Το φαινόμενο “revenge porn” και η αντιμετώπισή του από την ελληνική νομοθεσία

Το φαινόμενο “revenge porn” και η αντιμετώπισή του από την ελληνική νομοθεσία

Η εκδικητική δημοσιοποίηση ιδιωτικών δεδομένων είναι ένας περιφραστικός όρος με τον οποίο αποδίδεται ο αγγλικός όρος revenge porn.

Παραδείγματα revenge porn από την πρόσφατη ειδησεογραφία

  • Τρεις άνδρες άρπαξαν από τη μέση του δρόμου σε περιοχή της Καρδίτσας 26χρονη γυναίκα, την έβαλαν «σηκωτή» στο αυτοκίνητο, τη «φυλάκισαν» σε διαμέρισμα και αφού την ξεγύμνωσαν και την έσπασαν στο ξύλο, τράβηξαν ροζ βίντεο και την προειδοποίησαν ότι αν δεν διακόψει τη σχέση που έχει με τον γαμπρό του ενός, θα ανεβάσουν το υλικό της ντροπής στα social media. Μάλιστα το ακραίο σκηνικό παρακολουθούσε μια γυναίκα η οποία φαίνεται να επικροτούσε τις πράξεις των δραστών.(πηγή: protothema.gr, 20/02/2022)
  • Νεαρή κοπέλα καταγγέλλει ότι ο πρώην σύντροφός της έστειλε βίντεο με προσωπικές τους στιγμές στο αγόρι της και σε φίλους. Η 22χρονη υποστηρίζει ότι όταν ήταν 16 ετών, είχε σχέση με έναν 24χρονο, που στην πορεία άρχισε να γίνεται κακοποιητικός, με αποτέλεσμα να χωρίσουν. Η κοπέλα έφτιαξε ξανά τη ζωή της. Ωστόσο, λίγους μήνες μετά, ο πρώην σύντροφός της αποφάσισε να την εκδικηθεί, στέλνοντας στο αγόρι της και σε άλλους κοινούς γνωστούς βίντεο με προσωπικές τους στιγμές. Η ίδια κλονίστηκε τόσο πολύ που άλλαξε πόλη και μετακόμισε στην Αθήνα για δύο χρόνια. «Δεν του είχα στείλει κάποιο βίντεο. Ό,τι βγάλαμε είχε γίνει και με τη δική μου συναίνεση και από ό, τι έχει έρθει στα χέρια μου από άλλες συσκευές, υπάρχουν και άλλα βίντεο και φωτογραφίες που εγώ δεν γνώριζα. Το έστειλε σε αρκετά άτομα, ήδη τρία με τέσσερα μου το έχουν παραδεχτεί», είπε η κοπέλα. (πηγή: protothema.gr, 28/01/2022)
  • Ένας 23χρονος συνελήφθη κατόπιν καταγγελίας που έκανε στην Ασφάλεια Ρεθύμνου ένα ανήλικο κορίτσι. Συγκεκριμένα, η ανήλικη κατήγγειλε τον 23χρονο ότι την εκβίαζε πως θα διαρρεύσει φωτογραφίες της σε άλλα άτομα. Εξεταζόμενο το μικρό κορίτσι από ψυχολόγο της Αστυνομίας φέρεται να αποκάλυψε και άλλες ενέργειες εις βάρος της από τον δράστη. Ο δράστης συνελήφθη και σε έρευνα που έγινε στο σπίτι του βρέθηκε μεγάλος όγκος πορνογραφικού υλικού ανηλίκων. Από την αστυνομική προανάκριση προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος εντόπισε την ανήλικη προ μηνών στο διαδίκτυο με την μέθοδο του «ψαρέματος» (grooming), και την προσέγγισε. Στο διάστημα που ακολούθησε και μέχρι να τον καταγγείλει, η ανήλικη βίωνε μια κόλαση καθώς ο δράστης την απειλούσε και την εκβίαζε σε καθημερινή βάση με διαρροή φωτογραφιών της (revenge porn). Και μάλιστα, είχε ήδη προχωρήσει σε διαρροή φωτογραφίας της σε ένα τουλάχιστον άτομο. (πηγή: gr, 16/02/2022)
  • Για κακούργημα παραπέμπεται να δικαστεί 37χρονος που κατηγορείται για revenge porn 34χρονης τραγουδίστριας, πρώην συντρόφου φίλου του. Η υπόθεση οδηγείται στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης. Αφορά τραγουδίστρια η οποία κατήγγειλε πρώην μπασκετμπολίστα για τη διαρροή προκλητικών βίντεο και φωτογραφιών της σε site πορνογραφικού περιεχομένου και μάλιστα με το ονοματεπώνυμό της. (πηγή: iefimerida.gr, 28/01/2022)

