Εφεση σε εν μέρει οριστική απόφαση.Ασκηση δεύτερης εφέσεως. Παραδεκτό. ΜΠρΗλείας 318/2021

ΜΠρΗλείας 318/2021

Εφεση σε εν μέρει οριστική απόφαση. Απόρριψη αυτής. Ασκηση δεύτερης εφέσεως. Παραδεκτό αυτής.

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΗΛΕΙΑΣ

ΕΦΕΣΗ – ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΚΟΥΣΙΑΣ

ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑΣ Ν.3869/2010

Αριθμός  Απόφασης  318/2021

(αριθμός έκθεσης κατάθεσης αίτησης ./2015)

(αριθμός έκθεσης κατάθεσης έφεσης ./2020, ./2020)

ΤΟ  ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΗΛΕΙΑΣ

Αποτελούμενο από  τη Δικαστή Βασιλική Ρέππα, Πρωτοδίκη, την οποία όρισε ο Προϊστάμενος του παρόντος Πρωτοδικείου, Πρόεδρος Πρωτοδικών, και από τη Γραμματέα Σταυρούλα Κυριαζή.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του, στις 14 Απριλίου του 2021, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ :

Του εκκαλούντος – καθού η αίτηση : Ελληνικού Δημοσίου νόμιμα εκπροσωπούμενου από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, Α.Φ.Μ. Α.Α.Δ.Ε. ., που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Διοικητή της, ως και από τον Υπουργό Οικονομικών, Α.Φ.Μ. Υπουργείου Οικονομικών ., που εδρεύει στην Αθήνα, εν προκειμένω δε και από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Πύργου, το οποίο παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας Δικαστικής Αντιπροσώπου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Χρυσάνθης Τέλιου και κατέθεσε προτάσεις.

Των εφεσίβλητων-αιτούσας-καθής η αίτηση : 1) ., κατοίκου Πύργου Ηλείας, επί της οδού ., Α.Φ.Μ.., Δ.Ο.Υ. Πύργου Ηλείας, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου Δικηγόρου της Παύλου Τζαγκαρούλη (Δικηγορικός Σύλλογος Ηλείας, Α.Μ. 000065, γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και ενσήμων Δικηγορικός Σύλλογος Ηλείας με αριθμό Η./14.4.2021) και κατέθεσε προτάσεις και 2) Της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.», που εδρεύει στην Αθήνα, επί της οδού Σταδίου αρ.40, και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε.

Η πρώτη εφεσίβλητη άσκησε κατά του εκκαλούντος ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πύργου Ηλείας την από 27 Οκτωβρίου 2015 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ./29.10.2015 αίτηση, επί της οποίας εκδόθηκε αρχικά η υπ’αριθμ. 48/19.7.2017 εν μέρει οριστική απόφασή του και εν συνεχεία η υπ’' αριθμ.134/14.11.2018 οριστική απόφασή του. Ήδη το πρώτο των καθών και ήδη εκκαλούν προσβάλλει την ανωτέρω υπ’' αριθμ.134/2018 απόφαση και ζητά την εξαφάνισή της, ώστε να απορριφθεί η αίτηση ως προς αυτό, με την από 18 Ιανουαρίου 2020 έφεση, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ΜΕ./21.01.2020. Ακριβές αντίγραφο της έφεσης κατατέθηκε στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ΜΕ./21.01.2020, προσδιορίστηκε να συζητηθεί στη δικάσιμο της 23.9.2020 και γράφτηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό (1). Κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο, η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε εκ νέου στο πινάκιο.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, μετά την εκφώνησή της από το οικείο πινάκιο, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των παριστάμενων διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στις προτάσεις που κατέθεσαν.

