Του Γραμματέα το ωράριο....

Κάθε φορά, που έχω ποινικό ακροατήριο, σκέφτομαι 3 πράγματα: α) Θα είναι διαβασμένη η έδρα και θα ξέρει την υπόθεση ή θα την έχει ξεπετάξει στο φτερό την προηγουμένη; β) Παίζει να δω κάποια πρώην μου εκεί πάνω και να πληρώσω ένα ένα όλα τα σπασμένα μου, που επιτυχώς εγλίτωσα τόσο καιρό ή ου; Και γ) η γραμματέας θα τηρήσει “ωράριο” ή όχι;

“Ωράριο γραμματέα’, αυτή η μάστιγα… Ξέρετε όλοι για ποιο πράγμα μιλάω… Όλοι έχουμε φύγει από την αίθουσα πετώντας εξαπτέρυγα δεξά και αριστερά σε ανυποψίαστους του χώρου και βλοσυρές ματιές σαν του Χάρου (αν και ο Χάρος δεν έχει μάτια, ούτε ψυχή, αλλά λέμε τώρα, το φίλινγκ πάντως το πιάνετε και αυτό μετράει) ακόμη και στις ρωγμές του τσιμέντου στα πατώματα της Ευελπίδων.

Λίαν προσφάτως, φίλτατοι, βρέθηκα για μια υπόθεση σε ένα Μονομελές Πλημμελειοδικείο της Αθήνας. Είχα αριθμό πινακίου 18. 18 σε Μονομελές.  Εγκλήματα: το εν εξ αυτών παραγεγραμμένο, το έτερο ήταν ανυπόστατο. Στα πινάκια πριν το δικό μου ήταν κάτι ψευτοεγκληματάκια του συρμού. Θεώρησα (μεγαλύτερο λάθος δεν έχω κάνει, πλην εκείνης της φοράς που έφαγα όλα τα σαραγλί από το ψυγείο και η μαμά μου περίμενε κόσμο, οπότε πρόσφερε μερικούς κατακεφάλους στο κορμί μου) ότι θα δικάσω. Πόσο λάθος έκανα… Γιατί;; Επειδή την ημέρα εκείνη, δεν υπολόγισα καθόλου το “ωράριο γραμματέα”. Ε και ευλόγως θα μου πει κάποιος εξ υμών: “Και γιατί να το σχολιάσεις αυτό ρε μάστορα; Δικαίωμά του δεν είναι;” Ναι, παίχτη μου, δικαίωμά του είναι αν το κάνει 14:55, όχι 14:32. Ναι αδελφέ και αδελφή ημών, καλά διάβασες, 14:32.

Εν τάχει θα σας πω ότι απλώς με το που πήγε 14:26 και ήταν το νούμερο 17, ανεφώνησα 3 εσωτερικά ζήτω για το ότι θα δικάσω. 14:31 τελειώνει το 17 (ήταν αίτημα αναβολής) και 14:32 παίρνω μια βαθιά ανάσα, ως άλλος Νοσφιστής[1] πριν κάψει το Ντέιλ[2], για να ξεκινήσω να μιλάω. Εκεί, η κυρία Πρόεδρος με σταματά και μου ανακοινώνει ότι η κ. Γραμματέας θα τηρήσει ωράριο. Ξαφνισμένος την κοιτώ και αυθόρμητα τελείως απαντάω: “E, και; 14:32 είναι κ. Πρόεδρε!!! Έχουμε μισή ώρα ακόμη μπροστά μας και η υπόθεσή μου δεν θα κρατήσει πάνω από 10 λεπτά.”

Εκείνη τη στιγμή, με κοιτά η γραμματέας φανερά ενοχλημένη με υφάκι “τώρα θα δεις δικηγοράκι”. Απευθυνόμενη στην Πρόεδρο λέει: “Κ. Πρόεδρε εγώ θα τηρήσω ωράριο”. Ω να σου γα…λβανίσω τα ενώτια. Τι μαγκιά είναι αυτή;;; Το “θα τηρήσω ωράριο” σημαίνει άντε τα κλείσαμε από τις 14:30, σχολάσαμε, γιόλο; Για κάτσε ρε φιλενάδα ένα μινούτο[3]. Τι έγινε εδώ; Φυσικά, και αντιτάχθηκα και είπα ότι αυτά τα πράγματα δεν είναι δυνατόν να συμβαίνουν, μπλα μπλα μπλα… Αυτό άκουσε η έδρα, μπλα μπλα μπλα. Ειδικά όταν ενοχλημένος είπα στην Πρόεδρο “στην κρίση σας κ. Πρόεδρε, αν πρέπει το δικαστήριό σας να διακόψει τη συνεδρίασή του τις 14:30 για αναβολές.” Και εδώ έρχεται η ΑΝΑΤΡΟΠΗ!!! Φαίνεται κάποια ευαίσθητη χορδή ακούμπησα και ρε φίλε, κόντρα σε όλα τα προγνωστικά, και παρά την ένταση, έγινε η επιθυμία πραγματικότητα…. Της Γραμματέως εννοείται…. Διέκοψε 14:32 για να δώσει αναβολές. ΡΕ ΑΚΟΥΤΕ, ΡΕ;;; Εν ολίγοις, ήμουν σαν χαρτάκι από τσίχλα που μου φτύσανε την τσίχλα μέσα και μετά με πετάξανε στο δρόμο… Έτσι ένιωσα.

