Για τον υπολογισμό δώρων εργαζομένου πρέπει να ληφθούν και πρόσθετες αμοιβές υπερεργασίας (ΑΠ 541/2017)

Κατά τον υπολογισμό των δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα, του επιδόματος αδείας και των αποδοχών αδείας έπρεπε να ληφθούν υπ’ όψη και οι πρόσθετες αμοιβές, τις οποίες σταθερά λάμβανε για την παροχή υπερεργασίας.

1. Σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ.1 του α.ν. 539/1945 κατά τη διάρκεια της άδειας ανάπαυσης ο μισθωτός δικαιούται τις συνήθεις αποδοχές τις οποίες θα δικαιούτο εάν απασχολείτο στην υπόχρεη επιχείρηση κατά τον αντίστοιχο χρόνο της άδειάς του ή τις τυχόν για την περίπτωση αυτή καθορισμένες με συλλογική σύμβαση. Κατά την παρ.3 του ίδιου άρθρου στην έννοια των τακτικών αποδοχών περιλαμβάνονται και οι κάθε είδους πρόσθετες ή συμπληρωματικές τακτικές παροχές (αντίτιμο τροφής, επιδόματα κλπ). Οι ρυθμίσεις του α.ν. 539/1945 διασφαλίζουν υπέρ των εργαζομένων τις ελάχιστες εγγυήσεις ως προς τις άδειες αναψυχής και τις συναφείς αποδοχές και, λόγω του έντονα προστατευτικού χαρακτήρα, τον οποίο έχουν και του στενού δεσμού αυτών με την ικανοποίηση του γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος, αποτελούν μονομερώς αναγκαστικό δίκαιο. Κατά συνέπεια απόκλιση από τις διατάξεις αυτές επιτρέπεται μόνο για την εφαρμογή διατάξεων άλλων πηγών που είναι ευμενέστερες για τον εργαζόμενο κατ’ επιταγή της αρχής της εύνοιας υπέρ των μισθωτών, η οποία εφαρμόζεται όχι μόνο στη σχέση συλλογικής και ατομικής συμβάσεως εργασίας αλλά και στη σχέση περισσοτέρων πηγών δικαίου διαφορετικής ιεραρχικής βαθμίδας (ΟλΑΠ 5/2011). Οπότε υπό το πρίσμα αυτό πρέπει να θεωρηθεί η παρεχόμενη με την ως άνω διάταξη, ως προς τις αποδοχές αδείας που δικαιούται ο μισθωτός, διαζευκτική δυνατότητα χορήγησης των αποδοχών που καθορίζονται για την περίπτωση αυτή με συλλογική σύμβαση.

2. Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων με αυτές των άρθρων 3 παρ.16 του ν. 4504/1966 (που αφορά στο επίδομα αδείας), των άρθρων 648, 653, 666, 679 ΑΚ, της κυρωθείσας με το ν. 3248/1955 υπ’ αριθ. 95/1949 Διεθνούς Συμβάσεως "περί προστασίας του ημερομισθίου" και των άρθρων 2 της κυρωθείσας με το ν. 133/1975 από 26-2-1975 ΕΓΣΣΕ, 1 παρ.1 του ν. 435/1976, 1 παρ.2 του ν. 1082/1980 και των κατά καιρούς εκδοθεισών υπουργικών αποφάσεων "περί χορηγήσεως δώρων για τις εορτές του Πάσχα και των Χριστουγέννων", συνάγεται ότι ως "συνήθεις αποδοχές" νοούνται ο συμβατικός ή νόμιμος μισθός ή το ημερομίσθιο, καθώς και οποιαδήποτε άλλη πρόσθετη εργοδοτική παροχή, σε χρήμα ή σε είδος, που καταβάλλεται κατά τη διάρκεια της συμβάσεως εργασίας, με την προϋπόθεση ότι η παροχή αυτή δίδεται σταθερά και μόνιμα ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας. Έτσι, εφόσον παρέχονται τακτικά και σταθερά, περιλαμβάνονται στις συνήθεις αποδοχές, μεταξύ άλλων, η αμοιβή για υπερεργασία και για νόμιμη υπερωριακή απασχόληση, καθώς και οι προσαυξήσεις για την παροχή εργασίας κατά τη νύκτα, τις Κυριακές και τις αργίες και γενικά κάθε προσαύξηση του βασικού μισθού ή του ημερομισθίου (ΟλΑΠ 5/2011). Δεν συμπεριλαμβάνεται όμως σ’ αυτές το επίδομα αδείας, διότι αυτό υπολογίζεται με βάση τις αποδοχές αδείας, αποτελεί παράλληλη προς αυτές μισθολογική παροχή και δεν τις επαυξάνει.

