Προσφυγικό, η σύγχρονη αδυναμία της Ευρώπης

του Γεώργιου Ν. Γεωργόπουλου, Υπ. Διδάκτωρ Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου Νομικής Σχολής ΑΠΘ, Δικηγόρου

Το πρόβλημα της διαχείρισης των αυξανόμενων με γεωμετρική πρόοδο προσφυγικών ροών όλο το τελευταίο διάστημα τείνει να εξελιχθεί σε βραδυφλεγή βόμβα ικανή να γκρεμίσει εκ θεμελίων ολόκληρο το ευρωπαϊκό οικοδόμημα κι όχι απλώς μόνο το κοινωνικό-πολιτικό-οικονομικό γίγνεσθαι στην Ελλάδα όπως κάποιοι αφελώς ή εντέχνως πίστευαν. Είναι λίγο ως πολύ γνωστά (και άρα στις παρούσες σκέψεις δε χρήζουν περαιτέρω ανάλυσης) ζητήματα όπως οι επικρατούσες πολεμικές συνθήκες στη Συρία με μια εκεχειρία μη άμεσα διαφαινόμενη, η τακτική της Τουρκίας, οι χειρισμοί της ελληνικής κυβέρνησης όλο το προηγούμενο διάστημα, καθώς και οι νομικές δεσμεύσεις της χώρας μας από το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο, δηλαδή κατά βάση τις Συμβάσεις της Γενεύης για τη μεταχείριση των θυμάτων πολέμου. Δεσμεύσεις που για την Ελληνική Πολιτεία θα μπορούσαν να θεμελιωθούν και στο συνδυασμό των άρθρων 2 και 5§2 του Συντάγματος περί υποχρέωσης σεβασμού της αξίας του ανθρώπου και της προστασίας της ζωής, τιμής και ελευθερίας όσων βρίσκονται στην ελληνική επικράτεια.

Είναι επίσης, γνωστή η αμείλικτη πραγματικότητα των αριθμών τόσο για αυτούς που έχουν χάσει τη ζωή τους σε θάλασσα και ξηρά όντες θύματα του πολέμου και των διακινητών. Ομοίως, το τεράστιο (πρόσθετο) δημοσιονομικό κόστος που συνεπάγονται για την ήδη υπερχρεωμένη Ελλάδα όλες αυτές οι ενέργειες διάσωσης, καταγραφής, περίθαλψης και σίτισης των χιλιάδων αυτών ανθρώπων. Δυστυχώς, όταν κατά το κοινώς λεγόμενο ‘‘το μαγαζί είναι γωνία’’ επέρχονται αναγκαστικά όλα τα παραπάνω ως επακόλουθα.

Πέρα όμως από όλα αυτά, το προσφυγικό πρόβλημα έχει προκαλέσει σημαντικότατες συνέπειες - αναταράξεις θα τολμούσε κάποιος να πει, σε πολιτικό αλλά και σε νομικό επίπεδο στην πορεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σε πολιτικό επίπεδο πρωτίστως επιβεβαιώθηκαν τα αργά αντανακλαστικά με τα οποία πορεύεται πάντα η Ένωση στα κρίσιμα ζητήματα. Χρειάστηκαν τρεις Σύνοδοι Κορυφής των 28 με την Τουρκία (29/11/2015, 07/03/2016 και 17-18/03/2016) με πολύωρες συζητήσεις και διαπραγματεύσεις για να αποφασίσουν οι ηγέτες να καταγράψουν εν είδει δημοσιογραφικού σχολίου τη σοβαρότητα του προβλήματος και της ανάγκης λήψης κάποιων μέτρων αντιμετώπισης και για να συμφωνήσουν εν τέλει ότι διαφωνούν. Επιπλέον, η Ένωση κινδυνεύει να απολέσει το ίδιο της το όνομα, καθώς μέσα από την προσφυγική αυτή κρίση εξέρχεται διηρημένη όχι απλά σε «ενάρετο Βορρά» και «αμαρτωλό Νότο» όπως συνέβη τα προηγούμενα έτη εξαιτίας της κρίσης χρέους, αλλά σε πολλά περισσότερα τμήματα. Ταυτόχρονα, ενισχύθηκαν σε ανησυχητικό βαθμό ακροδεξιές, εθνικο-λαϊκιστικές, νεοναζιστικές αντιδημοκρατικές και αντιευρωπαϊκές πολιτικές δυνάμεις στα περισσότερα κράτη-μέλη. Εδώ βεβαίως είναι αποδεκτή και συζητήσιμη η προσέγγιση ότι επρόκειτο για υπαρκτό φαινόμενο/τάση και το προσφυγικό πρόβλημα απλώς το ανέσυρε στην επιφάνεια.

