The People vs. O. J. Simpson: American Crime Story. Κριτική- Ανάλυση

Της Ιωάννας Κασσελούρη

Το American Crime Story, είναι το «αδερφάκι» του American Horror Story, μια ανθολογία, έχει δηλαδή, διαφορετική ιστορία και καστ ανά σεζόν, και παρουσιάζει το χρονικό αληθινών εγκλημάτων που συντάραξαν την κοινή γνώμη στην Αμερική των 90's.

Η πρώτη σεζόν 10 επεισοδίων ξεκινά από τη "δίκη του αιώνα'' και φτάνει να μιλά για το κοινωνικό πλαίσιό της. Δια χειρός του διακεκριμένου με Emmy και Χρυσή Σφαίρα παραγωγού Ryan Murphy (Nip/Tuck, Glee), αφηγείται μια πραγματική ιστορία εγκλήματος που συντάραξε τις ΗΠΑ, δημιουργώντας ένα καθηλωτικό δικαστικό θρίλερ, το οποίο μας μεταφέρουν οι συντελεστές του με άρτιο τρόπο. Έχει το camp στοιχείο που χαρακτηρίζει όλα τα, διαφορετικά μεταξύ τους, έργα του Murphy. Οι κάμερες κοιτούν τους χαρακτήρες με ενδιαφέρον ενώ τα πάντα είναι γεμάτα υπερβολή,σοκ, φωνάζουν και ζητούν την προσοχή σου.
Το ''The People VS O.J. Simpson'' είναι, βραβευμένο με 9 Emmy και Χρυσές Σφαίρες: Καλύτερου Γυναικείου Ρόλου για τη Sarah Paulson και Καλύτερης Μίνι Σειράς και βασισμένο στο βιβλίο του Jeffrey Toobin «Run of his life: The people VS O.J. Simpson».

Η σειρά πήρε καλές κριτικές για την υψηλή της αισθητική, το δυνατό καστ και το εξαιρετικό σενάριο.Αριστοτεχνικά μας δείχνει, πόσο επικίνδυνη είναι η διασημότητα και πως διαστρέφει παραπλανητικά την πραγματικότητα με τραγικά αποτελέσματα για όλους. Τον Simpson που, αθώος ή ένοχος, πείστηκε πως βρίσκεται στο απυρόβλητο. Την κατήγορο Marcia Clark που είδε την προσωπική της ζωή να σέρνεται στις φυλλάδες, επειδή ήταν γυναίκα και άσημη, χωρίς στυλίστες. Ρεσιτάλ ερμηνείας δίνει η μούσα του Murphy, Sarah Paulson ως η οικεία, συμπαθής, Εισαγγελέας Marcia Clark που συνεπαίρνει και ενσαρκώνει έξυπνα τη ρευστή, ευέλικτη φύση της σειράς. Που ανακατεύει δράμα και σάτιρα συγκινώντας.Δίνει σάρκα και οστά στις πιο δραματικές στιγμές τού σεναρίου, γίνεται αποκαρδιωτική, δίνει στον χαρακτήρα της πόνο και απόγνωση (κυρίως σε ότι αφορά τα προσωπικά της με τον άντρα της, το παιδί της, την ερωτική της ζωή), μα είναι γεμάτη αυτοπεποίθηση. Η Clark θέτει στον εαυτό της ερωτήσεις και απορίες, προσπαθεί να παλέψει τον σεξισμό και τον ρατσισμό του ανδροκρατούμενου επαγγέλματος του Εισαγγελέα, ενώ δεν ασχολείται με τα μίντια. Όσο η αντίπαλη δικηγορική ομάδα μετατρέπει μια προφανή υπόθεση φόνου σε σύμβολο κοινωνικής αδικίας, η Clark συνεχίζει με σιγουριά -και άγνοια- να μιλά για γεγονότα. H δημόσια κατήγορος δεν μπόρεσε να καταλάβει πως αυτή δε θα ήταν μια ακόμα δικαστική υπόθεση, αλλά ριάλιτι για τους τηλεοπτικούς δέκτες. Καθώς οι φυλλάδες εισβάλλουν στην ζωή και στη δουλειά της σπάει απο την πίεση. Τα μαλλιά της γίνονται αντικείμενο δημόσιας συζήτησης, η ανάγκη της να βρεθεί στο σπίτι της με τα παιδιά της, περίγελος. Δεν καταλαβαίνει γιατί πρέπει να παίξει με τη φυλετική σύνθεση των ενόρκων. Δεν καταλαβαίνει γιατί δεν πρέπει να ανεβάσει τον ρατσιστή αστυνομικό στο εδώλιο. Η ακριβής απεικόνιση των γεγονότων είναι ανατριχιαστική και η αληθινή Clark, που βρήκε τη σειρά εξαιρετική, δήλωσε ότι αισθάνθηκε άβολα όταν έβλεπε όσα διαδραματίστηκαν, κι ότι ξαναέζησε εκείνες τις στιγμές.