Αφού μελέτησε τη δικογραφία

Σκέφθηκε σύμφωνα με το νόμο

Από την υπ’αριθμ..Γ/24.01.2020 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Πατρών, με έδρα το Πρωτοδικείο Ηλείας, ., που προσκομίζει και επικαλείται το εκκαλούν, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση έφεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 23ης Σεπτεμβρίου 2020, επιδόθηκε νoμότυπα και εμπρόθεσμα στην απολειπόμενη δεύτερη εφεσίβλητη  ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.» ( άρθρα 122 παρ.1, 123, 124 § 2, 126 § 1 περ. γ, 127 παρ.1, 139 ΚΠολΔ και 5 παρ.1 Ν.3869/2010). Κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο οικείο πινάκιο. Η τελευταία, ωστόσο, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, δεν παραστάθηκε κατά την παρούσα δικάσιμο. Ενόψει του ότι επί αναβολής η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο επέχει θέση κλήτευσης ως προς όλους τους διαδίκους για τη (νέα) μετ’ αναβολή δικάσιμο, ακόμη και αν δόθηκαν επανειλημμένες αναβολές (άρθρο 226 παρ.4 σε συνδυασμό με το άρθρο 741 του ΚΠολΔ), πρέπει η δεύτερη εφεσίβλητη να δικαστεί ερήμην. Το Δικαστήριο, όμως, θα προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες (άρθρα 524 παρ.4 και 764 παρ.2 του ΚΠολΔ), χωρίς να ορίσει παράβολο για την περίπτωση άσκησης ανακοπής ερημοδικίας, διότι η άσκηση του ένδικου αυτού μέσου δεν προβλέπεται στην προκειμένη περίπτωση (άρθρο 14 του Ν.3869/2010).

(α) Κατά τη διάταξη του άρθρου 514 ΚΠολΔ, δεύτερη έφεση από τον ίδιο διάδικο κατά της ίδιας απόφασης ως προς το ίδιο ή άλλο κεφάλαιο δεν επιτρέπεται. Κατά τη διάταξη αυτή αποκλείεται να συζητηθεί εκ νέου η βασιμότητα του αιτήματος εξαφανίσεως της εκκαλουμένης, όταν έχει ήδη εξεταστεί και απορριφθεί, έστω και αν ήδη στηρίζεται σε άλλους λόγους ή αφορά άλλο κεφάλαιο αυτής. Η διάταξη αυτή εισάγει εξαίρεση από τον κανόνα του άρθρου 218 ΚΠολΔ, κατά την οποία ο διάδικος δύναται να σωρεύσει όλα τα αιτήματα και όλες τις βάσεις στο ίδιο δικόγραφο, καθώς προκειμένου περί ενδίκου μέσου είναι υποχρεωτική η σώρευση όλων των λόγων που στηρίζουν αυτό στο ίδιο δικόγραφο ή η προβολή τους με το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων (άρθρο 520 παρ.2 ΚΠολΔ).

Η απαγόρευση άσκησης δεύτερης έφεσης τελεί υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις: α) να έχει ασκηθεί προηγουμένως άλλη έφεση, ακόμη και αν αυτή απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, εκτός αν η πρώτη είναι ανυπόστατη ή παραιτήθηκε από αυτήν ο εκκαλών, β) να υπάρχει ταυτότητα αποφάσεων, να προσβάλλεται δηλαδή η ίδια απόφαση, ανεξαρτήτως αν με τη δεύτερη έφεση πλήττονται διαφορετικά κεφάλαια ή προβάλλονται άλλοι λόγοι, γ) να υπάρχει ταυτότητα διαδίκων, δηλαδή ο εκκαλών και ο εφεσίβλητος να είναι τα ίδια πρόσωπα. Η δεύτερη έφεση απορρίπτεται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη. Μπορεί όμως να ισχύσει : α) ως δικόγραφο πρόσθετων λόγων έφεσης, αν αναφέρεται στα κεφάλαια της απόφασης που έχουν προσβληθεί με την πρώτη έφεση ή σε εκείνα που αναγκαστικώς συνέχονται με αυτά, β) ως αντέφεση, στην περίπτωση που έχουν ασκηθεί από τους διαδίκους αντίθετες εφέσεις και η δεύτερη έφεση του ενός από αυτούς αναφέρεται στα κεφάλαια της απόφασης που προσβάλλονται με την έφεση του αντίδικου ή σε κεφάλαια που αναγκαίως συνέχονται με αυτά. Για να ισχύσει όμως η δεύτερη έφεση ως αντέφεση ή ως δικόγραφο πρόσθετων λόγων δεν αρκεί μόνο η κατάθεση, αλλά απαιτείται και κοινοποίηση αυτής τριάντα ημέρες πριν από τη συζήτηση της πρώτης έφεσης  ή της έφεσης του αντιδίκου. Αν όμως η δικάσιμος, που ορίστηκε αρχικά για την πρώτη έφεση ή για την έφεση του αντιδίκου, αναβληθεί ή ματαιωθεί, η δεύτερη έφεση μπορεί να ισχύσει ως δικόγραφο πρόσθετων λόγων ή ως αντέφεση, εφόσον κοινοποιήθηκε στον αντίδικο τριάντα ημέρες πριν από τη νέα δικάσιμο (ΑΠ533/2001,ΕλλΔνη42.1597, ΕφΛαρ 299/2020, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ, ΕφΔωδ 156/2008, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ, ΕφΛαρ 409/2003, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 570/1996, ΕλλΔνη 38. 680, Σαμουήλ, Η έφεση, εκδ.2003, άρθρ 514, § 161-181, σελ. 60-67).