Περαιτέρω, εξέλιπε από τα πολιτικά πρόσωπα η προσήλωση στο ευρωπαϊκό όραμα, πράγμα που αποτελούσε το καύχημα και το βαγόνι της θεσμικής προόδου της Ένωσης. Οι τωρινοί ηγέτες λειτουργούν όχι απλώς με εθνοκεντρικά αλλά και με μικροκομματικά πολιτικά εφαλτήρια, τουτέστιν άγονται και φέρονται από το πώς θα γίνουν αρεστοί στο εκλογικό ακροατήριό τους είτε αποκομίζοντας εκλογικά οφέλη είτε περιορίζοντας τις εκλογικές απώλειες προς άλλους πολιτικούς χώρους. Οι ανεπίτρεπτες ενέργειες των κυβερνήσεων των χωρών της ομάδας Βίσεγκραντ (οι οποίες σημειωτέον υπήρξαν σοσιαλιστικές) ως προς την εξόχως ξενοφοβική, ανθελληνική και εν γένει αντιευρωπαϊκή ρητορεία αλλά και το κλείσιμο των εσωτερικών τους συνόρων αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Τέλος, το χειρότερο ίσως όλων πολιτικό πόρισμα είναι ότι η Ένωση δε φαίνεται διατεθειμένη να δει κατάματα το προσφυγικό πρόβλημα αντιμετωπίζοντας τις αιτίες που το δημιουργούν κι όχι τα συμπτώματά του, ήτοι να ασκήσει πιέσεις τερματισμού του πολέμου ή πάταξη της διεθνούς εγκληματικότητας του trafficking και του δουλεμπορίου. Την ίδια στιγμή ‘‘φοβάται’’ να αντιμετωπίσει ευθέως την Τουρκία, η οποία αν και στρατηγικός εταίρος είναι αποδεδειγμένα αναξιόπιστος εταίρος μη τηρώντας τις αναληφθείσες δεσμεύσεις σε ό,τι αφορά τον περιορισμό των ροών και την επανεισδοχή όσων δεν πληρούν τις προϋποθέσεις. Αντ’ αυτού η Τουρκία ζητά και λαμβάνει όσα εξυπηρετούν την οικονομική-πολιτική της θέση: οι δύο απανωτές στον τρέχοντα μήνα Σύνοδοι Κορυφής κατέληξαν στο ότι θα επισπευσθεί η εκταμίευση των 3 δισεκατομμυρίων ευρώ αλλά και άλλων τριών ως το 2018, ότι θα γίνεται μετεγκατάσταση Σύρων προσφύγων σε έδαφος κράτους-μέλους της ΕΕ ισάριθμα προς αυτούς που θα επαναπροωθούνται και κυρίως στο ότι θα υπάρξει πρόοδος στην ενταξιακή της πορεία. Από την άλλη πλευρά, οι αναφορές στην Ελλάδα ήταν γενικόλογες χωρίς αριθμητικά δεδομένα ως προς την ανάγκη παροχής έκτακτης συνδρομής, η οποία οπωσδήποτε θα είναι αισθητά λιγότερη από αυτήν προς την Τουρκία. Στο πλαίσιο αυτό, μια συναφής παρεπόμενη συνέπεια, η οποία εδράζεται στην εν λόγω απόφαση της Συνόδου Κορυφής είναι ο με γεωμετρική πρόοδο πολλαπλασιασμός των αιτήσεων χορήγησης ασύλου. Και είναι εμφανές ότι είναι παραπάνω από ορατός ο κίνδυνος καταχρήσεων της διαδικασίας χορήγησης ασύλου από αρκετούς οι οποίοι θα βαπτίζονται Σύριοι προερχόμενοι από εμπόλεμη ζώνη. Μιας διαδικασίας, η οποία ούτως ή άλλως στην ελληνική δημόσια διοίκηση απαιτεί κάποιους μήνες μέχρι να ολοκληρωθεί και σε δευτεροβάθμιο διοικητικό επίπεδο με τη διαδικασία της ενδικοφανούς προσφυγής, με την ελπίδα (και τη δημόσια δήλωση των αρμοδίων κυβερνητικών στελεχών να ολοκληρώνεται εντός 15ημέρου.