Δύο λόγια μόνο αγαπητή Γραμματέα: Δεν φτάνει που εξυπηρετείς δικηγόρους αυστηρά 10:00-13:00, λεπτό νωρίτερα ή αργότερα, δεν φτάνει που αντί να είσαι 200% στη δουλειά σου εκείνο το 3ώρο, μπορεί να παίζεις πασιέτζα και να ενοχληθείς αν έρθω να πάρω αντίγραφα δικογραφίας, δε φτάνει που με αντιμετωπίζεις ως σκουπίδι, δε φτάνει που έχεις ύφος 32.000 καρδιναλίων, δεν φτάνει που 15:00 βρέξει χιονίσει φεύγεις από τη δουλειά και πας σπίτι, δε φτάνει που καπνίζεις μέσα στο γραφείο, δε φτάνει που μπορείς να βρεις μια απύθμενης φαντασίας δικαιολογία για να με αναπέμψεις σε άλλη Γραμματέα, δεν φτάνει που δεν ακούς τι λέω και μου δίνεις άλλα αντί άλλων, έρχεσαι μέσα στην αίθουσα και μου δείχνεις και εκεί ασέβεια. Γιατί; Θες να ξεκινήσω και εγώ τα τυπικά; Θες να σου χαλάσω τη βολή με αναφορές, τσακωμούς και τα συναφή; Γιατί μου κάνεις τη ζωή δύσκολη; Γιατί να δώσεις αναβολές από τις 14:32; Θα ζοριστείς πολύ αν πάει 15:08 και φύγεις από την Ευελπίδων; Α, θα κόψει το αυγολέμονο, ε; Χμ…  Εντάξει, συγγνώμη τότε για την αγένειά μου.

Να ξέρεις όμως ότι την επόμενα φορά, η αγόρευσή μου θα είναι σαν να τρώω πέτρες, πασπαλισμένες με σιρόπι για να κολλάει, παντεσπάνι και θα μιλάω με ταχύτητα 312 χιλιομέτρων την ώρα. Και ό,τι πρόλαβες να γράψεις, πρόλαβες. Δεν έχει “πιο αργά και καθαρά κ. Συνήγορε για να προλαβαίνει η Γραμματέας…” Ντρίτα και σταράτα. Δεν με νοιάζει. Πάρε αυτό το πράμα που μετράει το σεισμό και γράφε. Αν θες να παίξεις με τους όρους τους δικούς σου, θα εισαγάγω και εγώ δικούς μου. Και αν το παίξεις ακόμη πιο δύσκολη, θα βάλω το φίλο μου τον Παρασκευά το ντούκι να μου αστράψει 2 κατακεφάλους και να πρηστεί ο στόμας μου σε σημείο να μιλάω σαν το Μπαλμπόα μετά από τον αγώνα με το Ρώσο. Αυτά. Γεια σου τώρα.

 

(Υ.Γ.1 Το παρόν είναι χιουμοριστικό – φανταστικό κείμενο και ουδένα λόγο έχει να θίξει πρόσωπα ή τη Δικαιοσύνη. ΚΑΝΩ ΠΛΑΚΑ. Εξηγούμαι για να μην παρεξηγηθώ στην πορεία.)

[Υ.Γ.2 Μπορεί και όχι (και αυτό χιουμοράκι είναι)]

 

*Ο Αντώνιος Ζαπάντης είναι Δικηγόρος Αθηνών.

 

[1] Ο σφετεριστής Δράκος του θρόνου της Έρεμπορ από το Χόμπιτ, του John Ronald Reuel Tolkien.

[2] Η προστάτιδα πόλη της Έρεμπορ, από το ίδιο έργο του προαναφερθέντος συγγραφέα.

[3] Λεπτό στην κεφαλλονίτικη ιδιόλεκτο

Αντώνιος Ζαπάντης

Da mihi factum, dabo tibi ius. Αγαπώ τα νομικά όπως αγαπώ και το χιούμορ. Δεν είμαι συγγραφέας... Απλώς μου αρέσει να γελάω και να παρασύρω και άλλο κόσμο...