(β) Κατά τη διάταξη του άρθρου 513 παρ.1 του ΚΠολΔ έφεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που εκδίδονται στον πρώτο βαθμό α) …., β) των οριστικών αποφάσεων που περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή για την ανταγωγή. Αν η απόφαση είναι εν μέρει οριστική δεν επιτρέπεται έφεση ούτε κατά των οριστικών διατάξεων πριν εκδοθεί οριστική απόφαση. Εν μέρει οριστική είναι η απόφαση με την οποία περατώνεται η δίκη ως προς ορισμένα μόνο κεφάλαια ή βάσεις της αγωγής ή προς ορισμένους μόνο διαδίκους ενώ ως προς τα υπόλοιπα κεφάλαια ή βάσεις ή ως προς τους υπόλοιπους διαδίκους η διαφορά δεν τέμνεται οριστικώς αλλά εξακολουθεί να είναι εκκρεμής. Το αποτέλεσμα αυτό διατυπώνεται με σχετική διάταξη στο διατακτικό, το οποίο αποτελεί την ουσία της απόφασης και περιέχει τη θέληση και διαταγή του Δικαστηρίου, ή και στο σκεπτικό, αλλά ρητώς και σαφώς (ΑΠ 7/2003, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 147/2020, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ, ΕφΛαρ 410/2012, ηλεκτρονική έκδοση νομολογίας ΔΣΑ «ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ», ΕφΘες 303/1989, Αρμ.1989. σελ.786, ΕφΑθ 1804/1980, σελ.857, Σ.Σαμουήλ, ο.π. §207, §223, σελ. 86, 92).

Εξαίρεση του κανόνα, ότι η έφεση δεν χωρεί κατά απόφασης εν μέρει οριστικής, προβλέπεται στο νόμο όταν δικάζεται αγωγή και ανταγωγή (άρθρο 513 παρ.1 εδ.α ΚΠολΔ). Εάν εκδοθεί οριστική απόφαση επί της μιας από αυτές, συγχωρείται έφεση, μολονότι δεν έχει περατωθεί οριστικώς η διαφορά επί της άλλης (Σ.Σαμουήλ, ο.π. § 226, σελ. 96).

Με την άσκηση της έφεσης κατά της οριστικής απόφασης θεωρείται ότι έχουν συμπροσβληθεί και οι προεκδοθείσες μη οριστικές αποφάσεις και αν η έφεση δεν απευθύνεται ρητώς εναντίον τους (άρθρο 513 παρ.2 ΚΠολΔ). Οι ως άνω αποφάσεις θεωρούνται συνεκκληθείσες κατά τις μη οριστικές τους διατάξεις, εφόσον επί των διατάξεων αυτών στηρίχθηκε η οριστική απόφαση. Εάν η απόφαση που εκδόθηκε πριν από την οριστική περιέχει και οριστικές διατάξεις δεν θεωρείται και ως προς αυτές συνεκκληθείσα, παρά μόνο αν η έφεση διατυπώνεται ρητώς κατά αυτής (ΑΠ 1629/2011, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 203/2001, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ, ΕφΘες 2389/2006, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ, Σ.Σαμουήλ, ο.π. §211 σελ.87).

