Νέο ασφαλιστικό και Δικηγόροι

Η επιβάρυνση των δικηγόρων σύμφωνα με την Κυβερνητική πρόταση για το ασφαλιστικό.

Α. Σύνδεση εισφορών και εισοδήματος

Εκ των βασικών μεταβολών του προτεινόμενου συστήματος είναι η διασύνδεση των ασφαλιστικών εισφορών με το εισόδημα του ελεύθερου επαγγελματία. Σύμφωνα με τις προτεινόμενες ρυθμίσεις οι δικηγόροι καλούνται να καταβάλουν:

Εισφορά κύριας σύνταξης: 20% επί του καθαρού φορολογητέου εισοδήματος από την ασκούμενη δραστηριότητα κατά το προηγούμενο έτος.

Εισφορά επικουρικής ασφάλισης: 7,5% επί του εισοδήματος από την ασκούμενη δραστηριότητά τους κατά το προηγούμενο φορολογικό έτος.

Εισφορά υγειονομικής περίθαλψης: 6,95% επί του καθαρού φορολογητέου εισοδήματος από την ασκούμενη δραστηριότητα κατά το προηγούμενο έτος.

Εισφορά για εφάπαξ παροχή : 4% επί του καθαρού φορολογητέου εισοδήματος από την ασκούμενη δραστηριότητα κατά το προηγούμενο έτος.

Συνολικά, επομένως, επιβάλλεται επιβάρυνση 38,45% στο φορολογητέο εισόδημα για εισφορές κοινωνικής ασφάλισης.

Τίθεται συγχρόνως κατώτατο όριο μηνιαίων ασφαλιστικών εισφορών, το οποίο ανέρχεται στα παραπάνω ποσοστά υπολογιζόμενα επί του κατώτατου μισθού άγαμου άνω των 25 ετών, ήτοι 586,08 €, άρα 38,45% x 586,08 = 225,34 € μηνιαίως, ή 2.704,17 € ετησίως.

Με τις ασφαλιστικές εισφορές συνεισπράττεται η εισφορά 120 € υπέρ ΟΑΕΔ (ν. 3896/2011).

Β. Είσπραξη των εισφορών

Η είσπραξη των ανωτέρω ποσών γίνεται ως εξής:

Προείσπραξη της εισφοράς του 20% επί της «ελάχιστης αμοιβής ανά δικηγορική πράξη ή παράσταση».

Σε περίπτωση που τα ποσά που καταβάλλονται βάσει των ανωτέρω ρυθμίσεων υπολείπονται της εισφοράς, ο ασφαλισμένος καταβάλλει την προκύπτουσα διαφορά σε χρήμα.

Σε περίπτωση που τα ποσά που καταβλήθηκαν υπερβαίνουν την προβλεπόμενη μηνιαία εισφορά, δεν επιστρέφονται, αλλά συμψηφίζονται με την ετήσια ασφαλιστική οφειλή.

Οι ασφαλιστικές εισφορές καταβάλλονται βάσει της ισχύουσας μέχρι σήμερα διαδικασίας έως την 31.12.2016.

Από 1.1.2017 οι ασφαλιστικές εισφορές καταβάλλονται μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα που αυτές αφορούν.

Από 1.7.2017 καταργούνται τα ένσημα υπέρ κοινωνικής ασφάλισης.

Γ. Κριτική αποτίμηση των νέων ρυθμίσεων

Η βασική επιλογή της σύνδεσης των ασφαλιστικών εισφορών με το εισόδημα ανατρέπει το σύστημα κοινωνικής ασφάλισης και το μετατρέπει από αναδιανεμητικό σε κεφαλαιουχικό, νεοφιλελεύθερης έμπνευσης.

Ο ποσοστιαίος καθορισμός των ασφαλιστικών εισφορών πρέπει να οριοθετείται από την ανάγκη διασφάλισης των αναγκαίων, αξιοπρεπών και ανάλογων προς την εργασία του μέσων διαβίωσης του ελεύθερου επαγγελματία.

Τούτο σημαίνει ότι ο ποσοστιαίος καθορισμός των ασφαλιστικών εισφορών σε ύψος που –σε συνδυασμό με την φορολογική επιβάρυνση- αποστερεί τα αναγκαία μέσα διαβίωσης από τον επαγγελματία και του αφαιρεί το μεγαλύτερο μέρος από το προϊόν της εργασίας του συνιστά δυσανάλογο περιορισμό του δικαιώματός του επί του προϊόντος της εργασίας του.

