Ζητήματα ανταγωνιστικών δημόσιων προτάσεων εξαγοράς

Ο ανταγωνισμός μεταξύ των υποψήφιων αποκτώντων έχει προβλεφθεί από το νόμο και έτσι δίνεται η δυνατότητα στους ενδιαφερόμενους (εκτός των συνεργαζόμενων προσώπων του άρθρου 7 παρ.1) να υποβάλλουν ανταγωνιστική δπ, ενώ παράλληλα αναγνωρίζεται το δικαίωμα του ΔΣ της υπό εξαγοράς εταιρίας να αναζητά ενδιαφερόμενους προς υποβολή εναλλακτικών προτάσεων. Η ανταγωνιστική δπ υποβάλλεται τουλάχιστον 7 εργάσιμες πριν τη λήξη της περιόδου αποδοχής. Δεν προϋποτίθεται ελάχιστος αριθμός μετόχων ή βελτίωση του τιμήματος.

του Σπύρου Σκιαδόπουλου, Δικηγόρου Κέρκυρας
ΜΔΕ Εμπορικού & Οικονομικού Δικαίου ΑΠΘ.

Η περίοδος της αρχικής δπ παρατείνεται αυτομάτως μέχρι τη λήξη της ανταγωνιστικής πρόταση, προκειμένου οι μέτοχοι να έχουν χρόνο να αποφασίσουν ορθολογικά. Εφόσον μέτοχοι έχουν αποδεχθεί την αρχική πρόταση έχουν την δυνατότητα να αποδεχθούν την ανταγωνιστική εφόσον προηγηθεί ανάκληση της αποδοχής της προηγούμενης πρότασης. Περιορισμός εισάγεται από τη διάταξη του άρθρου 18 παρ.1. εδ. 3 όπου αναφέρει «…..οι δηλώσεις αποδοχής ανακαλούνται ελεύθερα, με παρόμοια δήλωση μέχρι τη λήξη της περιόδου αποδοχής, εκτός εάν ορίζει διαφορετικά το πληροφοριακό δελτίο.» με την έννοια ότι ο προτείνων θα μπορούσε να περιορίσει την δυνατότητα αποδοχής της ανταγωνιστικής πρότασης. Εκ πρώτη όψεως, ίσως αποτελεί θεμιτό περιορισμό, ειδικά εάν αναλογιστεί κανείς την επάρκεια χρόνου που έχουν οι μέτοχοι να αποδεχτούν ή όχι την πρόταση. Ωστόσο, το συμφέρον των μετόχων για την ύπαρξη περισσοτέρων της μια πρότασης, η αδυναμία γνώσης τους ότι θα υπάρξει ανταγωνιστική πρόταση και το εξαιρετικά μεγάλο πλεονέκτημα που προσφέρει θα πρέπει να οδηγήσει στην πολύ συγκεκριμένη και περιορισμένη διατύπωση του όρου στον πληροφοριακό δελτίο, εάν χρησιμοποιηθεί.

Ο αρχικώς προτείνων έχει την ευχέρεια να βελτιώσει την πρόταση του, να την ανακαλέσει ή να συνεχίσει με την αρχική (παρ.3 άρθρο 26 ν.3461/2006).

Ζήτημα τίθεται σχετικά με την μεγάλη παράταση της περιόδου αποδοχής εάν τεθεί αλλεπαλλήλως δεύτερη, τρίτη, τέταρτη κ.οκ. ανταγωνιστική πρόταση, και εάν όλες οι δπ θα έχουν την ίδια καταληκτική ημερομηνία με την τελευταία, καθώς ο νόμος δεν ορίζει κάτι διαφορετικό γραμματικά. [1]Κάτι τέτοιο θα μπορούσε να δημιουργήσει μια εσωτερική αντινομία με το δίκαιο των δπ, επιμηκύνοντας επ αόριστον την περίοδο αποδοχής των εκάστοτε δπ, δημιουργώντας ανασφάλεια σχετικά με την τελική καταληκτική ημερομηνία ολοκλήρωσης της δπ και ενδεχομένως βλάπτοντας την αξιοπιστία της εταιρείας και κατ’επέκταση την τιμή της μετοχής. Ειδικά η Αιτιολογική Έκθεση του Νόμου άρθρο 5 περ. στ, όπου περιγράφονται οι αρχές των δπ αναφέρει « στ) Η άσκηση των δραστηριοτήτων της υπό εξαγοράς εταιρίας δεν πρέπει να παρακωλύεται, λόγω της δημόσιας πρότασης περά  από ένα εύλογο χρονικό διάστημα. Με την αρχή αυτή υποδηλώνεται η ανάγκη αποτροπής παρέλκυσης της διαδικασίας δημόσιας πρότασης πέρα από ένα εύλογο χρονικό διάστημα, έστω ώστε να μην επιμηκύνεται αδικαιολόγητα η χρονική περίοδος αβεβαιότητας για το φορέα ελέγχου της εταιρίας και αναστάτωσης για τις δραστηριότητας της και την αγοράς των μετοχών της.». Είναι ασφαλές δηλαδή να ξεκινήσουμε από την παραδοχή πως η συνολική διάρκεια ανταγωνιστικών προτάσεων θα πρέπει να καταλαμβάνει εύλογο χρονικό διάστημα.  Ποιο είναι ωστόσο το «εύλογο χρονικό» διάστημα, ειδικά και υπό την εκδοχή άρνησης υποβολής μελλοντικών δπ; Μια λύση θα μπορούσε να ήταν η κάθε προηγούμενη πρόταση θα έληγε στον χρόνο παράτασης της χρονικά επόμενης πρότασης. Ό,τι μεταβιβάσεις μετοχών που είχαν γίνει δυνάμει εκείνης της πρότασης θα «κλείδωναν» και η ανταγωνιστική πρόταση θα έληγε στην επόμενη λήξη της ανταγωνιστικής πρότασης. Αυτή η λύση θα δημιουργούσε έναν ασφαλή χρονικό ορίζοντα, ωστόσο θα διασπούσε ενδεχομένως την αρχή της ισότητας μεταξύ των μετόχων (καθώς ενδεχομένως κάθε επόμενη δπ θα είναι περισσότερο συμφέρουσα) και θα ήταν ανεπιεικές για τους προτείνοντες να μην έχουν χρονικό περιθώριο να επανέρχονται με αναθεωρημένες δπ, ευνοώντας τους μετόχους με βελτιωμένο αντάλλαγμα.