3. Περαιτέρω, με την από 14-3-1985 ΕΣΣΕ (όρος 5 παρ.1α, 1β, 1γ και 2, που προστέθηκε με την από 10-5-1985 όμοια ΕΣΣΕ), η οποία έχει υπογραφεί μεταξύ των νομίμων εκπροσώπων της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας "... και της συνδικαλιστικής οργάνωσης των εργαζομένων σ’ αυτή, ορίσθηκαν, ως προς τον τρόπο υπολογισμού των επιδομάτων εορτών και του επιδόματος αδείας, τα εξής: 1α) Το επίδομα εορτών Χριστουγέννων - Νέου Έτους χορηγείται στο προσωπικό και είναι ίσο με τις αποδοχές, που διαμορφώνονται με το μισθολόγιο την 10 Δεκεμβρίου κάθε έτους. Το επίδομα προσαυξάνεται μόνο με τα παρακάτω ποσά: αα) το 1/8 της αμοιβής για εργασία νυκτερινή, που έγινε από 1ης Μαΐου μέχρι 31ης Δεκεμβρίου του έτους, ββ) το 1/8 της αμοιβής για εργασία κατά τις Κυριακές και λοιπές εξαιρέσιμες ημέρες, που έγινε από 1ης Μαΐου μέχρι 31ης Δεκεμβρίου του έτους, γγ) το 1/8 της αμοιβής για υπερωριακή εργασία μέχρι 80 ώρες, που έγινε από 1ης Μαΐου μέχρι 31ης Δεκεμβρίου του έτους, δδ) το 1/12 του επιδόματος κανονικής άδειας, χωρίς τις προσαυξήσεις που προστίθενται στο επίδομα, όπως κατωτέρω ορίζονται. 1β) Το επίδομα εορτών Πάσχα χορηγείται στο προσωπικό και είναι ίσο με τις μισές αποδοχές, που διαμορφώνονται με το μισθολόγιο 15 ημέρες προ του Πάσχα κάθε έτους. Το επίδομα προσαυξάνεται μόνο με τα παρακάτω ποσά: αα) το 1/8 της αμοιβής για εργασία νυκτερινή, που έγινε από 1ης Ιανουαρίου μέχρι 30ης Απριλίου του έτους, ββ) το 1/8 της αμοιβής για εργασία κατά τις Κυριακές και λοιπές εξαιρέσιμες ημέρες, που έγινε από 1ης Ιανουαρίου μέχρι 30ης Απριλίου του έτους, γγ) το 1/8 της αμοιβής για υπερωριακή εργασία μέχρι 40 ώρες, που έγινε από 1ης Ιανουαρίου μέχρι 30ης Απριλίου του έτους και δδ) το 1/24 του επιδόματος κανονικής άδειας, χωρίς τις προσαυξήσεις που προστίθενται στο επίδομα, όπως παρακάτω προσδιορίζονται. 1γ) Το επίδομα κανονικής άδειας χορηγείται στο προσωπικό και είναι ίσο με το μισό των αποδοχών, που διαμορφώνονται με το μισθολόγιο το μήνα κατά τον οποίο πραγματοποιήθηκε η άδεια ή το μεγαλύτερο μέρος της. Το επίδομα προσαυξάνεται μόνο με τα παρακάτω ποσά: αα) το 1/24 της αμοιβής για εργασία νυκτερινή, που έγινε στη διάρκεια του έτους, ββ) το 1/24 της αμοιβής για εργασία κατά τις Κυριακές και λοιπές εξαιρέσιμες ημέρες, που έγινε στη διάρκεια του έτους και γγ) το 1/24 της αμοιβής για υπερωριακή εργασία μέχρι 120 ώρες, που έγινε στη διάρκεια του έτους. 2. Το προσωπικό κατά το χρόνο οποιασδήποτε άδειας με αποδοχές λαμβάνει τις αποδοχές που θα ελάμβανε αν εργαζόταν. Στις αποδοχές αυτές δεν συμπεριλαμβάνονται αμοιβές για εργασία νυκτερινή, Κυριακών και λοιπών εξαιρέσιμων ημερών και υπερωριακή.