Εάν απορριφθεί η έφεση ως απαράδεκτη, επειδή ασκήθηκε κατά αποφάσεως που δεν είχε ακόμη καταστεί οριστική, δεν αποκλείεται η άσκηση νέας έφεσης, όταν η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου καταστεί οριστική, αφού η έφεση αυτή δεν θεωρείται ότι προσκρούει στην απαγορευτική διάταξη του άρθρου 514 KΠολΔ, η οποία προϋποθέτει δυνατότητα ασκήσεως μιας εφέσεως (ΟλΑΠ 1138/1974, ΝοΒ 23.640, ΕφΠειρ147/2020, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ,  ΕφΑθ 1434/1970, ΝοΒ 1970.1384, Σαμουήλ ο.π. § 165 σελ. 62).

Η υπό κρίση από 18 Ιανουαρίου 2020 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του Ειρηνοδικείου Πύργου 1/21.01.2020 (αριθμός έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου ΜΕ./21.01.2020) έφεση του πρώτου των καθών και ήδη εκκαλούντος κατά της υπ’αριθμ. 134/2018 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Πύργου, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 επ. ΚΠολΔ σε συνδυασμό με το άρθρο 3 εδαφ. β Ν.3869/2010), αντιμωλία των διαδίκων, με την οποία έγινε δεκτή η από 27.10.2015 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 228/29.10.2015 αίτηση της πρώτης εφεσίβλητης κατά του εκκαλούντος, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στις 21 Ιανουαρίου 2020 (21.01.2020), αφού από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της εκκαλούμενης οριστικής απόφασης (134/2018), ούτε παρήλθε διετία από τη δημοσίευση της τελευταίας στις 14 Νοεμβρίου 2018 (14.11.2018), (άρθρα 495 παρ.1,2 , 511, 513 παρ.1β, 516 παρ.1, 517 εδ.α, 518 παρ.2, 520 παρ.1, 522 ΚΠολΔ). Παραδεκτώς δε και αρμοδίως φέρεται προς εκδίκαση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρο 17Α ΚΠολΔ). Επομένως πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή (άρθρο 532 ΚΠΔ) και να εξεταστεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 533 παρ.1 ΚΠολΔ), κατά την ίδια διαδικασία με την οποία εκδόθηκε η εκκαλουμένη και η συνεκκαλουμένη εν μέρει οριστική απόφαση (άρθρα 741 επ.ΚΠολΔ σε συνδυασμό με το άρθρο 3 εδ.β Ν.3869/2010), μέσα στα όρια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης.

Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθούν τα κάτωθι : Επί της από 27 Οκτωβρίου 2015 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ./29.10.2015 αιτήσεως της πρώτης εφεσίβλητης αρχικά εκδόθηκε η υπ' ’αριθμ.48/2017 εν μέρει οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Πύργου, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή και ρυθμίστηκαν τα χρέη της αιτούσας ως ακολούθως : α) όρισε μηδενικές καταβολές προς τους πιστωτές, για χρονικό διάστημα δέκα μηνών, αρχόμενο από τον μήνα Αύγουστο 2017, β) όρισε νέα δικάσιμο την 08η Ιουνίου 2018 προκειμένου να ελεγχθεί η τυχόν μεταβολή της επαγγελματικής, περιουσιακής και οικονομικής κατάστασης της αιτούσας και να προσδιοριστούν ενδεχομένως μηνιαίες καταβολές προς τους καθών πιστωτές για το απολειπόμενο τότε χρονικό διάστημα της οριστικής ρύθμισης του άρθρου 8 παρ.2 Ν.3869/2010, όπως τούτο περιορίστηκε σε ένα έτος και έντεκα μήνες, ήτοι σε είκοσι τρείς μήνες, που αρχίζει από τον μήνα Αύγουστο του 2017, γ) εξαιρέθηκε από την εκποίηση η κύρια κατοικία της αιτούσας και δ) επιβλήθηκε στην αιτούσα η υποχρέωση να καταβάλει για τη διάσωση της κύριας κατοικίας της το ποσό των 6.374,52 ευρώ, η αποπληρωμή του οποίου θα γίνει σε δώδεκα (12) έτη, με εκατόν σαράντα τέσσερις (144) ισόποσες μηνιαίες καταβολές, ποσού εκάστης σαράντα τεσσάρων ευρώ και είκοσι επτά λεπτών (44,27 €), συμμέτρως καταβαλλόμενο στους πιστωτές, ήτοι 14,54 ευρώ για την πρώτη καθής και ήδη δεύτερη εφεσίβλητη και 29,73 ευρώ για το πρώτο των καθών και ήδη εκκαλούν, εντόκως χωρίς ανατοκισμό με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με το κυμαινόμενο επιτόκιο που θα ισχύει κατά τον χρόνο αποπληρωμής. Εν συνεχεία εκδόθηκε η εκκαλούμενη  υπ’αριθμ.134/2018 απόφαση, η οποία ρύθμισε τα χρέη της αιτούσας και ήδη πρώτης εφεσίβλητης για το υπόλοιπο χρονικό διάστημα με μηδενικές μηνιαίες καταβολές. Κατά της ανωτέρω υπ’αριθμ. 48/2017 εν μέρει οριστικής αυτής απόφασης το πρώτο καθού και ήδη εκκαλούν άσκησε την από 18.7.2019 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ΜΕ./2019 έφεση. Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε η υπ’αριθμ. 97/05.3.2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας, η οποία την απέρριψε ως απαράδεκτη, διότι η εκκαλούμενη απόφαση ήταν εν μέρει οριστική και συνεπώς μη επιδεκτική έφεσης για οποιοδήποτε τμήμα της, αφού με αυτήν δεν εξαντλείται ο προβλεπόμενος από το νόμο χρόνος καταβολής και ορίζεται νέα δικάσιμος εντός του μηνός Ιουνίου 2018 προς ολοκλήρωση της οριστικής κρίσης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, αναφορικά με τη ρύθμιση του άρθρου 8 Ν.3869/2010. Ωστόσο η ανωτέρω υπ’' αριθμ.48/2017 εν μέρει οριστική απόφαση θεωρείται συνεκκαλούμενη με την υπ' ’αριθμ.134/2018 οριστική απόφαση, χωρίς εν προκειμένω, σύμφωνα και με τα όσα αναπτύσσονται στην ανωτέρω νομική σκέψη της παρούσας, η απόρριψη της κατά αυτής έφεσης να προσκρούει στο κατά το άρθρο 514 ΚΠολΔ δικονομικό απαράδεκτο προσβολής αυτής για δεύτερη φορά με έφεση.

(γ) Σύμφωνα με το άρθρο 249 εδ.α' ΚΠολΔ, αν η διάγνωση της διαφοράς εξαρτάται εν όλω ή εν μέρει από την ύπαρξη ή την ανυπαρξία μίας έννομης σχέσης ή την ακυρότητα ή τη διάρρηξη μίας δικαιοπραξίας, που συνιστά αντικείμενο άλλης δίκης εκκρεμούς σε πολιτικό ή διοικητικό δικαστήριο, ή από ζήτημα που πρόκειται να κριθεί ή κρίνεται από διοικητική αρχή, το δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου να διατάξει την αναβολή της συζήτησης εωσότου περατωθεί τελεσίδικα ή αμετάκλητα η άλλη δίκη ή εωσότου εκδοθεί από τη διοικητική αρχή απόφαση που δεν θα μπορεί να προσβληθεί.  Εφαρμοστέα τυγχάνει η διάταξη αυτή προεχόντως όταν κάποιο σοβαρό νομικό ζήτημα, το οποίο πρέπει να επιλυθεί από το οικείο αναιρετικό τμήμα, έχει παραπεμφθεί ήδη στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, ως ζήτημα εξαιρετικής σημασίας, όπου και εκκρεμεί (ΑΠ 497/2020, ηλεκτρονική έκδοση νομολογίας ΔΣΑ «ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ»).

