ΕΚΤΑΚΤΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΡΥΘΜΙΣΗΣ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΩΝ ΕΜΠΟΡΩΝ. ΓΡΑΦΕΙ Ο ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΤΣΑΧΙΡΙΔΗΣ

Για τα υπερχρεωμένα φυσικά πρόσωπα που στερούνται εμπορικής ιδιότητας προβλέπεται η γνωστή διαδικασία του ν. 3869/2010. Τι γίνεται, όμως, με τα φυσικά πρόσωπα που έχουν εμπορική ιδιότητα και δε δύναται να υπαχθούν για το λόγο αυτό στις ρυθμίσεις του ανωτέρω νόμου; Με δεδομένη την βαθιά οικονομική κρίση, κρίθηκε αναγκαίο, λόγω των αυξημένων καθυστερούμενων επιχειρηματικών οφειλών, και εισήχθην στην ελληνική έννομη τάξη τον Νοέμβριο του 2014, για την αντιμετώπιση των μη εξυπηρετούμενων επιχειρηματικών δανείων, ο ν. 4307/2014, που προβλέπει στα άρθρα 62-77, για την διευθέτηση του χρέους των επιχειρήσεων, την έκτακτη διαδικασία ρύθμισης υποχρεώσεων εμπόρων 

Στην έκτακτη διαδικασία ρύθμισης υποχρεώσεων εμπόρων, σύμφωνα με το άρθρο 62 παρ. 1, κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο (δια του νόμιμου εκπροσωπευτικού οργάνου του ή εξουσιοδοτημένου προσώπου, όπως ορίζει το άρθρο 62 παρ. 6), με πτωχευτική ικανότητα κατά το άρθρο 61 παρ. 1 του ΠτΚ, που έχει το κέντρο των κύριων συμφερόντων του στην Ελλάδα και δραστηριοποιείται στην αγορά, ήτοι δεν έχει προβεί σε παύση εργασιών ή λύση, δύναται να υποβάλλει αίτηση για την υπαγωγή του στην εν λόγω διαδικασία ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου στην περιφέρεια του οποίου έχει την έδρα του, το οποίο δικάζει κατά την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (62 παρ. 6).

Παράλληλα, για το παραδεκτό της αίτησης απαιτείται επισύναψη συμφωνίας από πιστωτές που συγκεντρώνουν ορισμένο ποσοστό (άρθρο 62 παρ. 3 εδαφ. α). Ειδικότερα, ανάγεται σε απαρέγκλιτο όρο η συναίνεση πιστωτών που εκπροσωπούν κατ’ ελάχιστον 50,1% του συνόλου των απαιτήσεων, στο οποίο περιλαμβάνεται τουλάχιστον 50,1% των τυχόν εξασφαλισμένων με οιονδήποτε τρόπο απαιτήσεων, συμπεριλαμβανομένων τουλάχιστον δύο (2) χρηματοδοτικών φορέων, εφόσον ο αιτών έχει χρηματοδοτηθεί από περισσότερους, των οποίων οι απαιτήσεις κατά αυτού αντιπροσωπεύουν κατ’ ελάχιστον 20% των συνολικών οφειλών. Τα δε ανωτέρω ποσοστά των πιστωτών που συγκατατίθενται θα πρέπει να έχουν υπολογιστεί από λογιστή φοροτεχνικό Α’ ή Β’ τάξεως του ν. 2515/1997 ή ορκωτό λογιστή, με βάση κατάσταση πιστωτών που καταρτίζει ο ίδιος, η οποία θα πρέπει  επισυναφθεί στη συμφωνία και δεν πρέπει να απέχει χρονικά περισσότερο από τρεις (3) μήνες από την ημερομηνία της αίτησης. Τέλος, πρέπει να υπάρχει βεβαίωση του ως άνω συντάξαντος, που θα πιστοποιεί ότι συντρέχει η ανωτέρω απαιτούμενη πλειοψηφία.

Η ως άνω αναλυτικώς περιγραφόμενη συμφωνία των πιστωτών αποτελεί αποδεικτικό της συναίνεσης τους, θα πρέπει δε να συνοδεύεται από ρητή δήλωσή τους ότι το αιτούν πρόσωπο, μετά την υπαγωγή του στην εν λόγω διαδικασία, θα επιβιώσει και θα ανακάμψει και τέλος μπορεί να περιγράφει διάφορα μέτρα για την αναδιάρθρωση του χρέους, όπως διαγραφή ενός μέρους του, μετοχοποίηση των απαιτήσεων, παράταση διάρκειας αποπληρωμής ή οτιδήποτε άλλο συμφωνηθεί από τα μέρη (άρθρο 62 παρ. 3 και 5).