Παρατηρούμε διαφορετικές ιδιότητες των δραστών (άγνωστοι, σύντροφοι, groomers), διαφορετικά κίνητρα των δραστών (εκδίκηση, εκβιασμός, περιουσιακό όφελος), διαφορετικό τρόπο κτήσης του υλικού από το δράστη (συναινετική λήψη βιντεοληπτικού υλικού αλλά όχι συναινετικός διαμοιρασμός ή μη συναινετική λήψη υλικού μέσω παράνομης βίας, υποκλοπής, hacking).

Πώς αντιμετωπίζονται από την ελληνική νομοθεσία αυτά τα περιστατικά

Στην παρούσα χρονική συγκυρία μοναδική νομική οδός είναι ο Κανονισμός (ΕΕ) 2016/679 περί Προστασίας Δεδομένων (GDPR), ο οποίος πράγματι εντάσσει την ερωτική ζωή στην αυστηρότερη προστασία.

Συγκεκριμένα, στο άρθρο 9 του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 προβλέπεται ότι:

  1. 1. Απαγορεύεται η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που αποκαλύπτουν τη φυλετική ή εθνοτική καταγωγή, τα πολιτικά φρονήματα, τις θρησκευτικές ή φιλοσοφικές πεποιθήσεις ή τη συμμετοχή σε συνδικαλιστική οργάνωση, καθώς και η επεξεργασία γενετικών δεδομένων, βιομετρικών δεδομένων με σκοπό την αδιαμφισβήτητη ταυτοποίηση προσώπου, δεδομένων που αφορούν την υγεία ή δεδομένων που αφορούν τη σεξουαλική ζωή φυσικού προσώπου ή τον γενετήσιο προσανατολισμό.

Νόμος 4624/2019

Ελληνικός Εφαρμοστικός Νόμος του Κανονισμού GDPR

Στην Ελλάδα αυτές οι συμπεριφορές διώκονται βάσει των ποινικών διατάξεων του Ν.4624/2019 «για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα», οι οποίες- κατά την κρατούσα άποψη- προστατεύουν το δικαίωμα της πληροφοριακής αυτοδιάθεσης, δηλαδή το δικαίωμα «να αποφασίζει κανείς ποιες περιστάσεις από την απόρρητη ιδιωτική ζωή του, πότε, υπό ποιες προϋποθέσεις και σε ποιους θα αποκαλυφθούν και θα γίνουν γνωστές». Ειδικότερα, πρόκειται για αξιόποινες συμπεριφορές που τυποποιούνται ως ποινικό αδίκημα, και δη πλημμέλημα, το οποίο τιμωρείται με ποινή 1-5 χρόνια φυλάκισης και χρηματική ποινή έως 100.000 ευρώ (άρθρο 38 παρ. 3). Όταν επιδιώκεται περιουσιακό όφελος,  τυποποιούνται ως κακούργημα (άρθρο 38 παρ. 4).

Ειδικότερα, το άρθρο 38 του Ν. 4624/2019 προβλέπει ότι:

  • Όποιος, χωρίς δικαίωμα: α) επεμβαίνει με οποιονδήποτε τρόπο σε σύστημα αρχειοθέτησης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και με την πράξη του αυτή λαμβάνει γνώση των δεδομένων αυτών, β) τα αντιγράφει, αφαιρεί, αλλοιώνει, βλάπτει, συλλέγει, καταχωρεί, οργανώνει, διαρθρώνει, αποθηκεύει, προσαρμόζει, μεταβάλλει, ανακτά, αναζητεί πληροφορίες, συσχετίζει, συνδυάζει, περιορίζει, διαγράφει, καταστρέφει, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός (1) έτους, εάν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα με άλλη διάταξη.
  • Όποιος χρησιμοποιεί, μεταδίδει, διαδίδει, κοινολογεί με διαβίβαση, διαθέτει, ανακοινώνει ή καθιστά προσιτά σε μη δικαιούμενα πρόσωπα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία απέκτησε σύμφωνα με την περίπτωση α΄ της παραγράφου 1 ή επιτρέπει σε μη δικαιούμενα πρόσωπα να λάβουν γνώση των δεδομένων αυτών, τιμωρείται με φυλάκιση, εάν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα με άλλη διάταξη.
  • Εάν η πράξη της παραγράφου 2 αφορά ειδικών κατηγοριών δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα του άρθρου 9 παράγραφος 1 του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 ή δεδομένα που αφορούν ποινικές καταδίκες και αδικήματα ή τα σχετικά με αυτά μέτρα ασφαλείας του άρθρου 10 του Κανονισμού, ο υπαίτιος τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους και χρηματική ποινή έως εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ, εάν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα με άλλη διάταξη. 
  • Με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) έτη τιμωρείται ο υπαίτιος των πράξεων των προηγούμενων παραγράφων, εάν είχε σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος ή να προκαλέσει περιουσιακή ζημία σε άλλον ή να βλάψει άλλον και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. (…..)

 

Γιατί, κατά την άποψη της γράφουσας, ο Κανονισμός GDPR  ΔΕΝ επαρκεί για την αντιμετώπιση του φαινομένου “revenge porn

Σύμφωνα με τη Σκέψη 75 του Κανονισμού GDPR: Οι κίνδυνοι για τα δικαιώματα και τις ελευθερίες φυσικών προσώπων, ποικίλης πιθανότητας και σοβαρότητας, είναι δυνατόν να προκύπτουν από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα η οποία θα μπορούσε να οδηγήσει σε σωματική, υλική ή μη υλική βλάβη, ιδίως όταν η επεξεργασία μπορεί να οδηγήσει σε διακρίσεις, κατάχρηση ή υποκλοπή ταυτότητας, οικονομική απώλεια, βλάβη φήμης, απώλεια της εμπιστευτικότητας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που προστατεύονται από επαγγελματικό απόρρητο, παράνομη άρση της ψευδωνυμοποίησης, ή οποιοδήποτε άλλο σημαντικό οικονομικό ή κοινωνικό μειονέκτημα· όταν τα υποκείμενα των δεδομένων θα μπορούσαν να στερηθούν των δικαιωμάτων και ελευθεριών τους ή να εμποδίζονται από την άσκηση ελέγχου επί των δεδομένων τους προσωπικού χαρακτήρα· όταν υπόκεινται σε επεξεργασία δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τα οποία αποκαλύπτουν φυλετική ή εθνοτική καταγωγή, πολιτικά φρονήματα, θρησκεία ή φιλοσοφικές πεποιθήσεις ή συμμετοχή σε συνδικάτα και γίνεται επεξεργασία γενετικών δεδομένων, δεδομένων που αφορούν την υγεία ή δεδομένων που αφορούν τη σεξουαλική ζωή ή ποινικές καταδίκες και αδικήματα ή σχετικά μέτρα ασφάλειας· όταν αξιολογούνται προσωπικές πτυχές, ιδίως όταν επιχειρείται ανάλυση ή πρόβλεψη πτυχών που αφορούν τις επιδόσεις στην εργασία, την οικονομική κατάσταση, την υγεία, προσωπικές προτιμήσεις ή συμφέροντα, την αξιοπιστία ή τη συμπεριφορά, τη θέση ή μετακινήσεις, προκειμένου να δημιουργηθούν ή να χρησιμοποιηθούν προσωπικά προφίλ· όταν υποβάλλονται σε επεξεργασία δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα ευάλωτων φυσικών προσώπων, ιδίως παιδιών· ή όταν η επεξεργασία περιλαμβάνει μεγάλη ποσότητα δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και επηρεάζει μεγάλο αριθμό υποκειμένων των δεδομένων.”

