Το Ποινικό Δίκαιο χρειάζεται διορθώσεις, όχι καταιγισμό τροποποιήσεων

*του Ερμή Παπουτσή, Δικηγόρου Πατρών

Μετά από 68 και πλέον χρόνια και αλλεπάλληλες νομοθετικές μεταβολές το Ποινικό Δίκαιο επανακωδικοποιείται, επιφέροντας αλλαγές τις οποίες όλοι οι συλλειτουργοί του θεσμού που καλείται Ποινική Δικαιοσύνη καλούμαστε να εντάξουμε στα αντανακλαστικά μας.

Από την ημέρα που ξεκίνησε η δημόσια διαβούλευση επί του Σχεδίου του νέου Ποινικού Κώδικα και κατά κύριο λόγο από την ημέρα που εισήχθη προς συζήτηση στη Βουλή έχει επικρατήσει ένας αναβρασμός και έχει ανοίξει ένας διάλογος ο οποίος διακατέχεται από κινδυνολογία και σε κάποιες περιπτώσεις από υστεροβουλία. Μια πιο ψύχραιμη προσέγγιση επιτρέπει τις εξής καταγραφές.

Ήταν δεδομένη η ανάγκη της επανακωδικοποίησης του Ποινικού Δικαίου καθώς ο, μέχρι τις 30.6, ισχύων Κώδικας παρά την αρτιότητά του, σε ορισμένες διατάξεις του πρόδιδε την ηλικία του. Παραδείγματος χάριν διατάξεις όπως αυτή της ακούσιας απαγωγής γυναίκας ή της απατηλής διέγερσης σε μετανάστευση καθίστανται άνευ ουσίας στο ποινικό δίκαιο του 21ου αιώνα. Αφουγκραζόμενος ο νομοθέτης αυτήν την ανάγκη εκσυγχρονισμού και εναρμόνισης του ποινικού δικαίου με αυτό της ένωσης, καθιερώνει στενότερα πλαίσια ποινής στα κακουργήματα που προβλέπεται πρόσκαιρη κάθειρξη (5-15 αντί 5-20 έτη) και μειώνει τις περιπτώσεις επιβολής της ισοβίου καθείρξεως ενώ σε όποιες περιπτώσεις παραμένει προβλέπεται διαζευκτικά αντί της πρόσκαιρης κάθειρξης τουλάχιστον 10 ετών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το αδίκημα της ανθρωποκτονίας σε ήρεμη ψυχική κατάσταση όπου προβλέπεται για πρώτη φορά η δυνατότητα επιβολής πρόσκαιρης κάθειρξης τουλάχιστον 10 ετών, προφανώς σε μια προσπάθεια αναλογίας ποινής και δράστη. Δίνεται δηλαδή η δυνατότητα στον Δικαστή επιβολής μια πιο εξορθολογισμένης ποινής, όταν δεν έχει να κάνει με τον λεγόμενο «ψυχρό» δολοφόνο, χωρίς να αναγκάζεται να «εφευρίσκει» ελαφρυντικές περιστάσεις εκεί που συνήθως δεν υπάρχουν. Και βέβαια δεν μπορεί παρά να χαιρετηθεί η κατάργηση του αναχρονιστικού νόμου 1608/1950 «περί καταχραστών του Δημοσίου».

Στον αντίποδα, προβληματισμός δημιουργείται από την κατάργηση δύο διακεκριμένων περιπτώσεων του αδικήματος της κλοπής, ήτοι της κατ’επάγγελμα τέλεσης και από δράστες ενωμένους. Ειδικά σε μια περίοδο που τα αδικήματα κατά της περιουσίας βρίσκονται σε έξαρση, θα περίμενε κανείς ότι μάλλον θα αυστηροποιείτο το πλαίσιο ποινής παρά την υποβάθμιση του αδικήματος σε πλημμέλημα. Τέλος, με την καθιέρωση ως εκτιτέων των ποινών φυλάκισης από 3-5 έτη υφέρπουν παγίδες με την εφαρμογή της διάταξης, δεδομένου του ήδη υφιστάμενου σοβαρού προβλήματος του υπερπληθυσμού των φυλακών.

Σε κάθε περίπτωση δεν πρέπει να αγνοούμε το γεγονός ότι το Ποινικό Δίκαιο αποτελεί έναν ζωντανό οργανισμό και κατά συνέπεια υπάρχει πάντα η δυνατότητα «διορθωτικών» επεμβάσεων για όποιες αστοχίες εντοπιστούν στην πράξη, με την ευχή να αποφευχθεί αυτή τη φορά ο καταιγισμός τροποποιήσεων.