Το Μέλλον του Λογισμικού Αναγνώρισης DNA στο Δικαστήριο

Επιμέλεια κειμένου από την Kelly B. Cullen

Ο προσκεκλημένος αρθρογράφος της ιστοσελίδας JURIST, John Buckleton, από το Ινστιτούτο Περιβαλλοντικής Επιστήμης και Έρευνας της Νέας Ζηλανδίας, αναφέρεται στο μέλλον του λογισμικού αναγνώρισης DNA στο δικαστήριο.

Κάθε άνθρωπος που έχει δει CSI, μπορεί να πει ότι το DNA είναι καθιερωμένο ως ο χρυσός κανόνας όσον αφορά την εξιχνίαση εγκλήματος. Συνδέοντας τα μικροσκοπικά κομμάτια των στοιχείων DNA, οι εγκληματολόγοι είναι σε θέση να βρουν αδιαμφισβήτητες αποδείξεις, οι οποίες συνδέουν τους «κακούς» με το έγκλημα ή ελευθερώνουν τους «καλούς» που βρέθηκαν σε λάθος μέρος τη λάθος στιγμή, όλα μέσα σε μία ώρα, έτσι ώστε η ομάδα του CSI να ετοιμαστεί για το επεισόδιο της επόμενης εβδομάδας.

Μακάρι να ήταν τόσο απλό και στην πραγματική ζωή. Αν και κανείς δεν αμφισβητεί τη σημασία του DNA για τον επιτυχημένο εντοπισμό των εγκληματιών ή την εξέταση υπόπτων, η πραγματική διαδικασία συλλογής και αποκρυπτογράφησης στοιχείων DNA είναι πολύ πιο περίπλοκη. Τα δείγματα χαμηλής ποιότητας ή τα μερικά προφίλ που περιέχουν αποδομημένο DNA, μπορεί να παρουσιάσουν τεράστιες προκλήσεις στην ανακατασκευή της σκηνής του εγκλήματος και στην αναγνώριση των ατόμων που ήταν ή δεν ήταν εκεί. Είναι επίσης πιθανό, να μπερδέψουν μείγματα DNA που περιέχουν γενετικά δεδομένα από περισσότερα από δύο άτομα, ειδικά εάν κάποια από αυτά έχουν συγγενική σχέση μεταξύ τους.

Πέρα από τα ζητήματα που είναι εγγενή στην προσπάθεια αποκρυπτογράφησης και ερμηνείας περίπλοκων δειγμάτων DNA, θα πρέπει να εξετασθεί και ο ανθρώπινος παράγοντας. Τα εσφαλμένα δείγματα DNA, η λανθασμένη ερμηνεία των αποτελεσμάτων των δοκιμών, η ακούσια μεταφορά κυτταρικού υλικού ή DNA από το ένα δείγμα στο άλλο, μπορεί να οδηγήσουν σε ψευδή αποτελέσματα αντιστοιχίας DNA.

Το συμπέρασμα είναι ότι, ενώ η εγκληματολογική εξέταση DNA είναι εξαιρετικά αξιόπιστη, έχει ορισμένες αδυναμίες. Όπως κάθε διαδικασία που περιλαμβάνει ανθρώπινη αλληλεπίδραση και κάποιο βαθμό υποκειμενικής λήψης αποφάσεων, οι δοκιμές DNA δεν είναι, ούτε έχουν υπάρξει ποτέ, εντελώς σωστές.

Πού μας οδηγεί λοιπόν αυτό, όταν πρόκειται για τη σχετικά πρόσφατη εισαγωγή εξελιγμένου εγκληματολογικού λογισμικού αναγνώρισης DNA, το οποίο χρησιμοποιεί εξελιγμένα βιολογικά μοντέλα και αλγόριθμους για την ερμηνεία προφίλ DNA;

Το λογισμικό αναγνώρισης DNA που χρησιμοποιείται στην εγκληματολογία, έχει βελτιώσει σημαντικά την ικανότητα ερμηνείας δειγμάτων DNA κακής ποιότητας, αποδομημένου ή μεικτού, με πολύ υψηλότερο βαθμό ταχύτητας και ακρίβειας από ό,τι ήταν δυνατό παλιότερα. Τα δεδομένα από τις δοκιμές DNA μπορούν τώρα να μεταδοθούν και να ελεγχθούν μέσω μιας σειράς μοντέλων πιθανοτήτων, χρησιμοποιώντας περισσότερες πληροφορίες από ένα προφίλ DNA. Τα αποτελέσματα μπορούν στη συνέχεια να συγκριθούν με ένα ή περισσότερα ενδιαφερόμενα πρόσωπα και στη συνέχεια, να υπολογιστεί ένας λόγος πιθανοφανειών, ο οποίος θα έχει αναλογιστεί και ένα ποσοστό σύμπτωσης. Αυτό τελικά χρησιμοποιείται για την ανάλυση πολύπλοκων μειγμάτων DNA, τα οποία προηγουμένως θεωρούνταν πολύ περίπλοκο να αναλυθούν, με υψηλό πλέον βαθμό αξιοπιστίας στην εγκυρότητά τους.

