρονη και έντονη θεωρητική και νομολογιακή αμφισβήτηση αναφορικά με το εύρος της έννοιας του καταναλωτή στις τραπεζικές πιστωτικές συναλλαγές. Για την κατανόηση του ζητήματος αναπόφευκτη είναι η αναδρομή στη ρίζα του όλου προβλήματος.

  1. Η έννοια του καταναλωτή ως «τελικού αποδέκτη»

                  Ο γενικός ορισμός του άρθρου 1§4α Ν. 2251/1994 προστατεύει ως καταναλωτή κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που είναι «τελικός αποδέκτης» των αγαθών. Για να είναι κάποιος τελικός αποδέκτης, με την έννοια του νόμου, πρέπει τα αγαθά να παραμένουν και να αναλίσκονται από αυτόν, ανεξαρτήτως αν η χρήση τους από αυτόν θα γίνεται για ιδιωτικούς ή για επαγγελματικούς σκοπούς.

                  Τέτοια είναι, βεβαίως, μόνο τα αγαθά που είναι «διαφορετικά» από αυτά που ο αποκτών προωθεί στην αγορά κατά το σύνηθες αντικείμενο της επαγγελματικής του δραστηριότητας. Το αντίθετο, δηλαδή η απόκτηση αγαθών της κατηγορίας που και ο ίδιος ο αποκτών παρέχει στους δικούς του πελάτες, συνιστά πράξη που αυτός επαναλαμβάνει πολύ συχνά, γεγονός που του προσδίδει εμπειρία στο συγκεκριμένο είδος συναλλαγών, άρα και δυνατότητες αυτοπροστασίας.

                  Έτσι λ.χ. η ασφάλιση πυρός εμπορικού καταστήματος, η χρήση βάσης νομικών δεδομένων από δικηγόρο ή η προμήθεια ιατρικού μηχανήματος από οδοντίατρο εντάσσονται στο προστατευτικό πεδίο του «τελικού αποδέκτη», αφού το αποκτώμενο αγαθό δεν προωθείται περαιτέρω στην αγορά, διότι αφορά «συναλλαγές βοηθητικές (μεν) για τη συγκεκριμένη επαγγελματική δραστηριότητα,… διαφορετικές όμως από αυτό τούτο το αντικείμενό της». Αντίθετα, λ.χ. η χορήγηση δανείου σε ενεχυροδανειστή, ο οποίος με το ποσό αυτό θα χορηγήσει δάνεια στους δικούς του πελάτες, εκφεύγει του πεδίου παροχής προστασίας. Συνακόλουθα, η ελληνική νομολογία δέχεται ότι «η έννοια του καταναλωτή στη διάταξη του άρθρου 1 Ν. 2251/1994… δεν περιλαμβάνει όσους αποκτούν αγαθά προκειμένου να τα μεταβιβάσουν αυτούσια ή επεξεργασμένα, ή να παραχωρήσουν τη χρήση τους ή να τα χρησιμοποιούν για…εξυπηρέτηση τρίτου, ενώ περιλαμβάνει αυτόν ο οποίος αποκτά… το προϊόν ακόμη και για να το χρησιμοποιήσει για τις επαγγελματικές του ανάγκες, αρκούντος μόνο…ότι είναι τελικός χρήστης».

 

  1. Το ενδεχόμενο καταχρηστικής επίκλησης της ιδιότητας του καταναλωτή

                  Στην πράξη, βέβαια, εμφανίζονται και περιπτώσεις όπου ο πελάτης εντάσσεται μεν στην έννοια του «τελικού αποδέκτη», με βάση τα παραπάνω κριτήρια, χωρίς στο πρόσωπό του να συντρέχουν καταστάσεις άξιες προστασίας. Τούτο συμβαίνει λ.χ. όταν ο πελάτης διαθέτει τέτοια οικονομική επιφάνεια και οργανωτική υποδομή, ώστε να μπορεί πράγματι να διαπραγματευθεί ισότιμα τους όρους της σύμβασης με τον προμηθευτή του. Σε τέτοιες περιπτώσεις είναι αναγκαία η διορθωτική επέμβαση του δικαστή, με την παραδοχή ένστασης που υποβάλει κατ’ ΑΚ 281 ο προμηθευτής, για καταχρηστική επίκληση της ιδιότητας του καταναλωτή από τον αντίδικό του.

