Περιγραφή παραδοθέντων προϊόντων, ορισμένο και ζητήματα απόδειξης &συμπλήρωσης (Ειρ.Κερκ 332/2020)

Με αφορμή την Ειρ.Κερκ: 332/2020 μπορούμε να διερευνήσουμε κάποια ζητήματα σχετικά με την περιγραφή πωληθέντων εμπορευμάτων κατά είδος, ποσότητα και τιμή μονάδος κατά την άσκηση αγωγής. Δεν αρκεί η επισύναψη του τιμολογίου εντός της αγωγής, ειδικά αν πρόκειται για κακής ποιότητας φωτοτυπία, η οποία δεν είναι ευκρινής και ευανάγνωστη και ενώ δεν θα πρέπει να υπάρχουν αντιφάσεις ως προς τον τρόπο αποπληρωμής του τιμήματος των εμπορευμάτων.

Μπορείτε να βρείτε ολόκληρη την απόφαση εδώ -> Ειρ.Κερκ: 332/2020  

Σημείωμα : Ζητήματα μη περιγραφής παραδοθέντων προϊόντων, αοριστίας της επίδικης αγωγής & ζητήματα απόδειξης και συμπλήρωσης

 

Κατ΄αρθρο 216 και 118 ΚΠολΔ το δικόγραφο της αγωγής θα πρέπει να περιέχει ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και τη  σαφή και επαρκή εξειδίκευση των περιστατικών που είναι παραγωγικά του επιδίκου δικαιώματος. Η ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς συνδέεται με την υποβολή ορισμένου αιτήματος και αποσκοπεί να καταστήσει δυνατή την ταυτότητα αυτού.[1] Διαφορετικά το δικαστήριο βρίσκεται σε αδυναμία να εκδώσει απόφαση συγκεκριμένη και επιδεκτική εκτέλεσης.

Ειδικότερα, λαμβάνοντας υπόψη συνδυαστικά τα άρθρα 216 παρ. 1 ΚΠολΔ και 513 ΑΚ, η αγωγή του πωλητή κατά του αγοραστή, με την οποία επιδιώκεται η καταβολή του τιμήματος των πωληθέντων εμπορευμάτων πρέπει να είναι ορισμένη και να περιέχει τη ποσότητα και το είδος των παραδοθέντων ειδών και τις επί μέρους τιμές μονάδος κάθε πωληθέντος είδους, γιατί μόνο έτσι καθίσταται εφικτό στον μεν εναγόμενο να απαντήσει σ` αυτήν, στο δε Δικαστήριο να τάξει σε   περίπτωση αμφισβητήσεως τις δέουσες αποδείξεις[2]. Η παράλειψη αναφοράς στο δικόγραφο της αγωγής των παραπάνω στοιχείων επιφέρει την αοριστία της , που δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή σε άλλο έγγραφο της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων και ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, διότι ανάγεται στην προδικασία,  ενώ καθιστά μη νομότυπη την άσκηση της. [3]

Εν προκειμένου, αντί της περιγραφής των σχετικών εμπορευμάτων,  η ενάγουσα επισυνάπτει στο δικόγραφο της τα εκδοθέντα τιµολόγια πώλησης και δελτία αποστολής, πλην όμως η ανάγνωσή πολλών εξ΄αυτών, όπως αναφέρει το Δικαστήριο « είναι δυσχερής έως αδύνατη λόγω κακής ποιότητας της φωτοτυπίας των παραστατικών.» Περαιτέρω το Δικαστήριο αναφέρει πως «πολλά» από αυτά, ωστόσο δεν κάνει αναφορά ποια εκ τω προσκομισθέντων τιμολογίων (ή ποια σημεία) δεν ήταν ευανάγνωστα.

Κατά τα ανωτέρω, στην ίδια κατεύθυνση κινήθηκε και η υπ’αριθμ. 332/2020 Απόφαση του Ειρηνοδικείου Κέρκυρας απορρίπτοντας την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας καθώς στο «δικόγραφο της από κρίση αγωγής δεν περιγράφονται κατά είδος, ποσότητα και τιμή µονάδος τα εμπορεύματα που πώλησε η ενάγουσα στην εναγοµένη, παρά μόνο αναφέρονται τα παραστατικά που εκδόθηκαν και η συνολική αξία του εµπορεύματος.». Όπως διατυπώνεται η αγωγή, χωρίς να διαλαμβάνει τα απαραίτητα για την θεμελίωσή της πραγματικά περιστατικά, ήτοι τις ακριβείς χρονολογίες των πωλήσεων, τις ποσότητες των πωληθέντων και παραδοθέντων εμπορευμάτων, καθώς και τις τιμές κάθε πωληθέντος εμπορεύματος, είναι αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτιμήσεως και εντεύθεν απορριπτέα.