Επιπλέον, ναι μεν από το συνδυασμό των άρθρων 62 παρ. 4 και 64 παρ. 3, οι οφειλές προς τη Φορολογική Διοίκηση ή τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, εξαιρούνται ευθέως από την εν λόγω διαδικασία (εν αντιθέσει με τον ν. 3869/2010, που πλέον τις περιλαμβάνει), αλλά, για την εγκυρότητα αυτής απαιτείται η υπαγωγή αυτών (των οφειλών) σε ρύθμιση και η προσκόμιση φορολογικής ή ασφαλιστικής ενημερότητας αντίστοιχα (άρθρο 62 παρ. 1 τελ. εδ.). Τέλος, έχει κριθεί, από τη μία ότι δεν απαιτείται η προσκόμιση οικονομικών καταστάσεων του αιτούντος προσώπου και από την άλλη ότι είναι αναγκαία η εγγραφή της αίτησης στο Γ.Ε.ΜΗ, μπορεί δε να διαταχθεί, εφόσον κριθεί απαραίτητο από το Δικαστήριο, η κλήση ορισμένων ή όλων των πιστωτών (άρθρο 62 παρ. 6). Ακόμα, κατ’ αναλογία με το άρθρο 10 ΠτΚ, δύναται το Δικαστήριο, εφόσον υποβληθεί σχετικό αίτημα, να διατάξει προληπτικά μέτρα μέγιστης διάρκειας έξι (6) μηνών από την κατάθεση της αίτησης (άρθρο 62 παρ. 8)

Κατά την ημέρα της δικασίμου το Δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 63 παρ. 2, εφόσον κρίνει ότι δεν έχουν προσκομιστεί όλα τα αναγκαία δικαιολογητικά, δύναται να ορίσει προθεσμία για τον σκοπό αυτό (θα μπορούσε ατύπως και αφηρημένα να ειπωθεί ότι πρόκεται κατά μία έννοια για την προσθήκη - αντίκρουση του κοινού δικονομικού δικαίου) . Εν συνεχεία, ο εφαρμοστής του δικαίου, έχοντας λάβει υπόψη του όλα τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα έγγραφα, εκδίδει, εντός μηνός από τη συζήτηση της αιτήσεως (άρθρο 63 παρ. 3), απόφαση και είτε δέχεται την αίτηση (άρθρο 63 παρ. 1), είτε την απορρίπτει. Σε κάθε περίπτωση, η απόφαση δημοσιεύεται αμελλητί σε περίληψη στο Γ.Ε.ΜΗ, με μέριμνα του οφειλέτη ή οποιουδήποτε άλλου θεμελιώνει έννομο συμφέρον (άρθρο 63 παρ. 4). Επί της αποφάσεως που δέχεται την αίτηση δύναται να ασκηθεί τριτανακοπή κατά το άρθρο 63 παρ. 5, επί της αποφάσεως δε που την απορρίπτει επιτρέπεται έφεση σύμφωνα με το άρθρο 63 παρ. 7.

Η δικαστική απόφαση που αποφαίνεται καταφατικά επί της αιτήσεως δεσμεύει όλους τους πιστωτές, ακόμα και τους μη συμβεβλημένους (άρθρο 62, εξαιρετικά σημαντικό), η δε απαιτήσεις αυτών κατά των συνοφειλετών του αιτούντος περιορίζονται στο ποσό που ισχύει, βάσει της απόφασης, για τον οφειλέτη (άρθρο 64 παρ. 5), γεγονός που δεν ισχύει ούτε στο ν. 3869/2010, ούτε στο εν γένει αστικό δίκαιο. Περαιτέρω, όμως, η εν λόγω απόφαση λειτουργεί ευεργετικά προς όλες τις πλευρές. Πιο συγκεκριμένα, αφενός μεν προς τον οφειλέτη, που έχει την ευκαιρία να διασώσει την επιχείρησή του, πριν αυτή περιέλθει ολοκληρωτικά σε δεινή θέση (σε παύση πληρωμών), και να κάνει μία νέα αρχή (fresh start policy) έχοντας όλα τα προνόμια που απαριθμούνται στο άρθρο 64 παρ. 1 (αναστολή ατομικών και συλλογικών διώξεων), αφετέρου δε αποβαίνει προς το συμφέρον των πιστωτών που δύναται να ικανοποιηθούν πιο ορθολογικά και εν τέλει πιο αποτελεσματικά καθώς και προς όφελος των εργαζομένων της κρίσιμης επιχείρησης, οι οποίοι διατηρούν τις θέσεις εργασίας τους, τέλος δε, η διατήρηση της επίδικης επιχείρησης έχει θετικό αντίκτυπο στην εν γένει οικονομία της χώρας και τους κοινωνικοοικονομικούς σκοπούς της, πράγμα που αποτυπώθηκε και στην αιτιολογική έκθεση του νόμου, που ορίζει ότι σκοπός είναι «η αναδιάρθρωση του ιδιωτικού χρέους των επιχειρήσεων για να ανακτήσουν την αποδοτικότητά και ανταγωνιστικότητά τους προς όφελος της εθνικής οικονομίας και απασχόλησης».