                  Έτσι λ.χ. κρίθηκε ότι «η επίκληση για υπαγωγή στο καθεστώς προστασίας του καταναλωτικού δικαίου, ιδιωτών επενδυτών, οι οποίοι, με γνώση και εμπειρία της αγοράς και σημαντική οικονομική επιφάνεια, ασχολούνται συστηματικά με … (χρηματοοικονομικές) συναλλαγές υψηλής οικονομικής αξίας, αποβαίνει καταχρηστική, (διότι) οι ανωτέρω υπερβαίνουν κατά πολύ το πρότυπο του μέσου αποταμιευτή ή επενδυτή και εμφανίζονται ως γνώστες του οικείου συναλλακτικού κύκλου, (άρα) δεν αποτελούν απαραίτητα το αδύνατο μέρος της συναλλαγής».

                  Ωστόσο αυτονόητο είναι ότι η καταχρηστική επίκληση της ιδιότητας του καταναλωτή από συγκεκριμένο επαγγελματικά συναλλασσόμενο πρόσωπο δεν μπορεί να εκλαμβάνεται ως αιτία γενικευμένου αποκλεισμού κάθε επαγγελματικά ενεργούντος προσώπου από τον ορισμό του άρθρου 1§4 στοιχ. α΄ του Ν. 2251/1994, όπως ατυχώς κάνουν ορισμένες δικαστικές αποφάσεις.

  1. Ο χαρακτηρισμός του λήπτη επαγγελματικού δανείου

                  Ιδιαίτερο ερμηνευτικό ζήτημα ανέκυψε για τις περιπτώσεις εκείνες όπου το αποκτώμενο αγαθό, λ.χ. ένα τραπεζικό δάνειο, προορίζεται από τη φύση του να μετασχηματισθεί από τον αποδέκτη του σε άλλα αγαθά (λ.χ. πρώτες ύλες, μηχανήματα, απασχόληση προσωπικού), τα οποία με τη σειρά τους θα οδηγήσουν στην παραγωγή προϊόντων ή στην προετοιμασία υπηρεσιών που θα καταλήξουν στους δικούς του πελάτες. Ο σχετικός προβληματισμός οδήγησε μάλιστα στο σημείο, ώστε μερίδα της νομολογίας να θεωρεί ότι «ειδικώς στο πεδίο των τραπεζικών υπηρεσιών και ιδίως της παροχής πίστωσης σε επιχειρήσεις για τις ανάγκες της επαγγελματικής τους δράσης, το κριτήριο του τελικού αποδέκτη… αποδεικνύεται ως εκ της φύσεώς του παντελώς απρόσφορο για να επιτελέσει ρόλο διάκρισης του καταναλωτή από τον μη έχοντα την ιδιότητα αυτή …». Συνακόλουθα, στο ζήτημα αυτό οι απόψεις στην ελληνική έννομη τάξη διχάστηκαν.