Η αδυναμία αυτή όμως της πολιτικής ή καλύτερα των πολιτικών (προσώπων) στο μείζον αυτό ζήτημα έχει όπως προαναφέρθηκε και νομικές συνέπειες. Η στάση πολλών κρατών-μελών σε ό,τι αφορά το κλείσιμο των συνόρων ούσες μονομερείς αλλά και παράτυπες συνιστούν παραβίαση της αρχής της καλόπιστης συνεργασίας, όπως αυτή κατοχυρώνεται στο άρθρο 4 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ) και υποχρεώνει τα κράτη-μέλη αλλά και τα ενωσιακά θεσμικά όργανα να απέχουν από οποιαδήποτε ενέργεια θα έθετε σε κίνδυνο τους στόχους της Ένωσης. Επίσης, όμως παραβιάζουν τη ρήτρα της αλληλεγγύης μεταξύ των κρατών-μελών όπως αυτή κατοχυρώνεται σε πλείστες διατάξεις των δύο Συνθηκών με σημαντικότερες (για το εξεταζόμενο ζήτημα) εκείνες των άρθρων 24§2 ΣΕΕ και 222ΣΛΕΕ. Εκτός αυτών, η μεγαλύτερη ίσως νομική συνέπεια συνίσταται στο πλήγμα ως προς την προάσπιση των θεμελιωδών δικαιωμάτων, τα οποία αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα του Ενωσιακού Δικαίου για όλους ανεξαρτήτως εθνικότητας ή άλλων διακρίσεων. Κατ’ επέκταση, πλήττεται η ίδια η αρχή του κράτους δικαίου, η οποία βάσει και του άρθρου 2 ΣΕΕ αποτελεί θεμέλιο του ενωσιακού οικοδομήματος και κοινή συνταγματική παράδοση των κρατών-μελών.

Όλα αυτά αποτελούν τις αφανείς όχι τόσο προβεβλημένες συνέπειες που έχουν αναδειχθεί μέσα από την προσφυγική κρίση. Οπωσδήποτε πρέπει να προβληματίσουν τους πολιτικούς τόσο των κρατών-μελών όσο και των θεσμικών οργάνων, ώστε να αναλογιστούν πώς (θα) λειτουργούσαν προκάτοχοί τους περασμένων δεκαετιών (όπως ο Robert Schuman, ο François Mitterrand ή ο Helmut Schmidt) και πως αν δε ληφθούν άμεσα γενναίες και άνευ παρωπίδων λύσεις πράγματι η Ευρώπη θα έχει φτάσει στο σημείο μηδέν χωρίς τίποτε να είναι πια δεδομένο για την από εδώ και πέρα πορεία της. Επιπλέον, εξίσου κρίσιμο είναι όλα όσα συμφωνήθηκαν στην τελευταία Σύνοδο να εφαρμοστούν, διότι η εμπειρία και των τελευταίων ετών με αφορμή την κρίση χρέους καταδεικνύει με μελανά χρώματα ότι πολλές αποφάσεις λήφθηκαν συχνά στο ανώτατο θεσμικό επίπεδο και δεν εφαρμόστηκαν. Μάλιστα, δανειζόμενος πρόσφατη δήλωση του Γερμανού Υπουργού Οικονομικών Β. Σόιμπλε, την οποία με περισσή άνεση χρησιμοποίησε προσφάτως για τη χώρα μας, θα το συνόψιζα στο “it’s the implementation, stupid”!