4. Ακολούθως, με την από 10-6-1999 ΕΣΣΕ, που θέσπισε το νέο μισθολόγιο του προσωπικού της ..., τέθηκε σε ισχύ ο νέος ΓΚΠ- ΟΤΕ, στο άρθρο 12 παρ.3 και 4 του οποίου ορίζονται τα ακόλουθα: Επιδόματα εορτών. Στο προσωπικό παρέχεται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου επίδομα ποσού ίσου προς τις τακτικές αποδοχές με τις προσαυξήσεις που ορίζουν οι ΕΣΣΕ, α) ενός δεκαπενθημέρου κατά τις εορτές του Πάσχα και β) ενός μηνός κατά τις εορτές των Χριστουγέννων. Το ποσό αυτό συμψηφίζεται με το δυνάμει των εκάστοτε διατάξεων τυχόν καταβλητέο στο προσωπικό των πάσης φύσεως επιχειρήσεων δώρο Χριστουγέννων και Πάσχα. Επίδομα κανονικής άδειας. Στο προσωπικό χορηγείται κάθε χρόνο ως επίδομα κανονικής άδειας ποσό ίσο προς τις τακτικές αποδοχές ενός δεκαπενθημέρου με τις προσαυξήσεις που ορίζουν οι ΕΣΣΕ. Επίσης, με το άρθρο 13Β του ως άνω νέου ΓΚΠ - ΟΤΕ ορίστηκε, σχετικά με την κανονική άδεια του προσωπικού της αναιρεσίβλητης, ότι το προσωπικό, μετά τη συμπλήρωση στον Οργανισμό ενός έτους συνεχούς πραγματικής υπηρεσίας (βασικός χρόνος), δικαιούται κάθε ημερολογιακό έτος κανονική άδεια με αποδοχές, όπως προβλέπουν οι διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας (Διεθνείς Συμβάσεις, Νόμοι, Υπουργικές Αποφάσεις, ΕΓΣΣΕ, ΕΣΣΕ κλπ) και οι αποφάσεις του ΔΣ - ΟΤΕ. Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων συνάγεται ότι από 1-1-1985, που άρχισε να ισχύει η από 14-3-1985 ΕΣΣΕ, τα επιδόματα εορτών και το επίδομα αδείας υπολογίζονται σύμφωνα με τον καθοριζόμενο στην εν λόγω ΕΣΣΕ τρόπο υπολογισμού, δηλαδή με βάση το μηνιαίο μισθό, όπως αυτός είχε διαμορφωθεί κατά τους προαναφερόμενους χρόνους. Αυτός ο τρόπος υπολογισμού όμως μεταβλήθηκε με το νέο ΓΚΠ - ΟΤΕ που τέθηκε σε ισχύ με την από 10-6-1999 ΕΣΣΕ, αφού ρητά σ’ αυτόν ορίζεται ότι στο προσωπικό παρέχεται με απόφαση του ΔΣ "επίδομα ποσού ίσου προς τις τακτικές αποδοχές, με τις προσαυξήσεις που ορίζουν οι ΕΣΣΕ". Επομένως ως βάση υπολογισμού των ανωτέρω επιδομάτων λαμβάνεται πλέον όχι ο μηνιαίος μισθός όπως είχε διαμορφωθεί κατά τους χρόνους που αναφέρθηκαν αλλά οι τακτικές αποδοχές του μισθωτού, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται ο μηνιαίος μισθός και όλες οι παροχές που καταβάλλονται από την αναιρεσίβλητη κάθε μήνα ή κατ’ επανάληψη, περιοδικά, κατά ορισμένα χρονικά διαστήματα του έτους, όπως είναι οι πρόσθετες αμοιβές για υπερεργασία, για νόμιμη ή ιδιόρρυθμη υπερωριακή απασχόληση και για εργασία κατά τις Κυριακές και τη νύκτα (ΟλΑΠ 16/2011).