Κλείνοντας αξίζει να επισημάνουμε ορισμένα ακόμα στοιχεία ως προς την έκτακτη διαδικασία ρύθμισης των υποχρεώσεων των εμπόρων, όπως το ότι ο οφειλέτης δικαιούται διαγραφή προσαυξήσεων, τόκων και προστίμων κατά 20% για οφειλές τους προς τη Φορολογική Διοίκηση ή τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης (άρθρο 64 παρ. 2). Επίσης, είναι ιδιαίτερα σημαντικό για τους πιστωτές και αποτελεί κίνητρο για τη συναίνεσή τους στην αίτηση του οφειλέτη ότι όσοι τον χρηματοδοτούν ή εισφέρουν αγαθά ή υπηρεσίες προς αυτόν εμπίπτουν στο προνόμιο του άρθρου 154 περ. α’ του ΠτΚ, ήτοι προηγούνται στην ικανοποίησή τους.

Ναι μεν αναφέρθηκε ότι η απόφαση για υπαγωγή του οφειλέτη στην υπό εξέταση διαδικασία αναπτύσσει ενέργεια για το σύνολο των πιστωτών, ήτοι ακόμα και για αυτούς που δεν συμφώνησαν, αλλά αυτό δεν τους αποστερεί το δικαίωμα να ασκήσουν αγωγή αποζημίωσης (μέσα σε δύο [2] μήνες από τη δημοσίευση της απόφασης που δέχεται την αίτηση) κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 66, εφόσον αποδεικνύουν ότι λόγω της συμφωνίας μειώθηκαν οι απαιτήσεις τους κατά την ονομαστική τους αξία. Πάρα ταύτα, αξιοσημείωτο είναι ότι η πιθανή ευδοκίμηση της αγωγής δεν επιδρά αρνητικά στη συμφωνία.

Αυτό, όμως, που επιδρά ιδιαίτερα αρνητικά είναι η μη τήρηση εκ μέρους του οφειλέτη των υποχρεώσεών του που απορρέουν από τη συμφωνία, πράγμα που δημιουργεί δικαίωμα καταγγελίας εκ μέρους των πιστωτών, με άμεσο επακόλουθο την αναβίωση των οφειλών που διαγράφηκαν, την ανατροπή της συμφωνίας κ.α (άρθρο 64 παρ. 7). Τέλος, αξίζει να επισημανθεί προς γνώση όλων μας ότι οι ενέργειες που διενεργούνται στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, σύμφωνα με το άρθρο 67,  απαλλάσσονται από κάθε φόρο, τέλος ή δικαίωμα του Δημοσίου ή τρίτων, όπως χαρτόσημα και παράβολα, χωρίς, ωστόσο, να εξαιρείται και η καταβολή ΦΠΑ, αναφορικά δε για τις αμοιβές των υπηρεσιών που παρέχονται ισχύει αναλογικά το άρθρο 134 ΠτΚ, μεταξύ των οποίων και των δικηγόρων ήτοι ο περιορισμός τους σε ποσοστό 30% των προβλεπόμενων εκ του νόμου.

Κλείνοντας να σημειώσω ότι ο ν. 4307/2014 και κατ' επέκταση η ως άνω διαδικασία έχει περιορισμένη χρονική διάρκεια, ήτοι μέχρι την 31.03.2016. Με δεδομένο, όμως, ότι η πλειονότητα των επιχειρήσεων στον ελληνικό χώρο παραμένει θνησιγενής, τίποτα δεν αποκλείει την παράτασή της διάρκειας εφαρμογής του. Οψόμεθα. Το παρόν είχε σκοπό να συστήσει σε όλους τους νομικούς αυτή τη λιγότερο γνωστή, αλλά άκρως ενδιαφέρουσα και χρήσιμη διαδικασία αντιμετώπισης ζητημάτων υπερχρέωσης, αποτελεί δε μέρος εισηγήσεως μεταπτυχιακού επιπέδου.

*Ο Σωκράτης Τσαχιρίδης είναι Ασκούμενος Δικηγόρος και μεταπτυχιακός φοιτητής του Πάντειου Πανεπιστημίου της Αθήνας

Σωκράτης Τσαχιρίδης

Αν βρείς μία γυναίκα, παντρέψου την. Αν είναι καλή, θα είσαι ευτυχισμένος, αν όχι, θα γίνεις φιλόσοφος.