  1. Η καταφατική άποψη

                  Μια μερίδα της θεωρίας και της νομολογίας υποστηρίζει ότι «στις τραπεζικές συναλλαγές δύσκολα θα μπορούσε να φανταστεί κανείς παροχή πιστωτικού ιδρύματος που να μη γίνεται προς τελικό αποδέκτη», εξαιρουμένων βεβαίως των περιπτώσεων διαμεσολάβησης για περαιτέρω χρηματοδότηση, όπως λ.χ. όταν ο ίδιος ο δανειολήπτης είναι Τράπεζα που δανείζεται συνάλλαγμα από άλλη Τράπεζα με σκοπό να το δανείσει στη συνέχεια σε δικό της πελάτη. Έτσι η νομολογία έκρινε επανειλημμένα ότι η λήψη τραπεζικού δανείου από εμπορική επιχείρηση αποτελεί αγαθό βοηθητικό μεν αλλά άσχετο με το σύνηθες αντικείμενο δραστηριότητας της πιστούχου (λ.χ. εμπορία ηλεκτρονικών ειδών) και, ως εκ τούτου, η επιχείρηση αυτή είναι «τελικός αποδέκτης» των πιστωτικών υπηρεσιών της Τράπεζας και πρέπει να προστατευθεί.

  1. Η αρνητική άποψη

                  Ωστόσο άλλη μερίδα της θεωρίας και της νομολογίας αρνείται την παροχή της προστασίας του Ν. 2251/1994 στον λήπτη επαγγελματικού τραπεζικού δανείου, επικαλούμενη τον στενό ορισμό του καταναλωτή στις κοινοτικές Οδηγίες και στα ΙΔΔ κοινοτικά ή διεθνή νομοθετήματα καθώς και την αντίστοιχη νομολογία του ΔΕΚ. Με τον τρόπο αυτό στην ουσία αρνείται να εφαρμόσει τον ορισμό του καταναλωτή που επέλεξε ο έλληνας νομοθέτης στο άρθρο 1§4α Ν. 2251/1994, κρίνοντάς τον ως ανεπίτρεπτα ευρύ σε σχέση με τον ορισμό των διεθνών νομοθετημάτων. Με βάση τις επικλήσεις αυτές, οι εν λόγω αποφάσεις ελληνικών δικαστηρίων θεωρούν ότι «στις τραπεζικές συναλλαγές οι διατάξεις του Ν. 2251/1994 είναι εφαρμοστέες μόνο στον τομέα του retail banking (δηλαδή κυρίως στα στεγαστικά και προσωπικά δάνεια και στις πιστωτικές κάρτες), που από τη φύση τους δεν απευθύνονται αποκλειστικά σε …εξυπηρέτηση επαγγελματικών αναγκών». Τα επιχειρήματα που προβάλλονται από την αρνητική αυτή τοποθέτηση συνοψίζονται ως εξής:

  1. Το επιχείρημα του «ειδικού» χαρακτήρα της προστασίας

                  Οι υποστηρικτές του επικαλούνται ότι «το γράμμα του άρθρου 1§4 α΄ Ν. 2251/1994 δημιουργεί την υποψία ότι καταναλωτής θα μπορεί να είναι κάθε προμηθευόμενος,… ακόμη και μια μεγάλη ανώνυμη εταιρία που λαμβάνει πίστωση, (ενώ) είναι προφανές ότι ο νόμος δεν μπορεί να έχει τέτοιες διαστάσεις, γιατί διαφορετικά θα μετέτρεπε τις σχετικές ρυθμίσεις από ειδικό δίκαιο σε πλέγμα διατάξεων τροποποιητικών του Αστικού Κώδικα».

                  Ωστόσο, αντίθετα προς την εκφραζόμενη «υποψία», κανείς στη θεωρία και στη νομολογία δεν υποστήριξε ποτέ ότι στο γενικό ορισμό του άρθρου 1§4 α΄ εντάσσεται κάθε συναλλαγή και κάθε συναλλασσόμενος, έτσι ώστε να δικαιολογείται ο φόβος για υποτιθέμενη σιωπηρή τροποποίηση του ΑΚ. Πολύ περισσότερο η κρ.γν. αποκλείει από το πεδίο προστασίας «κάθε ενδιάμεσο κρίκο της εμπορικής αλυσίδας», δηλαδή «κάθε αποκτώντα συναφές με το επάγγελμά του αγαθό με σκοπό να το διαθέσει περαιτέρω ή να παραχωρήσει τη χρήση του σε άλλους», ενώ παράλληλα δέχεται ως ενδεδειγμένο τρόπο περιορισμού των ακροτήτων την παραδοχή της ένστασης καταχρηστικής επίκλησης της ιδιότητας του καταναλωτή από εκείνον που έχει την οικονομική και οργανωτική δυνατότητα να διαπραγματευθεί ισότιμα τη σύμβασή του.