Επίσης δεν μπορεί να γίνει δεκτός ο περιορισμός περισσοτέρων της μίας δπ καθώς (δηλαδή την συνολική λήξη σε δύο περιόδους προτάσεις με το επιχείρημα ότι όλες οι ανταγωνιστικές δπ απευθύνονται στην αρχική υποχρεωτική και άρα θα πρέπει να υποβληθούν κατά την πρώτη περίοδο αποδοχής, επιτρέποντας μόνο μια παράταση) αυτό θα δημιουργούσε προβληματικές καταστάσεις μεταξύ των λοιπών επενδυτών, ενώ περιορίζει σε μεγάλο βαθμό την οικονομική ελευθερία, ούτε προκύπτει κάτι τέτοιο από την διατύπωση του νόμου.

Βασιζόμενοι στην Αιτιολογική Έκθεση του νόμου και την αρχή της καλής πίστης ίσως είναι δυνατόν να καταλήξουμε στον έλεγχο των ανταγωνιστικών δπ υπό το πρίσμα της καταχρηστικής κατάθεσης ανταγωνιστικής δπ με βάση τις γενικές διατάξεις 281 ΑΚ και 288 ΑΚ αλλά και στις ειδικότερες διατάξεις περί κατάχρησης της αγοράς του ν. 3340/2005 (με την έννοια ότι τεχνηέντως επηρεάζεται η τιμή της μετοχής[2]). Ειδικότερα στοιχεία που δύνανται να αναζητηθούν για την κατάφαση καταχρηστικής ανταγωνιστικής δπ είναι λόγου χάρη η κατάθεση της στην εκπνοή της προθεσμίας ( ακριβώς 7 εργάσιμες πριν την λήξη της υπό εξέλιξη δπ), η χρήση της ίδιας τιμής με την υπό εξέλιξη δπ, η ενδεχόμενη συνεργασία με το ΔΣ που εισηγήθηκε κατά της δπ, η εμφανής προσπάθεια εξαναγκασμού του αρχικώς προτείνοντος να βελτιώσει την πρόταση του, και άλλα περιστατικά.

____________________________________________________________________________________

[1] Επιπλέον δεν έχει παραχθεί νομολογία σχετικά τις ανταγωνιστικές δπ. Αυτή η αχρησία της διάταξης δικαιολογείται από την μη χρήση του θεσμού στην αγορά. Ενδεικτικά, στην Ελλάδα, από το 2000 έως και το 2010 έχει λάβει χώρα μόνο μία ανταγωνιστική πρόταση. Ο αρχικός προτείνων ήταν η Gredit Agricol και η υπό εξαγορά εταιρία η Εμπορική Τράπεζα. Ανταγωνιστική πρόταση κατέθεσε η Τράπεζα Κύπρου, η οποία τελικά ανακλήθηκε διότι δεν δόθηκε η απαραίτητη έγκριση από μέρους της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου.

[2] https://analuseto.gr/katachrisi-tis-agoras-meso-tis-chiragogisis-market-manipulation/

Σπύρος Σκιαδόπουλος

Πρώτα ανακάλυψα ότι θέλω να γίνω developer, μετά ανακάλυψα ότι θέλω να γίνω δημοσιογράφος, και μετά πολιτικός μηχανικός. Τελικά έγινα περίπου δικηγόρος. Τι συνέβη;