Πως ο εξωδικαστικός συμβιβασμός επιχειρήσεων ίσως αποτελεί το μοναδικό ορθό μέτρο αυτής της κυβέρνησης

Ψηφίσθηκε πρόσφατα από την Βουλή ο λεγόμενος «Εξωδικαστικός Μηχανισμός Ρύθμισης Οφειλών Επιχειρήσεων». Με βάση αυτόν οι υπερχρεωμένες επιχειρήσεις ( που σημειωτέον υπολογίζεται πως ανέρχονται στις 400.000) μπορούν να υποβάλλουν αίτηση προκειμένου να υπαχθούν σε μια διαδικασία ολικής εξωδικαστικής ρύθμισης των χρεών τους. Οι οφειλές που δύνανται να ρυθμισθούν θα πρέπει να έχουν δημιουργηθεί  έως την 31η Δεκεμβρίου 2016, και η καταληκτική ημερομηνία υπαγωγής στην διαδικασία αποτελεί η 31η Δεκεμβρίου 2018. Απαραίτητα για την διαδικασία αποτελούν τα οικονομικά στοιχεία της επιχείρησης και η απόδειξη πως μια εκ των τελευταίων τριών  εταιρικών χρήσεων ήταν κερδοφόρα. Περαιτέρω, η κάθε επιχείρηση έχει τη δυνατότητα να συμπεριλαμβάνει στην αίτηση της οποιοδήποτε άλλο έγγραφο ή στοιχεία, που η ίδια θεωρεί σημαντικό για την επιτυχία της διαδικασίας.  Ουσιαστικά δηλαδή, θα πρέπει να περιγράφει τη δραστηριότητα, τα µεγέθη της, την κοινωνική σηµασία της, αλλά και να παρουσιάσει ένα εφαρμόσιμο και βιώσιµο επιχειρηµατικό πλάνο τουλάχιστον 5ετίας. Η αίτηση θα υποβάλλεται μέσω ψηφιακής πλατφόρμας ηλεκτρονικής υποβολής και διαχείρισης αιτήσεων, που αναπτύσσεται από τη Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων.

Ποια η διαφοροποίηση με την πτωχευτική διαδικασία; Η πτωχευτική διαδικασία προβλέπει αντίστοιχες περιπτώσεις συνδιαλλαγής με τους πιστωτές, κυρίως με την μορφή της εξυγίανσης. Συγκεκριμένα, ο Πτωχευτικός Κώδικας επιτρέπει στις επιχειρήσεις να προσφύγουν στο κατά τόπον αρμόδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο και να ζητήσουν προστασία και συνδιαλλαγή µε τους πιστωτές τους, ώστε να αποφευχθεί η πτώχευση. Προσφεύγοντας δικαστικά µε την αίτηση υπαγωγής στο άρθρο 99, η εταιρεία καλείται να αποδείξει ότι βρίσκεται σε οικονοµική δυσπραγία, χωρίς όµως να έχει µπει σε παύση πληρωµών.  Το δικαστήριο θα αποφασίσει αν θα συνεχίσει ή όχι τη λειτουργία της µέσω διαπραγμάτευσης των οφειλών µε τους πιστωτές της.

Το σχέδιο εξυγίανσης ουσιαστικά αποβλέπει να δώσει στην εκάστοτε εταιρία, η οποία βρίσκεται ήδη στην «κόψη του ξυραφιού», μια τελευταία ευκαιρία περιορισμένου παγώματος των χρεών της, με σκοπό δυνητικά να ανακάμψει. Ωστόσο λαμβάνει πάντα ως πιθανότητα την τακτική πτώχευση, και συνεπώς την πιθανότητα τελικής ρευστοποίησης της επιχείρησης και την ικανοποίηση των πιστωτών. Ο εξωδικαστικός συμβιβασμός στοχεύει στην εναλλακτική διάσωση της επιχείρησης, με κοινή συμφωνία, πριν προκύψει ένα μη αναστρέψιμο πρόβλημα ρευστότητας, με έναν γρήγορο και αξιόπιστο τρόπο, ώστε να επιτευχθεί η συνεχόμενη βιωσιμότητα της επιχείρησης.

Δεν λείπουν οι προβληματικές επιλογές του νομοθέτη, όπως λόγου χάρη ο αποκλεισμός από τον μηχανισμό των ελεύθερων επαγγελματιών, χωρίς καμία δικαιολογία. Με αυτόν τον τρόπο αποκλείεται ένα πολύ σημαντικό κομμάτι της οικονομίας της χώρας, καθώς άτομα που τελούν υπό τις ίδιες αντικειμενικές συνθήκες με τις εμπορικές επιχειρήσεις  δεν απολαμβάνουν την ίδια προστασία (λέμε τώρα) του νόμου.

Παρά τις ατέλειες, τις ασάφειες, και τα ενδεχόμενα λάθη του νόμου, πρέπει να παραδεχθούμε πως κινείται σε έναν θετικό άξονα.  Το κλίμα εχεμύθειας της διαδικασίας δημιουργεί μια ασφάλεια μεταξύ των μερών. Η απαγόρευση τήρησης πρακτικών εξανεμίζει κάθε επιφυλακτικότητα του επιχειρηματία να μην θέσει όλα τα στοιχεία που επιθυμεί στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Η ταχύτητα της διαδικασίας σε κάθε περίπτωση συνοδεύεται από ένα μεγάλο πλήθος γραφειοκρατίας, υπό την έννοια ότι ο αιτών πρέπει να προσκομίσει τουλάχιστον 15 έγγραφα μόνο για να υποβάλλει την αίτηση. Ενδεικτικά υποβάλλονται πλήρη  οικονομικά  στοιχεία της επιχείρησης  (Ε1, Ε3, Ε9 κτλ), ιδιοκτησιακή κατάσταση, πιστοποιητικά μη πτώχευσης κ.ο.κ.

Ακόμα το σύστημα μπορεί να θεωρηθεί πως βρίσκεται σε «πειραματικό στάδιο». Ωστόσο πολύ γρήγορα αναμφισβήτητα θα γίνει ένα εργαλείο των επιχειρηματιών. Πρώτος στόχος του κράτους θα πρέπει να είναι η βελτίωση της λειτουργικότητας και αποτελεσματικότητας του μηχανισμού, με βάση τη ταχεία και φιλική διευθέτηση  των επιχειρηματικών χρεών.  Κρίνεται σκόπιμη ειδικά η δημιουργία αντικειμενικών κριτηρίων, ώστε ορισμένες κατηγορίες επιχειρήσεων να μπορούν με μεγάλη ευκολία να εντάσσονται στην διαδικασία, ή να εντάσσονται αυτόματα.