                  Ως εκ τούτου ουδόλως ανακύπτει εδώ ζήτημα μεταβολής του «ειδικού» χαρακτήρα των σχετικών διατάξεων σε «γενικό», όπως προβάλλεται με το εν λόγω επιχείρημα, αλλά μάλλον το πρόβλημα έγκειται στην αναζήτηση του σημείου εκείνου, πέρα από το οποίο οι υποστάσεις των συναλλασσομένων δεν εμφανίζουν αξιόλογη ανάγκη προστασίας. Στο σημείο αυτό φαίνεται να εστιάζει το δεύτερο επιχείρημα της αρνητικής άποψης.

  1. Το επιχείρημα της ανυπαρξίας αναγκών προστασίας του συναλλασσόμενου στο πλαίσιο επαγγελματικής του δραστηριότητας

                  Ορισμένες δικαστικές αποφάσεις θεωρούν ως προστατευτέο μόνο «το πρόσωπο που συναλλάσσεται για μη επαγγελματικούς σκοπούς, διότι (αυτό) δεν έχει αποκτήσει τις γνώσεις, την εμπειρία και… τη διαπραγματευτική ικανότητα που έχει ο προμηθευτής… Έτσι, κριτήριο για τον χαρακτηρισμό ως καταναλωτή, πρέπει να είναι η ερασιτεχνική ιδιότητα του αποδέκτη του αγαθού... Επομένως, (δεν προστατεύονται εκείνοι που) έκαναν χρήση της παροχής της Τράπεζας για τις επαγγελματικές τους ανάγκες, που ενέχουν το στοιχείο της εκμετάλλευσης με σκοπό το κέρδος».

                  Το σκεπτικό αυτό όμως δεν επιβεβαιώνεται: Από τη μια, το στοιχείο της «εκμετάλλευσης με σκοπό το κέρδος» υπάρχει αναμφίβολα σε κάθε επιχείρηση που προμηθεύεται αγαθά υποστηρικτικά της δραστηριότητάς της (λ.χ. ηλεκτρονικό υπολογιστή), χωρίς κανείς να αμφισβητεί εκεί την ιδιότητά της ως καταναλωτή. Έτσι ορθώς ο Άρειος Πάγος είχε από μακρού επισημάνει ότι «το κριτήριο της προσδοκίας οφέλους δεν δύναται να αφαιρέσει την ιδιότητα του καταναλωτή, διότι τούτο ενυπάρχει, ως προσδοκία, σε κάθε οικονομική συναλλαγή…».

                  Από την άλλη, «ερασιτέχνης στο είδος της συγκεκριμένης συναλλαγής» δεν είναι μόνον ο προμηθευόμενος για κάλυψη ιδιωτικών αναγκών του: Μια επιχείρηση που καθημερινά πωλεί ενδύματα και, όταν χρειασθεί, συνάπτει και μια δανειακή σύμβαση με Τράπεζα, είναι αναμφίβολα «επαγγελματίας» για τους αγοραστές-πελάτες της, «ερασιτέχνης» όμως απέναντι στην Τράπεζα σε σχέση με το είδος των συναλλαγών της τελευταίας. Και τούτο διότι ως προς τις τραπεζικές συναλλαγές υπάρχουν ουσιώδεις διαφορές γνώσης, εμπειρίας και οργανωτικής υποδομής, περιορισμένη ύπαρξη εναλλακτικών λύσεων του πελάτη και γενικά ένα «χάσμα δυνατοτήτων» μεταξύ των μερών που αναμφίβολα υποδεικνύει τη συνδρομή αναγκών προστασίας του ασθενεστέρου, τη στιγμή μάλιστα που ο οικονομικός κίνδυνος, ως μέγεθος, είναι ασύγκριτα μεγαλύτερος για τον επαγγελματικά προμηθευόμενο απ’ ότι για τον ιδιώτη.