Με τον πρώτο λόγο έφεσης το εκκαλούν ισχυρίζεται, ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κατ’εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 1 παρ.2 εδ.β Ν.3869/2010, υπήγαγε σε ρύθμιση τις οφειλές της πρώτης εφεσίβλητης και ως προς αυτό, αντί να κρίνει την ανωτέρω διάταξη ως αντισυνταγματική, διότι παραβιάζει της αρχή της ισότητας υπό την ειδικότερη έκφανση της φορολογικής ισότητας,  που κατοχυρώνεται στο άρθρο 4 παρ.1 και 5 του Συντάγματος, και να απορρίψει την αίτηση κατά το μέρος που το αφορά ως μη νόμιμη. Ειδικότερα το εκκαλούν ισχυρίζεται ότι η διάταξη της παρ.2 του άρθρου 1 Ν.3869/2010 είναι αντισυνταγματική καθώς εισάγει ως προϋπόθεση για την απαλλαγή του πολίτη από φόρους, τους οποίους υποχρεούται να καταβάλει, την ιδιότητα του αιτούντος την απαλλαγή από τον φόρο ως οφειλέτη και προς ιδιώτη πιστωτή και πιο συγκεκριμένα ως οφειλέτη έναντι τραπεζικής εταιρείας. Ότι το κριτήριο αυτό δεν είναι συνταγματικά ανεκτό, καθώς δεν συμπεριλαμβάνεται σε αυτά που μπορούν να αποτελέσουν λόγο διαφορετικής φορολογικής μεταχείρισης. Ότι η με τον οριζόμενο στο Ν.3869/2010 απαλλαγή του αιτούντος από τις φορολογικές του υποχρεώσεις δεν γίνεται στη βάση γενικών και αντικειμενικών κριτηρίων αλλά εντελώς αυθαίρετων. Ότι η διάταξη αυτή αντίκειται στην αρχή της ισότητας του φόρου, καθώς δεν επιβάλλει ενιαία φορολογική μεταχείριση σε πολίτες, οι οποίοι βρίσκονται στην αυτή οικογενειακή, περιουσιακή και εισοδηματική κατάσταση, αλλά θέτει αδικαιολόγητα όσους υπάγονται στην ανωτέρω διάταξη σε οικονομική κατάσταση ευνοϊκότερη από αυτή των άλλων φορολογούμενων.

Ο λόγος αυτός πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω ως προς τη βασιμότητά του.

Ωστόσο, με την υπ’αριθμ.357/2021 απόφαση του Δ Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, το ζήτημα, του εάν η διάταξη της παραγράφου 2 περ.α του άρθρου 1 του Ν.3869/2010, κατά την οποία στο πεδίο εφαρμογής του νόμου περιλαμβάνονται οι βεβαιωμένες οφειλές προς την φορολογική διοίκηση σύμφωνα με τον Κώδικα Φορολογικής Διοίκησης (Κ.Φ.Δ.), τον Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (Κ.Ε.Δ.Ε.) και τον Τελωνιακό Κώδικα, όπως  έχουν διαμορφωθεί με βάση τις προσαυξήσεις και τους τόκους εκπρόθεσμης καταβολής που τις επιβαρύνουν, αντίκειται ή μη σε συνταγματικές διατάξεις, παραπέμφθηκε στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, ως ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος, όπου και εκκρεμεί (βλ. ΑΠ 357/2001, ηλεκτρονική έκδοση νομολογίας ΔΣΑ «ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ»). Επομένως, στην επίδικη υπόθεση, της οποίας αντικείμενο αποτελεί η ορθή ερμηνεία και εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης, συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 249 ΚΠολΔ.

Κατ’ακολουθία των ανωτέρω, η κρινόμενη έφεση πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να αναβληθεί κατά τα λοιπά η συζήτηση επί των λόγων αυτής, μέχρι την έκδοση απόφασης από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου επί της υπόθεσης, η οποία έχει παραπεμφθεί σε αυτήν με την υπ’αριθμ.357/2021 απόφαση του Δ Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ ερήμην της δεύτερης των εφεσίβλητων  και αντιμωλία των διαδίκων.

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά την έφεση.

ΑΝΑΒΑΛΛΕΙ τη συζήτηση  επί των λόγων της κρινόμενης έφεσης, μέχρι την έκδοση απόφασης από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου επί της υπόθεσης, η οποία έχει παραπεμφθεί σε αυτό με την υπ’' αριθμ.357/2021 απόφαση του Δ Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε στον Πύργο Ηλείας, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις  25 Νοεμβρίου 2021.

Η  ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                    Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