Δεν αποτελεί έκπληξη, το γεγονός ότι ορισμένοι δικηγόροι εκφράζουν την ανησυχία ότι το λογισμικό αναγνώρισης DNA είναι πολύ καινούργιο, για να μπορεί κάποιος να βασιστεί στα αποτελέσματα που παράγει. Αναφερόμενοι στα πρότυπα Daubert ή Frye-Mack, ορισμένοι εισαγγελείς και δικηγόροι έκριναν ότι το εγκληματολογικό λογισμικό δεν ανταποκρίνεται στη γενική δοκιμή αποδοχής. Θέτουν επίσης ερωτήματα, σχετικά με το εάν έχουν επικυρωθεί ανεξάρτητα και υπόκεινται σε αξιολόγηση από ομότιμους ειδικούς.

Μέχρι σήμερα, τα δικαστήρια έχουν απορρίψει τέτοιους ισχυρισμούς. Δύο υποθέσεις στο Μίσιγκαν του 2017, (Μίσιγκαν εναντίον Burns και Μίσιγκαν εναντίον Smith) έκριναν ότι ένα τόσο εξελιγμένο εγκληματολογικό λογισμικό αναγώρισης DNA, STRmix ™, ικανοποιεί όλες τις εκτιμήσεις του Daubert. Έχει, δηλαδή, υποβληθεί σε αυστηρούς ελέγχους, είναι επικυρωμένο με την επιφύλαξη αξιολόγησης από ομότιμους ειδικούς και είναι γενικά αποδεκτό από την επιστημονική κοινότητα, καθώς και από ομοσπονδιακά και κρατικά δικαστήρια.

Ομοίως, το δικαστήριο αποφάνθηκε στην υπόθεση Μινεσότα εναντίον Edwards ότι το ίδιο λογισμικό είναι γενικά αποδεκτό στη σχετική επιστημονική κοινότητα κι επομένως, είναι αποδεκτό στα δικαστήρια της Μινεσότα. Ένας δικαστής του Περιφερειακού Δικαστηρίου των ΗΠΑ στο Νέο Μεξικό αποφάσισε, στην υπόθεση ΗΠΑ εναντίον Russell, ότι το STRmix ™ «έχει ελεγχθεί για τον συγκεκριμένο σκοπό, ότι τέτοιες δοκιμές έχουν αξιολογηθεί από ομότιμους ειδικούς κι έχουν δημοσιευθεί σε επιστημονικά περιοδικά, καθώς και ότι οι αναλύσεις βασίζονται σε υπολογισμούς που θεωρούνται αξιόπιστοι στον κλάδο».

Οι υπολογισμοί αυτοί, χρησιμοποιούν μοντέλα πιθανοφανειών και τις μεθόδους Markov Chain Monte Carlo (MCMC) που χρησιμοποιούνται από τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά και σήμερα σε όλους τους κλάδους (από την υπολογιστική βιολογία και την πρόβλεψη καιρού έως και τη φυσική, τη μηχανική και το χρηματιστήριο).

Όπως αναφέρει και η απόφαση των δικαστηρίων, πολυάριθμες επιστημονικές μελέτες σχετικά με το εξελιγμένο λογισμικό αναγνώρισης DNA έχουν δημοσιευθεί σε επιστημονικά περιοδικά. Επιπλέον, έχουν διεξαχθεί εσωτερικοί έλεγχοι εγκυρότητας από όλα τα εργαστήρια, όπως απαιτείται από τον οργανισμό πιστοποίησης. Τόσο η Διεθνής Εταιρεία για την Ιατροδικαστική Γενετική όσο και η Επιστημονική Ομάδα Εργασίας για τη Μέθοδο Ανάλυσης DNA (SWGDAM) έχουν δώσει κατευθυντήριες γραμμές για την επικύρωση λογισμικού πιθανολογικής γονοτυπίας.

Μια άλλη κατηγορία που αναφέρθηκε από ορισμένους δικηγόρους, σχετίζεται με την άρνηση ορισμένων προγραμματιστών να αποκαλύψουν τον πηγαίο κώδικα και τους αλγόριθμους που χρησιμοποιούν στο λογισμικό τους. Οι δικηγόροι υποστηρίζουν πως είναι αδύνατο να ελεγχθούν και να αμφισβητηθούν οι λύσεις που παρέχονται από το λογισμικό αναγνώρισης DNA, εφόσον δεν υπάρχει εξήγηση ή κατανόηση του τρόπου λειτουργίας του.