Παίζουν επίσης, ο Sterling K. Brown ως ο επιρρεπής σε λάθη κατήγορος Christopher Darden, ο Cuba Gooding Jr. ως ο δραματικός O.J Simpson, και ο John Travolta ως ο δικηγόρος από το dream team της υπεράσπισης Robert Shapiro είναι κυνικά εγωκεντρικός απολύτως ρεαλιστικά παιγμένος, αυτάρεσκος, σκέτη απόλαυση. Στο cast συμμετέχει ο David Schwimmer, (Ross από τα Φιλαράκια) που υποδύεται τον Robert Kardashian, φίλο και δικηγόρο του O.J. ενώ η Selma Blair είναι μια ευχάριστη έκπληξη υποδυόμενη την -γνωστή- Kris Jenner, τη γυναίκα του Robert Kardashian και φίλη του θύματος.

Παρακολουθούμε την πολύκροτη εννιάμηνη (από τον Ιανουάριο ως τον Οκτώβριο του 1995) δίκη του πασίγνωστου αφροαμερικανού αθλητή Ο.J. Simpson που κατάφερε να αποκτήσει δόξα, πλούτο, και την αγάπη της Αμερικής και που τον Ιούνιο του 1994 κατηγορήθηκε για τη διπλή δολοφονία της πρώην συζύγου του, Nicole Brown και του φίλου της Ron Goldman.

Ακολουθούμε βήμα βήμα την ιστορία, (τη ζωντανή μετάδοση από τα μίντια της καταδίωξης του Ford Bronco με το οποίο φυγαδεύτηκε ο Simpson πριν τη σύλληψή του, την εκδίκαση ως και μετά την έκδοση δικαστικής απόφασης,) ενώ η σειρά αφήνει στον θεατή την απόφαση για το αν ο Ο. J. τελικά ήταν αθώος ή ένοχος και εξετάζει τους νομικούς ελιγμούς των δύο πλευρών, καθώς και το πώς ο συνδυασμός της εξυπνάδας της υπεράσπισης των δικηγόρων (ανάμεσα τους ο φιλόδοξος και αδίστακτος Robert Shapiro, ο Johnnie Cohran, δικηγόρος διασημοτήτων, και υπέρμαχος των δικαιωμάτων των μαύρων), με την ιστορία του Αστυνομικού Τμήματος του Λος Άντζελες με την Αφροαμερικανική κοινότητα,και την υπεραισιοδοξία των κατηγόρων που τους οδήγησε σε λάθη όπως τη μη κίνηση της ποινικής δίωξης με τη δυνατότητα επιβολής της θανατικής ποινής (που θα εξασφάλιζε μεγαλύτερη δυνατότητα καταδίκης) , την επιλογή των ενόρκων οι οποίοι στην πλειοψηφία τους ήταν αφροαμερικανοί (9 απο τους 12) και γυναίκες (10 απο τους 12),στη μακρά διάρκεια της δίκης που εξάντλησε τους ενόρκους και τους οδήγησε να βγάλουν πολύ γρήγορα απόφαση, τη διεξαγωγή της δίκης στο Λος Άντζελες και όχι στη Σάντα Μόνικα στην οποία βρισκόταν ο τόπος του εγκλήματος. Έτσι, παρά την ύπαρξη δειγμάτων DNA (ένος νέου για την εποχή αποδεικτικού μέσου) και αδιάσειστων στοιχείων που ενοχοποιούσαν τον Simpson , η υπεράσπιση πέτυχε να δημιουργήσει αμφιβολίες για την ενοχή του στους ενόρκους.
Παράλληλα βλέπουμε τους τρόπους χειραγώγησης της διαδικασίας, τον βαθμό του διχασμού ολόκληρης της αμερικανικής κοινωνίας γύρω από την αθωότητα ή την ενοχή του Ο.J., σε μία συζήτηση που κινήθηκε περισσότερο γύρω από το ρατσισμό και λιγότερο γύρω από τα πραγματικά στοιχεία αλλά και το πώς η δίκη σφράγισε τη μοίρα των συμμετεχόντων.