  1. Το επιχείρημα της στενής έννοιας του καταναλωτή στις κοινοτικές Οδηγίες

                  Αυτό έχει να κάνει με τη διαφορετικού βαθμού υποχρέωση εναρμόνισης των εθνικών έννομων τάξεων στην εκάστοτε κοινοτική Οδηγία (ελάχιστη εναρμόνιση ή μερική πλήρης εναρμόνιση ή ολική πλήρης εναρμόνιση). Στα ζητήματα προστασίας καταναλωτών ο κοινοτικός νομοθέτης επιλέγει συστηματικά την ενδιάμεση εξουσιοδοτική βάση των παλαιών άρθρων 95§§3 επ. και 153§3 εδ. α΄ ΣΕΚ (ήδη 114§3 και 169§2 εδ. α΄ ΣΛΕΕ), η οποία επιτρέπει επιλογή διαφορετικής μεθόδου εναρμόνισης για κάθε ζήτημα ρύθμισης.

                  Ως εκ τούτου, σε όποια Οδηγία ή για όποια ζητήματα μιας Οδηγίας δεν ορίζεται κάτι σχετικά με την έκταση της δεσμευτικότητάς της για τα κράτη μέλη, η γενικώς ισχύουσα «αρχή της επικουρικότητας», η οποία κατανέμει την άσκηση αρμοδιοτήτων μεταξύ Ένωσης και κρατών μελών, αναδεικνύει ως υπέρτερο τον κανόνα της ελάχιστης εναρμόνισης. Στις περιπτώσεις αυτές ούτε η θέσπιση των κοινοτικών Οδηγιών εμποδίζει διευρύνσεις του πεδίου παροχής προστασίας εκ μέρους της εθνικής νομοθεσίας, ούτε η ερμηνεία τους από το ΔΕΚ αίρει τη δυνατότητα των εθνικών δικαστηρίων να ερμηνεύουν διασταλτικά το δίκαιο της χώρας τους, πολύ δε περισσότερο να εφαρμόζουν το δίκαιο αυτό όταν περιέχει ορισμούς ευρύτερους του κοινοτικού.

                  Χαρακτηριστικό είναι, μάλιστα, ότι οι αποφάσεις του ΔΕΚ που ερμηνεύουν τον στενό ορισμό του καταναλωτή σε Οδηγίες ή ζητήματα ελάχιστης εναρμόνισης δεν αποφαίνονται ότι απαγορεύεται στον εθνικό δικαστή να εφαρμόσει τον τυχόν ευρύτερο ορισμό του εσωτερικού δικαίου της χώρας του, αλλά ότι η αληθής έννοια της Οδηγίας δεν υποχρεώνει τον εθνικό δικαστή, που αντιμετωπίζει έναν στενό εγχώριο ορισμό, να τον ερμηνεύσει διασταλτικά και να επεκτείνει την προστασία σε πρόσωπα που δεν καταλαμβάνονται από το κοινοτικό δίκαιο.

                  Ως εκ τούτου, η επίκληση των αποφάσεων αυτών του ΔΕΚ από την εδώ αποκρουόμενη αρνητική άποψη δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι υποστηρίζει πειστικά τον ισχυρισμό περί υποτιθέμενης ασυμβατότητας του ελληνικού ορισμού του καταναλωτή προς το κοινοτικό δίκαιο.