Τα δικαστήρια έχουν διχαστεί σε μεγάλο βαθμό, σχετικά με το θέμα αυτό. Στην υπόθεση People εναντίον Chubbs, μια υπόθεση δολοφονίας εν ψυχρώ στην Καλιφόρνια τη δεκαετία του 1970, το δικαστήριο αποφάσισε ότι ο Chubbs δικαιούταν να εξετάσει τον πηγαίο κώδικα με εντολή προστασίας. Ωστόσο, η απόφαση αυτή ανατράπηκε κατόπιν ένστασης το 2015, με το δικαστήριο να κρίνει ότι οι λόγοι που ανέφερε ο Chubbs ώστε να έχει πρόσβαση στον πηγαίο κώδικα, ακόμη και με εντολή προστασίας, δεν υπερτερούσαν της προστασίας εμπορικών μυστικών.

Ομοίως τον Ιανουάριο του 2017, το δικαστήριο στην υπόθεση Ουάσιγκτον εναντίον Fair, μια υπόθεση ανθρωποκτονίας στο Σιάτλ, έκρινε ότι «δεν ήταν πεπεισμένο πως μια ανάλυση του πηγαίου κώδικα είναι απαραίτητη για να καθοριστεί, εάν το TrueAllele (το εγκληματολογικό λογισμικό αναγνώρισης DNA που χρησιμοποιήθηκε στην υπόθεση) είναι αξιόπιστο… Η μαρτυρία σε αυτή την υπόθεση από εμπειρογνώμονες του κράτους, αλλά και της υπεράσπισης, αποδεικνύει ότι οι επιστήμονες μπορούν να επιβεβαιώσουν την αξιοπιστία του TrueAllele χωρίς πρόσβαση στον πηγαίο κώδικα».

Εντούτοις, στη Νέα Υόρκη ένας ομοσπονδιακός δικαστής απασφάλισε τον πηγαίο κώδικα για το ίδιο πρόγραμμα λογισμικού στην υπόθεση Κράτος εναντίον Johnson, αφού ο οργανισμός ερευνητικής δημοσιογραφίας ProPublica κατέθεσε ένα αίτημα, υποστηρίζοντας πως υπήρχε δημόσιο συμφέρον στον κώδικα.

Δεδομένου ότι δεν υπάρχει συναίνεση μεταξύ των δικαστηρίων, ορισμένοι προγραμματιστές λογισμικού αποκαλύπτουν τον κώδικά τους βάσει συμφωνιών περί της τήρησης του απορρήτου. Άλλα λογισμικά αναγνώρισης DNA είναι ανοικτού κώδικα, καθιστώντας τον κώδικα και τους αλγορίθμους τους εύκολα διαθέσιμους για έρευνα και μετατροπή από άλλους χρήστες. Σε κάθε περίπτωση ωστόσο, οι αξιόπιστοι προγραμματιστές συνιστούν στους χρήστες να συμμετέχουν σε μια εκτεταμένη εκπαίδευση χρηστών, ώστε να διασφαλίσουν ότι δεν καταλαβαίνουν μόνο πώς λειτουργεί το λογισμικό, αλλά και πώς να παρουσιάζουν σωστά τα αποτελέσματά του στο δικαστήριο.

Είναι σχεδόν σίγουρο ότι αυτά και άλλα νομικά ζητήματα θα συνεχίσουν να προκύπτουν σχετικά με το λογισμικό αναγνώρισης DNA. Είναι φυσικό να συμβαίνει σε οτιδήποτε καινούργιο παρουσιάζεται στα δικαστήρια. Το συμπέρασμα λοιπόν, είναι ότι το εξελιγμένο εγκληματολογικό λογισμικό αναγνώρισης DNA αντιπροσωπεύει μια τεράστια κανοτομία, η οποία, όταν χρησιμοποιείται σωστά, μπορεί να ανιχνεύσει εγκληματική δραστηριότητα και να παρουσιαστεί σε δικαστικές διαδικασίες με υψηλό βαθμό αξιοπιστίας στην εγκυρότητα των ευρημάτων της.

Ο John Buckleton είναι διακεκριμένος εγκληματολόγος, ο οποίος έχει εργαστεί εκτενώς στον κλάδο του DNA ως μέλος του Ινστιτούτου Περιβαλλοντικής Επιστήμης και Έρευνας της Νέας Ζηλανδίας. Είναι ένας από τους δημιουργούς του STRmix ™, ενός εξεζητημένου λογισμικού που χρησιμοποιείται για την επίλυση μεικτών προφίλ DNA που προηγουμένως θεωρούνταν πολύ περίπλοκα για να αναλυθούν.

*Η μετάφραση έγινε από τη Βαλεντίνα Κουμούλου, προπτυχιακή φοιτήτρια στο Τμήμα Ξένων Γλωσσών, Μετάφρασης και Διερμηνείας Κέρκυρας. (www.jurist.org)

Αναστασία Λιτζερίνου

Προπτυχιακή φοιτήτρια Τμήματος Ξένων Γλωσσών, Μετάφρασης και Διερμηνείας στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο, που πιστεύει ότι η καλύτερη σειρά είναι το Stranger Things.