ΞΕΠΛΥΜΑ ΒΡΩΜΙΚΟΥ ΧΡΗΜΑΤΟΣ

Της Στέλλας Κουργιαντάκη, που είναι Ανθυπολοχαγός Στρατολογικού-Στρατιωτική Νομική Σύμβουλος του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας και μεταπτυχιακή φοιτήτρια του Πάντειου Πανεπιστημίου της Αθήνας.

Πέραν του ότι αποτελεί σήμερα σοβαρότατο κοινωνικό-οικονομικό πρόβλημα με σημαντικές πολιτικές προεκτάσεις υπάρχουν αρκετά στοιχεία και δεδομένα που επιβεβαιώνουν την άποψη ότι η νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες-ή αλλιώς το ξέπλυμα βρώμικου χρήματος- δεν αποτελεί πλέον πρακτική που αναπτύσσεται σε συγκεκριμένα οικονομικά και γεωγραφικά όρια, αλλά έχει καταστεί πρόβλημα παγκοσμίων διαστάσεων.

Στο πλαίσιο αυτό δημιουργήθηκε η ανάγκη καταπολέμησης του φαινομένου νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες (γνωστή στην αγγλική ορολογία ως anti-money laundering) και ήδη από τη δεκαετία του 1980 άρχισε να ανάγεται σε προτεραιότητα για πολλές κυβερνήσεις αλλά και για τις δικαστικές αρχές ανά την υφήλιο. Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε όμως στο πρόβλημα της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος ως διαύλου για τη νομιμοποίηση τέτοιων εσόδων.

Ο ρόλος των φορέων του τραπεζικού συστήματος

Το «βρώμικο» χρήμα, λοιπόν, για να χρησιμοποιηθεί έχει ανάγκη από «καθάρισμα» ή αλλιώς «ξέπλυμα». Η βαρύνουσα σημασία του ρόλου του χρηματοπιστωτικού συστήματος έγκειται σε αυτήν ακριβώς την ανάγκη «ξεπλύματος» των παρανόμως κτηθέντων εσόδων μέσω των μηχανισμών του. Σε αυτό το πλαίσιο, οι φορείς του τραπεζικού και του ευρύτερου χρηματοπιστωτικού συστήματος έχουν αναλάβει την αποστολή της προλήψεως και της στενής συνεργασίας με τις εποπτικές διωκτικές και δικαστικές αρχές με στόχο την παρακολούθηση και συλλογή των χάρτινων ιχνών (paper trail) που αφήνουν τέτοιου είδους δραστηριότητες.

Οι κυριότερες ρυθμίσεις του ελληνικού νομοθετικού συστήματος για το Ξέπλυμα Βρώμικου Χρήματος περιλαμβάνονται στο νόμο 3691/2008 «Πρόληψη και καταστολή της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ τ.α αρ. 166/5-8-2008), ο οποίος ενσωματώνει στην ελληνική νομοθεσία την Οδηγία 2005/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της ΕΕ. Ο νόμος αυτός αποσκοπεί στη βελτίωση και ενίσχυση του νομοθετικού πλαισίου για την πρόληψη και καταστολή των αδικημάτων της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας και προωθεί μια σειρά σημαντικών διαφοροποιήσεων από το προηγούμενο καθεστώς. Τις ρυθμίσεις του Έλληνα νομοθέτη συμπληρώνουν τόσο οι ρυθμίσεις του καταστατικού της Τράπεζας της Ελλάδος, ως βασικού εποπτικού μηχανισμού του συστήματος, όσο και οι ρυθμίσεις της Επιτροπής Τραπεζικών και Πιστωτικών θεμάτων της ΤτΕ, αλλά και ο Κανονισμός υπ’ αριθμ. 1781/2006 της ΕΕ που αφορά στο ειδικό θέμα των στοιχείων του αποστολέα εμβάσματος.