5. Όσον αφορά στις αποδοχές αδείας, ειδικότερα, ενώ στην από 14-3-1985 ΕΣΣΕ υπήρχε ρητή διάταξη, σύμφωνα με την οποία στις αποδοχές αυτές δεν συμπεριλαμβάνονται αμοιβές για εργασία νυκτερινή, Κυριακών και λοιπών εξαιρέσιμων ημερών και υπερωριακή, στο νέο ΓΚΠ - ΟΤΕ ορίζεται σαφώς ότι το προσωπικό του ΟΤΕ δικαιούται για την κανονική άδεια "αποδοχές όπως προβλέπουν οι διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας". Εν όψει της ανωτέρω ρητής παραπομπής για τον προσδιορισμό των αποδοχών αδείας στις διατάξεις της κοινής εργατικής νομοθεσίας, άρα και στο άρθρο 3 του α.ν. 539/1945, είναι σαφές ότι ο τρόπος υπολογισμού των αποδοχών αδείας καθορίζεται, πλέον, διαφορετικά σε σχέση με την από 14-3-1985 ΕΣΣΕ, με αποτέλεσμα τη σιωπηρή κατάργηση της διατάξεως του άρθρου 5 παρ.2 αυτής, που όριζε, αντίθετα προς τις αναγκαστικού δικαίου διατάξεις του α.ν. 539/1945, ότι στις αποδοχές αδείας δεν περιλαμβάνονται αμοιβές για εργασία νυκτερινή, Κυριακών και λοιπών εξαιρέσιμων ημερών και υπερωριακή εργασία. Άλλωστε, στο άρθρο 50 του νέου ΓΚΠ - ΟΤΕ ορίζεται, ρητά, ότι διατάξεις του προϊσχύσαντος ΓΚΠ, αποφάσεις της Διοίκησης και ΕΣΣΕ, που υπογράφηκαν μέχρι την ημερομηνία έναρξης ισχύος του νέου ΓΚΠ - ΟΤΕ και έρχονται σε αντίθεση με τις διατάξεις του, παύουν να ισχύουν από την ημερομηνία αυτή. Επομένως, στις αποδοχές αδείας των μισθωτών της αναιρεσίβλητης πρέπει να συνυπολογίζεται και κάθε άλλη καταβαλλόμενη πρόσθετη παροχή σε χρήμα ή σε είδος, με την προϋπόθεση ότι η παροχή αυτή δίδεται σταθερώς και μονίμως ως συμβατικό αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας, όπως είναι η σταθερή και μόνιμη υπερεργασία, η νόμιμη ή ιδιόρρυθμη υπερωρία και η παροχή εργασίας κατά τη νύκτα και τις Κυριακές ή αργίες (ΟλΑΠ 16/2011). Δεν συνυπολογίζεται όμως σ’ αυτές και το επίδομα αδείας, διότι αυτό, όπως προαναφέρθηκε, είναι ανάλογο προς τις δικαιούμενες ημέρες κανονικής αδείας και καταβάλλεται παράλληλα προς τις αποδοχές αδείας, τις οποίες, ως εκ τούτου, δεν επαυξάνει (άρθρο 3 παρ.16 του ν. 4504/1966).

6. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων εκθέτει στην ένδικη, από 18-7-2005 αγωγή ότι, την 1-1-1977, η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη τον προσέλαβε και, έκτοτε, διαρκώς τον απασχολεί με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως τεχνίτη εγκαταστάσεων. Ότι η εναγομένη, κατά το χρονικό διάστημα των ετών 2000 έως και 2004, δεν υπολόγισε τις αποδοχές κανονικής αδείας, το επίδομα αδείας και τα δώρα εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων με βάση τις τακτικές του αποδοχές, προσαυξημένες με τις αμοιβές που λάμβανε, σταθερώς και ανελλιπώς, για εργασία κατά τις Κυριακές, νυκτερινή εργασία και υπερεργασία, όπως όφειλε σύμφωνα με το νέο ΓΚΠ - ΟΤΕ, που τέθηκε σε ισχύ από 18-6-1999 με την από 10-6-1999 ΕΣΣΕ, αλλά με βάση τον απλό μηνιαίο μισθό και με τις αναφερόμενες στην προϊσχύουσα, από 14-3-1985 ΕΣΣΕ προσαυξήσεις. Σύμφωνα με το ιστορικό αυτό, ο ενάγων ζητεί να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει την προκύπτουσα διαφορά, ανερχόμενη στο ποσό των 8.035,45 ευρώ. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δικάζοντας επί εφέσεως του ενάγοντος κατά της 507/2006 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών, αφού παρέθεσε όλες τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, απέρριψε την έφεση κατ’ ουσία και με τον τρόπο αυτό επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία η αγωγή είχε απορριφθεί ως μη νόμιμη. Ειδικότερα, ως προς την απόρριψη της αγωγής, το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε τα εξής ουσιώδη: Ότι ο ενάγων, αν και πράγματι είχε το δικαίωμα, μέσα στο ένδικο χρονικό διάστημα, να λαμβάνει τα δώρα εορτών, τις αποδοχές αδείας και το επίδομα αδείας με συνυπολογισμό, επί των εν γένει τακτικών αποδοχών αυτού, των πρόσθετων αμοιβών που λάμβανε για παροχή εργασίας κατά τη νύκτα, τις Κυριακές και αργίες και για υπερεργασία, με την ένδικη αγωγή ζητεί, επί πλέον των όσων έλαβε, το μηνιαίο μέσο όρο των εν λόγω πρόσθετων αμοιβών (παραθέτει τα ποσά που έλαβε κατ’ έτος για καθεμιά από τις αιτίες αυτές και διαιρεί το σύνολό τους με το 11, με τη σκέψη ότι στο 12ο μήνα του έτους αντιστοιχεί η κανονική άδεια, κατά την οποία δεν υπήρξε παροχή πρόσθετης εργασίας), υπό την έννοια ότι ο μέσος όρος εκφράζει ολόκληρος μεν τη δικαιούμενη προσαύξηση στο δώρο Χριστουγέννων και τις αποδοχές αδείας, κατά το ήμισυ δε τη δικαιούμενη προσαύξηση αφ’ ενός στο δώρο Πάσχα και αφ’ ετέρου στο επίδομα αδείας. Ότι με τον τρόπο αυτό, ο ενάγων ζητεί περισσότερα από όσα δικαιούται ("προβαίνει σε ανεπίτρεπτο διπλό υπολογισμό"), διότι παραλείπει να προσδιορίσει στην αγωγή και να αφαιρέσει από τα ποσά που ζητεί, εκείνα τα ποσά που ήδη έχει λάβει, ως προσαύξηση του μηνιαίου μισθού του σύμφωνα με τον υπολογισμό που είχε κάνει η εναγομένη κατά την καταβολή του δώρου Χριστουγέννων και Πάσχα, των αποδοχών αδείας και του επιδόματος αδείας (σύμφωνα με την από 14-3-1985 ΕΣΣΕ, την οποία εφάρμοζε η εναγομένη και η οποία προέβλεπε προσαύξηση από τις πρόσθετες αμοιβές, κατά περίπτωση, κατά το ποσοστό που ήδη αναφέρθηκε, βλ. παραπάνω αρ.3).

