ΜΙΚΡΑ - ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΑ

Είναι Δευτέρα, πρωί, δηλαδή χάλια. Όμως, δεν έχω πιει καφέ και είναι ακόμα χειρότερα. Το χειρότερο; Ότι είναι 24 του μήνα και δεν έχω πληρωθεί ακόμα, και φυσικά τα τελευταία αποθέματα τα έφαγα (σχεδόν όλα) μέσα στο Σαββατοκύριακο.

Όμως, παρόλα αυτά είμαι εδώ. Νίκαια, στο Ειρηνοδικείο. Κάνω κάτι μικροδουλειές. Ανταλλάζω ένα μεγαρόσημο των 2 με δίγραγκο και αναθαρρω.

Στη συνέχεια, η γραμματέας που απασχολούσα (πρώτη φορά μου συμβαίνει εδώ Αθήνα) με κερνάει μπουγάτσα. Μια χαρά, δεν είχα φάει και τίποτα (λιγο κανέλα δεν έβαλες ομως στην κρέμα). 😛 Τελειώνω με τις σκατοδουλειές - ε μικροδουλειές ήθελα να πω - και φέυγω για κέντρο, για να φύγω από εκεί για επαρχία.

Στέκομαι και περιμένω το λεωφορείο να έρθει. Δίπλα μου μία κοπέλα, νέα θα έλεγα, περίπου στην δικιά μου ηλικία (νέος είμαι και εγώ εεε). Την πλησιάζει ένας, ίσως άστεγος, ίσως επαίτης, ίσως και τίποτα από αυτά (δεν ξέρω) και της λέει: Έχεις ένα τσιγάρο;; Του λέει: Στριφτά κάνω, ορίστε μόλις έστριψα, παρε το. Του το δίνει, το παίρνει, το κοιτάει και πολύ αυθόρμητα της λέει, δεν ξέρεις να στρίβεις. Λυθήκαμε.

Φτάνω επαρχία, και εγώ από επαρχία είμαι παρεπιπτόντως. Λέω θα κινηθώ γρήγορα. Πάω να κόψω γραμμάτιο για μία αίτηση συναινετικού, πουθενά η του συλλόγου. Οκ, ψυχραιμία θα έρθει. Πάω να καταθέσω (και να έχω σε εκκρεμότητα την προείσπραξη). Μπουκάρω στο γραφείο του γραμματέα χτυπώντας λίγο την πόρτα για το τυπικό. Μπαίνω μέσα και τον πιάνω σχεδόν να κοιμάται.. και του λέω τα σχετικά. Αποκρίνεται βαρέως, πάνε πιες ένα καφέ και έλα σε μισή ώρα. Μα, μου του λέω.. Τιποτά αυτός.

Σύνοψη: λόγω γραματτέων, έφαγα μπουγάτσα, ήπια καφέ και έκανα και τις δουλειές μου και έφυγε και η Δευτέρα. Καλή εβδομάδα είπαμε;; Σίγουρα θα είναι καλή, εξάλλου είναι κουτσή.