Εν προκειμένω, η ασφαλιστική επιβάρυνση που υπερβαίνει το 1/3 του εισοδήματος του επαγγελματία, σε συνδυασμό με την φορολογική υποχρέωση (26% από το πρώτο ευρώ, άρθρο 29 ν. 4172/2013), την προκαταβολή φόρου, που από 75% θα φτάσει το 100% (άρθρα 69 & 71 ν. 4172/2013), τον ΦΠΑ 23% (άρθρο 62 παρ. 3 ν. 3862/2010), το τέλος επιτηδεύματος (650€, άρθρο 31 ν. 3986/2011), και την ειδική εισφορά αλληλεγγύης (κλιμακούμενη από 0,7% – 8%, άρθρο 29 ν. 3986/2011 όπως αντικαταστάθηκε με τον ν. 4334/2015) έχει ως αποτέλεσμα ο δικηγόρος να στερείται σχεδόν το μεγαλύτερο μέρος (άνω του 80%) του εισοδήματος, δηλ. του προϊόντος της εργασίας του. Έπεται ότι η επιβολή του ως άνω ποσοστού ασφαλιστικών εισφορών, σε συνδυασμό με τις λοιπές επιβαλλόμενες εκ του νόμου επιβαρύνσεις,  υπερβαίνει τα ακραία συνταγματικά όρια.

Εξάλλου, η επιβάρυνση των γραμματίων προείσπραξης με τις ασφαλιστικές εισφορές κύριας σύνταξης (20%), που επιρρίπτονται άμεσα στον εντολέα (διάδικο), αυξάνουν εκθετικά το κόστος πρόσβασης στην δικαιοσύνη και άρα συνιστούν δυσανάλογο περιορισμό του δικαιώματος δικαστικής προστασίας των πολιτών (Συντ. 20 παρ. 1).

Είναι ολοφάνερο ότι οι νέες ρυθμίσεις δεν δίνουν θετική λύση στο ασφαλιστικό πρόβλημα. Η όξυνσή του οφείλεται στο εκρηκτικό μίγμα του δημογραφικού προβλήματος, της αύξησης της ανεργίας και της συνεχιζόμενης ύφεσης. Όσο οι παράγοντες αυτοί δεν αντιμετωπίζονται θα πολλαπλασιάζεται το χρηματοδοτικό κενό του συστήματος και θα πρέπει να εφευρίσκονται νέοι τρόποι κάλυψής του.

Η σκληρή πραγματικότητα των αναλογιστικών μελετών για τη βιωσιμότητά του δεν μπορεί να αγνοηθεί. Αντί, όμως, να προκρίνονται άκριτα λύσεις που εξοντώνουν το πιο παραγωγικό κομμάτι της οικονομίας (τον ιδιωτικό τομέα), πρέπει με δημιουργικό τρόπο, να δοθεί μια άμεση τονωτική ένεση στο σύστημα και στη συνέχεια να εξετασθεί η μακροπρόθεσμη βιωσιμότητά του σε συνδυασμό με την ανάκαμψη της οικονομίας.

Μέχρι σήμερα έχουν προταθεί λύσεις, οι οποίες προφανώς δεν έγιναν δεκτές από τους δανειστές :

1.αφιέρωση τμήματος των εσόδων από την εκμετάλλευση του δημόσιου πλούτου στην ενίσχυση του ασφαλιστικού συστήματος,

2.απευθείας δανεισμός των ασφαλιστικών ταμείων από το χρηματοπιστωτικό σύστημα, είτε από άλλες πηγές, σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο,

3.ανακεφαλαιοποίηση των ασφαλιστικών ταμείων κατά το πρότυπο των τραπεζών,

4.φόρος επί των χρηματοπιστωτικών συναλλαγών.

Είναι ανάγκη οι εναλλακτικές λύσεις να εξειδικευθούν και να ποσοτικοποιηθούν, ώστε να αποτελέσουν τεκμηριωμένα αντίμετρα στις επιλογές που προσβάλλουν θεμελιώδη δικαιώματα και οδηγούν στον οικονομικό αφανισμό σημαντικό τμήμα της κοινωνίας και της οικονομίας.

Όσο όμως η χώρα μας παραμένει δέσμια των μνημονίων και της ΟΝΕ δεν πρόκειται να υπάρξουν εναλλακτικές βιώσιμες λύσεις στο ασφαλιστικό, ούτε σε κανένα άλλο θέμα του δημόσιου βίου. 

Άδωνις Δ. Κουλιούφας , Δικηγόρος Θεσσαλονίκης / Από το συνεργαζόμενο Blog Αδωνις Κουλιούφας