7. Με την κρίση αυτή, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εσφαλμένα εφάρμοσε τις προαναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου. Πράγματι, αν και ορθώς παρέθεσε και ερμήνευσε τις διατάξεις αυτές στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού στον οποίο προέβη, στη συνέχεια πλημμελώς υπήγαγε σ’ αυτές το ιστορικό της αγωγής και κατέληξε στην κρίση ότι αυτή είναι μη νόμιμη. Διότι ο ενάγων, με το να εκθέσει στην αγωγή ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις που αναφέρθηκαν, κατά τον υπολογισμό των δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα, του επιδόματος αδείας και των αποδοχών αδείας έπρεπε να ληφθούν υπ’ όψη και οι πρόσθετες αμοιβές, τις οποίες σταθερά λάμβανε για την παροχή υπερεργασίας, εργασίας κατά τη νύκτα και εργασίας κατά τις Κυριακές ή αργίες στο σύνολό τους (ήτοι, στον ετήσιο μέσο όρο αυτών με διαίρεση δια 12, αφού είναι αδιάφορο το αν για κάποιο μήνα οι πρόσθετες αμοιβές ήσαν λιγότερες ή και μηδενικές, χωρίς, πάντως, να διακόπτεται η σταθερότητά τους, διότι ετήσιος μέσος όρος με διαίρεση δια 11, όπως θέλει ο ενάγων, δεν νοείται) και, στη συνέχεια, με το να παραθέσει στην αγωγή τις πρόσθετες αμοιβές, τις οποίες, κατά μήνα και συνολικά, είχε λάβει, σε ετήσια βάση, μέσα στο ένδικο χρονικό διάστημα, εκπλήρωσε επαρκώς το δικονομικό βάρος επίκλησης προκειμένου να θεμελιώσει την αγωγή του στο νόμο. Η επαλήθευση του ύψους τού, με βάση τα στοιχεία αυτά, οφειλόμενου ποσού για δώρα εορτών, επίδομα αδείας και αποδοχές αδείας ήταν ζήτημα ουσιαστικής δικαστικής διάγνωσης και τα τυχόν λάθη του ενάγοντος (σκόπιμα ή εκ παραδρομής) ως προς τη μέθοδο υπολογισμού δεν καθιστούσαν την αγωγή αόριστη ή μη νόμιμη. Και ακόμη, η τυχόν εκ μέρους της εναγομένης καταβολή για την ίδια αιτία κάποιων ποσών με το μερικό συνυπολογισμό (κατά τα ποσοστά που προέβλεπε η προϊσχύσασα ΕΣΣΕ) των πρόσθετων αμοιβών για τον προσδιορισμό των επιδομάτων εορτών κλπ, τα οποία θα έπρεπε να αφαιρεθούν από τα αιτούμενα με την αγωγή, αποτελούσε δικονομικό βάρος της εναγομένης, υπό την έννοια ότι, αν και καθ’ υποφορά και σύμφωνα με το καθήκον της αληθείας (ΚΠολΔ 116) θα έπρεπε να έχει αναφερθεί από τον ενάγοντα, μπορούσε να προβληθεί από την εναγομένη ως ισχυρισμός μερικής εξόφλησης ή, επικουρικώς, συμψηφισμού (ΑΠ 40/2017, ΑΠ 870/2015). Επομένως ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο επισημαίνονται τα σφάλματα αυτά και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη η απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.

8. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, είναι εφικτή (ΚΠολΔ 580 παρ.3). Η δικαστική δαπάνη πρέπει να συμψηφισθεί μεταξύ των διαδίκων, με αναλογική εφαρμογή των άρθρων 177 και 179 ΚΠολΔ, διότι ο μεν ενάγων παρέλειψε να ζητήσει μόνο τα όσα πράγματι δικαιούταν, η δε εναγομένη παρέλειψε να προσδιορίσει εξ αρχής τα ποσά που είχε καταβάλει σύμφωνα με το παλιό μισθολογικό καθεστώς. Έτσι, αμφότεροι, δυσχέραναν την ορθή δικαστική διάγνωση. Κατά την αυτεπαγγέλτως διατυπωθείσα, αλλά μη κρατήσασα γνώμη του εισηγητή, θα έπρεπε να επιβληθεί σε βάρος του πληρεξουσίου δικηγόρου του ενάγοντος χρηματική ποινή 100 ευρώ υπέρ του Ταμείου Νομικών, διότι, αν και το γνώριζε, κατά τη σύνταξη του δικογράφου της αγωγής (μιας από μεγάλη σειρά παρομοίων αγωγών, όπως είναι γνωστό από άλλες διαδικαστικές ενέργειες του δικαστηρίου) παρέλειψε να προβεί στην αφαίρεση των ποσών που είχε λάβει ο εντολέας του για την ίδια αιτία με το παλιό μισθολογικό καθεστώς και με τον τρόπο αυτό παρέβη το καθήκον της αλήθειας (ΚΠολΔ 205 αρ.2).