Ερώτημα δημιουργείται εάν μπορεί από το Δικαστήριο να γίνει χρήση της δυνατότητας συμπλήρωσης σύμφωνα με το άρθρο 245 ΚΠολΔ όπου: «1. Το δικαστήριο μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει οτιδήποτε μπορεί να συντελέσει στη διάγνωση της διαφοράς….».[4] Σε συνδυασμό με τα άρθρα 432, 435 και 437 ΚΠολΔ[5] περί εγγράφων, εφόσον  ένα έγγραφο είναι ή γίνει δυσανάγνωστο[6], εκείνος που διεξάγει την απόδειξη μπορεί να αποδείξει ότι το έγγραφο, τότε ευχερώς το Δικαστήριο θα μπορούσε με βάσει το ανωτέρω άρθρο να ζητήσει την προσκόμιση των πρωτοτύπων τιμολογίων[7], ώστε ενδεχομένως να θεραπευτεί η δυσχέρεια αυτή, υπό το πρίσμα πως δεν γίνεται (αιτιολογημένη) αναφορά ποιο μέρος των περιγραφών δεν είναι ορατό, και πως οι προκείμενες συμβάσεις, ενόψει της εμπορικότητάς τους, αλλά και της εμπορικής ιδιότητας αμφότερων των πλευρών, μπορούν να εκτιμηθούν ελευθέρως, και στο πλαίσιο πως κάποιες περιγραφές των τιμολογίων ήταν ευανάγνωστες (συναγόμενο εκ του αντιθέτου από τις αναφορές της απόφασης).

Τέλος, με την αναφορά πως πολλά εκ των περιγραφών δεν ήταν ευανάγνωστα, το Δικαστήριο υπονοεί  μια ερευνητέα εσωτερική αντινομία, υπό την έννοια ότι ναι μεν το Δικαστήριο δέχεται πως δεν υπάρχει η περιγραφή στο εισαγωγικό δικόγραφο των ειδών σε ορισμένα μόνο εκ των επισυναπτόμενων τιμολογίων, ωστόσο απορρίπτει το αίτημα εν συνόλω.

Σκιαδόπουλος Σπυρίδων, Δικηγόρος, LLM Εμπορικού & Οικονομικού Δικαίου Α.Π.Θ.

[1] ΕφΑΘ 600/2004 ΕλλΔνη 46/498

[2] ΕφΘεσ 1626/2012 Νόμος , ΕΑ 731/1997 ΕλλΔνη 38 σελ.  1597, ΕΑ 7330/1976 ΝοΒ 25 σελ. 749, ΕΑ 9425/1973 ΕλλΔνη 1974 σελ. 587

[3] ΑΠ 1363/1997 ΕλλΔνη 39 σελ. 325, ΑΠ 1210/1995 ΕλλΔνη 38 σελ. 1782, ΑΠ 1374/1994 ΕλλΔνη 37 σελ. 684, ΑΠ 1510/1992 ΕλλΔνη 35 σελ. 369

[4] Χ. Απαλαγάκη, Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, Ερμηνεία κατ’ άρθρο, 1, Νομική Βιβλιοθήκη, 4η έκδοση, 2016, σελ. 732 επ.

[5] Ν.Βελάκης, Δικονομικά Ζητήματα Από Τη Χρήση Εγγράφων Ως Αποδεικτικό Μέσο Στη Πολιτική Δίκη, (αυτοέκδοση Διπλωματικής Εργασίας στο researchgate.net) σελ. 14 επ.

[6] ΟλΑΠ 15/2003, ΕλλΔνη 4 (2003) · ΑΠ 277/2010 ΕλλΔνη 5 (2011), ΕφΑΔ 2010. 966· ΑΠ 1707/2009 ΕλλΔνη 1 (2012)

[7] ΑΠ 338/2007, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ

Σπύρος Σκιαδόπουλος

Πρώτα ανακάλυψα ότι θέλω να γίνω developer, μετά ανακάλυψα ότι θέλω να γίνω δημοσιογράφος, και μετά πολιτικός μηχανικός. Τελικά έγινα περίπου δικηγόρος. Τι συνέβη;