Η σειρά είναι πάντα επίκαιρη θίγοντας το ρατσισμό στην Αμερική, την αστυνομική βία, την πάλη ανάμεσα σε μαύρους και λευκούς για δικαιοσύνη, και τη θέση της γυναίκας στη δημόσια ζωή. Ξετυλίγει αλήθειες και ψέματα, φωτίζει όλες τις πλευρές, θύτη και θύματα.

Έστησε την Αμερική στο εδώλιο, αποκαθήλωσε έναν αστέρα και τόνισε τη σημασία της δίκης που αποτέλεσε το πρώτο τηλεοπτικό reality με ρεκόρ τηλεθέασης (πάνω από 95 εκ. τηλεοθεατές την παρακολούθησαν για πάνω απο 130 μέρες, ενώ περίπου 2.000 τηλεοπτικές εκπομπές κάλυψαν το θέμα). Αποτέλεσε αντικείμενο δημοσκοπήσεων. Χαρακτηριστικά, το 62% των λευκών αμερικάνων πίστευε ότι ο Simpson είναι ένοχος ενώ το 68 % των αφροαμερικάνων πίστευε ότι είναι αθώος.Το 77% των μαύρων συμφώνησαν με την δικαστική απόφαση, ενώ το 65% των λευκών διαφώνησε. Δέκα χρόνια μετά, τα ποσοστά και στις δύο ομάδες που πιστεύουν στην ενοχή του αυξάνονται με το ποσοστό των λευκών να φτάνει στο 80% και εκείνο των έγχρωμων στο 70%.

Ο Ο.J. Simpson είχε τους πόρους και τη φήμη για να υπερασπιστεί τον εαυτό του μέχρι τέλους με μια γραμμή βασισμένη σε δύο κυρίως άξονες. Πρώτον, με τη δημοφιλία του, σε συνδυασμό με ένα σώμα ενόρκων, το οποίο θα μπορούσε να ταυτιστεί με αυτήν και, δεύτερον, με την αμφισβήτηση της αξιοπιστίας των αποδεικτικών στοιχείων. Στο εγχείρημα αυτό συνέβαλε ακουσίως ο ρατσιστής αστυνομικός Mark Fuhrman, ένας από τους πρώτους αστυνομικούς που έφτασε στον τόπο του εγκλήματος και συνέλεξε αποδεικτικό υλικό, και που όπως αποδείχθηκε συνήθιζε να «φυτεύει» αποδεικτικά στοιχεία στους τόπους εγκλημάτων για να πετυχαίνει τη σίγουρη καταδίκη έγχρωμων κατηγορουμένων. Κάπως έτσι η ομάδα του O.J. στήριξε όλη της την υπεράσπιση στον ρατσισμό που υπέστη από τους λευκούς αστυνομικούς.