  1. Το επιχείρημα της στενής έννοιας του καταναλωτή στα ΙΔΔ νομοθετήματα

                  Το τελευταίο επιχείρημα της αρνητικής άποψης επικαλείται τη συσταλτική ερμηνεία από το ΔΕΚ της έννοιας του καταναλωτή στις Συμβ. Βρυξελλών και Ρώμης (ήδη Καν. «Βρυξ Ι» και «Ρώμη Ι») καθώς και στη Σύμβ. Λουγκάνο, υποστηρίζοντας, με βάση αυτήν, την ανάγκη συσταλτικής ερμηνείας και του ορισμού του καταναλωτή στο άρθρο 1§4α Ν. 2251/1994. Το επιχείρημα αυτό φαίνεται να έχει επηρεάσει καταλυτικά τη μερίδα της ελληνικής νομολογίας που δέχεται την αρνητική άποψη, ιδίως λόγω του κύρους που αποπνέουν οι αποφάσεις του ΔΕΚ.

                  Από μια μελέτη σύγκρισης, όμως, αναδεικνύεται ο αυτόνομος και αυστηρά ενοποιητικός χαρακτήρας της ερμηνείας των εν λόγω διεθνών νομοθετημάτων, ως κανόνων άμεσης εφαρμογής και αποκλειστικής ισχύος, στοιχείο που περιορίζει την εμβέλεια της ερμηνείας τους αποκλειστικά μέσα στα όρια του υποκειμενικού και αντικειμενικού πεδίου εφαρμογής τους. Έτσι καθίσταται σαφές ότι η μεταφορά ερμηνευτικών συμπερασμάτων από τον χώρο του ΙΔΔ στο ουσιαστικό εθνικό δίκαιο δεν συνιστά πρόσφορο ούτε και επιτρεπτό μέσο για την αντιμετώπιση ερμηνευτικών ζητημάτων σχετικά με το εύρος της έννοιας του καταναλωτή στην ελληνική έννομη τάξη.

                  Στο ίδιο συμπέρασμα είχε καταλήξει από μακρού και ο Άρειος Πάγος, επισημαίνοντας ότι «(οι αντιλήψεις του άρθρου 13 των Συμβ. Λουγκάνο και Βρυξελλών...) για τα περί ασθενεστέρου ή μη μέρους αποτελούν (αυτόνομες) εκτιμήσεις και επιλογές του συντάκτη (τους)… (Ως εκ τούτου) είναι σαφές ότι ο ν. 2251/1994, καθ’ ό μέρος διευρύνει την έννοια του καταναλωτή πέραν του ορίου προστασίας της Συμβάσεως Βρυξελλών, δηλαδή καθ’ ό μέρος θεωρεί “καταναλωτή” και τον επαγγελματικώς δρώντα τελικό χρήστη, δεν απηχεί παρά μόνον εθνικό δίκαιο… (Άρα) εν προκειμένω η αναιρεσείουσα δεν έχει μεν την ιδιότητα του “καταναλωτή” κατά τη Σύμβαση του Λουγκάνο, ούτε κατά το κοινοτικό δίκαιο, ενώ έχει την ιδιότητα του καταναλωτή κατά το εσωτερικό δίκαιο».

  1. Η έννοια του καταναλωτή μετά την ΟλΑΠ 13/2015

                  Όμως, ενόψει των συνεχιζόμενων διακυμάνσεων της νομολογίας μεταξύ των απόψεων που προεκτέθηκαν, ευλόγως το Α2 Τμήμα του Αρείου Πάγου με την 1332/2012 απόφασή του, αφού επιλήφθηκε μιας σειράς λόγων αναιρέσεως κατά της ΕφΠειρ 775/2009, έκρινε το ζήτημα της ερμηνείας του άρ. 1 παρ. 4 ν. 2251/1994 αναφορικά με το εύρος της έννοιας του καταναλωτή ως γενικότερου ενδιαφέροντος και, για το λόγο αυτό, κάνοντας χρήση της δυνατότητας του άρ. 563 παρ. 2 εδ. β΄ ΚΠολΔ, παρέπεμψε το ερώτημα στην Ολομέλεια. Η προσφάτως εκδοθείσα επ’ αυτού ΟλΑΠ 13/2015 υιοθετεί πλήρως την καταφατική άποψη, θεμελιώνοντας την κρίση της με τις ακόλουθες παραδοχές:

  1. Ότι ο θεσπισμένος με ν. 2251/1994 γενικός ορισμός του καταναλωτή διεύρυνε συνειδητά, όπως προκύπτει και από την εισηγητική του έκθεση, τον κύκλο των προστατευτέων προσώπων, στηριζόμενος στην αξιολογική εκτίμηση του έλληνα νομοθέτη ότι ο προϊσχύσας στενός ορισμός του ν. 1961/1991, που υιοθετούσε τον ομοίως στενό ορισμό των συναφών κοινοτικών Οδηγιών, «απέκλειε (αδικαιολόγητα) ευρύτατες κατηγορίες καταναλωτών».
  2. Ότι «η διεύρυνση αυτή δεν είναι αντίθετη (στο άρθρο 8 της Οδηγίας 93/13 για τους γοσ, διότι αυτό, προβλέποντας ότι) “τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν ή να διατηρούν… αυστηρότερες διατάξεις … (για) μεγαλύτερη προστασία του καταναλωτή” επιτρέπει στον εθνικό νομοθέτη τη διεύρυνση της έννοιας του καταναλωτή και, πάντως, δεν απαγορεύει σ’ αυτόν τη θέσπιση όμοιας προστασίας… και υπέρ προσώπων που δεν είναι καταναλωτές κατά την έννοια … της Οδηγίας. Έτσι, από το γεγονός ότι ο κοινοτικός νομοθέτης επέλεξε έναν στενότερο ορισμό του καταναλωτή στην παραπάνω, ελάχιστης εναρμόνισης, Οδηγία, δεν παραμερίζεται ο ευρύτερος ορισμός της εγχώριας ρύθμισης…».
  3. Ότι «από την ευρεία… διατύπωση του άρθρου 1 παρ. 4 περ. α΄ ν. 2251/1994, δεν συνάγεται οποιαδήποτε πρόθεση του νομοθέτη να αποκλείσει από το πεδίο εφαρμογής του νόμου τις (τραπεζικές) συναλλαγές».
  4. Ότι, ακόμη, «οι συνήθεις τραπεζικές υπηρεσίες, μεταξύ των οποίων και η χορήγηση δανείων και πιστώσεων, απευθύνονται πάντοτε στον τελικό αποδέκτη τους, αποκλείοντας το στάδιο της περαιτέρω μεταβίβασής τους…, ακόμη και αν αυτός είναι έμπορος ή επαγγελματίας και χρησιμοποιεί αυτές για την ικανοποίηση επιχειρηματικών ή επαγγελματικών του αναγκών… Έτσι στην προστασία του ν. 2251/1994 υπάγονται όχι μόνο οι τραπεζικές υπηρεσίες που από τη φύση τους απευθύνονται σε ιδιώτες πελάτες για την εξυπηρέτηση προσωπικών τους αναγκών, αλλά και αυτές που απευθύνονται σε επαγγελματίες, όπως η χορήγηση δανείων και πιστώσεων για την εξυπηρέτηση επαγγελματικών αναγκών…».
  5. Ότι, τέλος, στην περίπτωση αυτή, «δεν αποκλείεται η εφαρμογή του άρθρου 281 ΑΚ, μετά από υποβολή σχετικής ένστασης από την τράπεζα, κάθε φορά που η επίκληση της ιδιότητας του καταναλωτή εμφανίζεται ως καταχρηστική, όπως συμβαίνει όταν ο δανειολήπτης δεν υφίσταται έλλειμμα αυτοπροστασίας, διότι διαθέτει εμπειρία στο συγκεκριμένο είδος συναλλαγών ή έχει τέτοια οικονομική επιφάνεια και οργανωτική υποδομή, ώστε να μπορεί να διαπραγματευθεί ισότιμα τους όρους της δανειακής του σύμβασης».