Τα μέτρα πρόληψης που οφείλουν να εφαρμόζουν οι ελληνικές τράπεζες για την καταπολέμηση του φαινομένου, ως εκ του νόμου «υπόχρεα πρόσωπα» (άρθρο 5 ν.3691/2008) έχουν διαμορφωθεί και προκύπτουν από τον συνδυασμό της κείμενης εθνικής νομοθεσίας, η οποία ακολουθεί τις σχετικές ευρωπαικές κανονιστικές παρεμβάσεις και των επιταγών και κατευθυντήριων γραμμών της Τράπεζας της Ελλάδος. Κεντρικός όρος- κλειδί σε ότι αφορά τις υποχρεώσεις των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και των λειτουργιών τους που προσδιορίζει ο νόμος είναι έννοια της δέουσας επιμέλειας( due diligence).Μολονότι ο ορισμός της δεν δίδεται στον νόμο, το περιεχόμενο του όρου θα μπορούσε να προσδιοριστεί ως εξής: Δέουσα επιμέλεια είναι το σύνολο διαδικαστικών και ουσιαστικών υποχρεώσεων-μέτρων που προβλέπονται από κανονιστικές και δεοντολογικές ρυθμίσεις για τις τράπεζες αναφορικά α) με την πιστοποίηση της ταυτότητας των πελατών τους(π.χ εφαρμογή της αρχής του know your customer) β) τη διαμόρφωση του προφίλ του πελάτη και την γ) αξιολόγηση της συναλλακτικής συμπεριφοράς σε σχέση με ζητήματα πρόληψης ή χειρισμού ενδεχομένων ΞΒΧ και εντοπισμού «ασύνηθων/ύποπτων» συναλλαγών. Η ΔΕ εφαρμόζεται κατά τη διεξαγωγή τραπεζικών συναλλαγών και διακρίνεται ανάλογα με την επικινδυνότητα της συναλλαγής σε απλουστευμένη, συνήθη και αυξημένη.  Τα μέτρα δέουσας επιμέλειας συστηματοποιήθηκαν μέσα από την Πράξη του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος 2577/9.3.2006, μέσω της οποίας, μάλιστα πραγματοποιείται για πρώτη φορά μία συστηματική προσπάθεια καθορισμού ενός πλαισίου το οποίο θα διέπει τη λειτουργία και τους ελεγκτικούς μηχανισμούς αναφορικά με τα τραπεζικά ιδρύματα της χώρας.  Με αυτά τα μέτρα, ελέγχεται η γενικότερη εικόνα του πελάτη, πιστοποιείται η ταυτότητα του, ελέγχεται η οικονομική και συναλλακτική του συμπεριφορά, αν έχει υποπέσει σε κάποιο χρονικό σημείο της ζωής τους σε οικονομικό παράπτωμα και ποιο το συνακόλουθο μέγεθος του παραπτώματος κ.α.  Αξιολογώντας όλα τα παραπάνω στοιχεία, το εκάστοτε χρηματοπιστωτικό ίδρυμα, κατατάσσει τον πελάτη του σε κατηγορίες με βάση τον επαπειλούμενο κίνδυνο.

Ακολούθως εκδόθηκε η  Απόφαση της Επιτροπής Τραπεζικών και Πιστωτικών θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος 281/17.03.2009, η οποία αποσκοπεί στον εκσυγχρονισμό και στην εξειδίκευση εφαρμογής των διατάξεων του νόμου 3691/2008 από τα πιστωτικά ιδρύματα και τους χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς αλλά και στην επιβολή αυστηρότερων μέτρων για την καταπολέμηση δραστηριοτήτων σχετικών με το ξέπλυμα «βρώμικου χρήματος».  Καίρια σημεία της είναι 1) ο καθορισμός του ο ρόλου του διευθυντικού στελέχους και η κατάρτιση και υποβολή ετήσιας εκθέσεως εκ μέρους του 2) η προσέγγιση του ΞΒΧ με βάση τον κίνδυνο (risk based approach) και η καθιέρωση εξειδικευμένων διαδικασιών πιστοποίησης και επαλήθευσης της ταυτότητας πελατών με  μέτρα δέουσας επιμέλειας καθώς και ο εντοπισμός χειρισμός και αναφορά ύποπτων και ασυνηθών συναλλαγών, 3) η εφαρμογή δέουσας επιμέλειας από τρίτα μέρη, 6) η τήρηση αρχείου, 4)η κατάργηση του προυφιστάμενου Πίνακα Εξαιρέσεων, 5) η σύσταση για συναλλαγές σε μετρητά 6) οι διαδικασίες εσωτερικού ελέγχου και επικοινωνίας, 7) η εκπαίδευση και επιμόρφωση προσωπικού, και τέλος 8) οι ρυθμίσεις για την ηλεκτρονική μεταφορά κεφαλαίων.

Επίσης επιβάλλεται στα πιστωτικά ιδρύματα να έχουν καταγεγραμμένη πολιτική για την καταπολέμηση (compliance policy) του ΞΒΧ πέρα από την ήδη προβλεπόμενη υποχρέωση εφαρμογής συγκεκριμένων μέτρων και διαδικασιών για τον σκοπό αυτό βάση του νόμου. Με τον τρόπο αυτόν δημιουργείται ευθύνη στη διοίκηση της κάθε τράπεζας σε περίπτωση που δεν υποπέσει στην αντίληψη των υπαλλήλων της μια παράνομη δραστηριότητα, κάτι που δεν ίσχυε παλαιότερα. Σε περίπτωση παράβασης των υποχρεώσεων που θέτει ο νόμος προβλέπονται συγκεκριμένες κυρώσεις τόσο για τον ίδιο τον εγκληματία όσο και για το νομικό πρόσωπο της Τράπεζα καθ’ αυτό, όσο ακόμα για τραπεζικούς υπαλλήλους ή στελέχη  όπως, για τα μέλη του Δ/Σ τον Δ/ντα σύμβουλο, τα διευθυντικά στελέχη ή άλλους υπαλλήλους της Τράπεζας υπαίτιους για τις παραβάσεις ή ασκούντων ανεπαρκή έλεγχο και εποπτεία επί των υπηρεσιών υπαλλήλων και δραστηριοτήτων της Τράπεζας.