Κομβικό σημείο της δίκης ήταν η βόλτα των ενόρκων στο σπίτι του κατηγορούμενου. Αυτό για την υπεράσπιση ήταν μια ευκαιρία να γυρίσουν τις πιθανότητες υπέρ της αθώωσης. Έτσι, άλλαξαν τη διακόσμηση της έπαυλης του Σίμπσον με σκοπό να βγάλουν μια οικογενειακή εικόνα και να επηρεάσουν τους ενόρκους.

Η σκηνή όμως που έμελλε να κρίνει ολόκληρη την δίκη είναι όταν ο O.J Simpson δε μπόρεσε να φορέσει τα γάντια που βρέθηκαν με αίματα παίζοντας στην εντέλεια το ρόλο του αδικημένου και διασκεδάζοντας το. Με αφορμή αυτό το γεγονός ο Cochran κοιτώντας τους ενόρκους είπε “It doesn’t fit. And if it doesn’t fit, you must acquit”.

Λάθος της εισαγγελίας ήταν ότι η Marcia Clark παραδέχθηκε ότι ο Furhman ήταν ψεύτης, ρατσιστής,το “χειρότερος είδος” αστυνομικού και κάποιος που “κανείς δεν θα ήθελε να υπάρχουν άνθρωποι σαν αυτόν στον πλανήτη”. Με αυτόν τον τρόπο ισοπέδωσε κάθε στοιχείο το οποίο είχε βρεθεί και ενοχοποιούσε τον O.J. Simpson. Όταν ύστερα μίλησε ο Christopher Darden χαρακτήρισε τον κατηγορούμενο “μεγάλο αθλητή” αλλά και “δολοφόνο” θυμίζοντας στους ενόρκους την εικόνα που είχαν για τον O.J. πριν από αυτό το συμβάν.

Την ημέρα που ανακοινώθηκε η απόφαση είχαν στηθεί κάμερες σε καφετέριες και bar. Η υπόθεση είχε καθηλώσει και διασπάσει όλο το έθνος με τις δύο μεριές να έχουν πάρει προσωπικά την υπόθεση.
«Οι άνθρωποι, Μarcia, έχουν το δικαίωμα να μάθουν την άληθεια», λέει σε κάποιο σημείο του εξαιρετικού 9ου και προτελευταίου επεισοδίου o βοηθός εισαγγελέας Christopher Darden στην επικεφαλής της εισαγγελικής ομάδας του, ενώ προσπαθούν να πείσουν τους ενόρκους για την ενοχή του O.J. Simpson. Είναι όμως έτσι; Η κοινή γνώμη εκτός από δικαίωμα, θέλει να μάθει μια αλήθεια που δεν την βολεύει; Αυτό είναι το βασικό διακύβευμα μιας καλής σειράς (επιβεβαίωση η φανταστική 2η σεζόν της και η ανανέωση της για 3η).

Συμπερασματικά, το ''The People VS. OJ Simpson'' ήρθε να εξαργυρώσει την επιτυχία του trend της αμερικάνικης τηλεόρασης να βασίζεται σε true crime σειρές και την επιστροφή της ανθολογίας στο δρόμο που χάραξε το American Horror Story.

Όμως το ''The People VS. OJ Simpson'' δεν έχει καν ως κεντρικό ήρωα τον Simpson. Είναι μια οξυδερκής ματιά στην αμερικάνικη κοινωνία όπου το ζήτημα της ρατσιστικής αντιμετώπισης των αφροαμερικάνων πολιτών παραμένει φλέγον. Είναι μια σειρά που συναρπάζει με την αληθοφάνειά της και με τη διάθεση να μην πάρει θέση στην εξιστόρηση των γεγονότων μιας υπόθεσης που χώρισε στα δύο την κοινή γνώμη και που καλεί τον θεατή με αξιοθαύμαστη αντικειμενικότητα να βγάλει μόνος του συμπεράσματα, όπως κλήθηκαν οι ένορκοι της δίκης να καθορίσουν την τύχη του κατηγορούμενου.

Η ετυμηγορία; Η σειρά είναι εδώ για να μείνει.