Τέλος, οφείλει να σημειωθεί εδώ ότι υπάρχουν εθνικές κυβερνήσεις, οι οποίες τάσσονται υπέρ της αντίληψης ότι «το χρήμα δεν μυρίζει» (pecunio non olet)[1] όπερ σημαίνει ότι το χρήμα φορολογείται το ίδιο ανεξάρτητα  από την προέλευσή του, παράνομη ή μη,  συνεπώς το φαινόμενο του ΞΒΧ ως μη επηρεάζον άμεσα την εθνική οικονομία δεν χρήζει διερεύνησης! Σε κάθε περίπτωση για κράτη που έχουν αναπτύξει τακτικές αντιμετώπισης του φαινομένου στα πλαίσια της μάχης κατά του οργανωμένου εγκλήματος, η καταπολέμηση του δεν είναι απλή υπόθεση. Πρώτα απ’ όλα προϋποθέτει μελέτη των μεθόδων, της στρατηγικής αλλά και των αδυναμιών του συστήματος ΞΒΧ και δεύτερον όλοι οι υπεύθυνοι πολιτικοί-κοινωνικοί παράγοντες και οικονομικοί φορείς, ιδιαίτερα οι τράπεζες, να επιτελέσουν σωστά τον ρόλο που τους ανατίθεται από τον νόμο.

Όσο σωστά και να λειτουργεί το σύστημα επί τη βάση μιας ευνομούμενης πολιτείας δεν παύουν ν’ αναφύονται κάποιοι προβληματισμοί. Ο ίδιος ρόλος, τον οποίο το  χρηματοπιστωτικό σύστημα καλείται εκ του νόμου να διαδραματίσει, είναι στην ουσία αυτός του βοηθητικού οργάνου του ανακριτικού φορέα, αφού ερευνά και συλλέγει στοιχεία και πληροφορίες προκειμένου να κριθεί το ύποπτο ή το ασύνηθες μιας συναλλαγής και από την άλλη δύναται βάσει την υποκειμενικής κρίσης του εκάστοτε υπαλλήλου να αποφασίσει αν η συναλλαγή συνδέεται με νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες χρηματοδότηση της τρομοκρατίας ή όχι. Συναφώς, γεννάται ο προβληματισμός κατά πόσον το κράτος, το οποίο είναι υπεύθυνο για τη δίωξη των σχετικών εγκλημάτων νομιμοποιείται να χρησιμοποιεί για την άσκηση της εξουσίας του ιδιώτες όπως οι υπάλληλοι του χρηματοπιστωτικού συστήματος και πόσο μάλλον να τους εκχωρεί και ανακριτικής φύσεως εξουσίες η μη τήρηση των οποίων οδηγεί συχνά στην επιβολή έως και ποινικών κυρώσεων.

Από την άλλη, ακόμα και αν τα παραπάνω έχουν γίνει πλέον αποδεκτά στο πλαίσιο μιας συντονισμένης προσπάθειας καταπολέμησης του φαινομένου του ΞΒΧ, δεν μπορούμε να μην προβληματιστούμε για το αν τα ίδια τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, ως στυλοβάτες του όλου συστήματος, είναι πρόθυμα να το υπηρετήσουν. Δεδομένης της οικονομικής κρίσης, της έλλειψης ρευστότητας και της αδυναμίας προσέλκυσης κεφαλαίων που αντιμετωπίζουν διάφοροι χρηματοπιστωτικοί κύκλοι ανά τον κόσμο, οποιεσδήποτε πιθανές «εκπτώσεις» κατά την εφαρμογή των νόμιμων υποχρεώσεων εκ μέρους τους μπορεί να οδηγήσει στη λειτουργία του συστήματος υπό καθεστώς επίφασης νομιμότητας, προσδίδοντας μια αίσθηση ελέγχου της λειτουργίας του χωρίς πραγματικό αντίκρισμα. Τέλος να σημειωθεί ότι το παρόν είναι μέρος εισηγήσεως μεταπτυχιακού επιπέδου, εξ ου και ο αποσπασπατικός και συμπυκνωμένος τρόπος γραφής του.

[1] Η φράση αποδίδεται στον Ρωμαίο αυτοκράτορα Βεσπασιανό, ο οποίος ήθελε να επιβάλει φόρο τουαλέτας. Κάτσιος,  «Pecunia non olet”, νομοθετική αντιμετώπιση της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, ΔΕΕΤ, τ. 36-Δ’ τριμ.,1992

Σωκράτης Τσαχιρίδης

Αν βρείς μία γυναίκα, παντρέψου την. Αν είναι καλή, θα είσαι ευτυχισμένος, αν όχι, θα γίνεις φιλόσοφος.