Ο Κανονισμός GDPR προέκυψε για τους εξής λόγους:

  • Διασφάλιση προστασίας των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων και εξασφάλιση της ελεύθερης κυκλοφορίας των δεδομένων αυτών εντός της ΕΕ, ως μέσο επίτευξης οικονομικής και κοινωνικής προόδου.
  • Ελαχιστοποίηση της ασύμμετρης εφαρμογής από τα κράτη-μέλη της Οδηγίας 95/46/ΕΚ, η οποία ενσωματώθηκε στο εθνικό δίκαιο βάσει του Ν. 2472/1997 «για την προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα», και της επακόλουθης ανασφάλειας δικαίου- στρέβλωσης του ανταγωνισμού.
  • Επίτευξη μιας όσο το δυνατόν ενιαίας και εναρμονισμένης προστασίας των υποκειμένων στην ενιαία αγορά με κοινή νομική βάση και ίδιο επίπεδο κυρώσεων.

Στα πλαίσια των σκοπών του ευρωπαϊκού νομοθέτη ΔΕΝ περιλαμβάνονται:

  • Η ανάδειξη της πραγματικής εμπειρίας των θυμάτων πράξεων revenge porn.
  • Η διαμόρφωση κοινωνικής και νομικής κουλτούρας αναφορικά με την στηλίτευση των δραστών ως δραστών σεξουαλικών εγκλημάτων (sex-offender).
  • Η απόδοση επανορθωτικής/αποκαταστατικής δικαιοσύνης για τα θύματα.

Νομοθεσία, έρευνα και παρεμβάσεις άλλων χωρών για περιστατικά revenge porn

  • Ευρώπη: Οι πράξεις “revenge porn” έχουν γίνει αυτοτελές ποινικό αδίκημα στο Βέλγιο, τη Γαλλία, το Ηνωμένο Βασίλειο, την Ιταλία, τη Μάλτα και τη Γερμανία γεγονός που έχει ως αποτέλεσμα την ποινική τους αντιμετώπιση ως εγκλήματος κατά του εννόμου αγαθού της σεξουαλικής αυτοδιάθεσης του θύματος, δηλαδή της κατά τον ελληνικό Ποινικό Κώδικα γενετήσιας ελευθερίας, στο βαθμό που αυτό «καλύπτει την επιλογή συντρόφου, την επιλογή της στιγμής, του τόπου και του τρόπου των ερωτικών πράξεων», δεδομένου ότι οι προσωπικές αυτές στιγμές που προορίζονταν να παραμείνουν ιδιωτικές καθίστανται δημόσιες χωρίς τη συγκατάθεση του θύματος. Στο Ηνωμένο Βασίλειο πρέπει να αποδειχτεί ο σκοπός βλάβης του θύματος εκ μέρους του δράστη.

Ειδικότερα, στο Ηνωμένο Βασίλειο από τον Απρίλιο του 2015 η κοινοποίηση προσωπικών φωτογραφιών ή βίντεο με σεξουαλικό περιεχόμενο η οποία πραγματοποιείται χωρίς τη συναίνεση του εικονιζόμενου και έχει ως σκοπό την αναστάτωση των ατόμων που στοχοποιούνται (1) αποτελεί ποινικό αδίκημα που επισύρει ποινή φυλάκισης έως δύο (2) ετών. Στο μεταξύ, το 2016 η Γαλλία θέσπισε τον νόμο περί ψηφιακής δημοκρατίας, ο οποίος προβλέπει αυστηρότερες κυρώσεις σε βάρος των ατόμων που κρίνονται ένοχοι για εκδικητική πορνογραφία. Βάσει της νέας νομοθεσίας, οι δράστες έρχονται αντιμέτωποι με ποινή φυλάκισης δύο ετών ή με πρόστιμο ύψους 60.000 ευρώ (2). Παρόμοιες διατάξεις θεσπίστηκαν από ένα γερμανικό δικαστήριο, το οποίο το 2014 χαρακτήρισε παράνομη την αποθήκευση φωτογραφιών σεξουαλικού περιεχομένου πρώην συντρόφου εφόσον η (ο) σύντροφος ζητήσει τη διαγραφή τους (3). Το 2009 το Ηνωμένο Βασίλειο εγκαινίασε το Εθνικό Κέντρο Ερευνών Διαδικτυακής Καταδίωξης [National Centre for Cyber- stalking Research (NCCR)] (4), το οποίο έχει στόχο τη διερεύνηση και την ανάλυση της έκτασης, των κινήτρων, των επιπτώσεων και της αξιολόγησης κινδύνου της διαδικτυακής βίας που ασκείται σε βάρος γυναικών και κοριτσιών. Το 2011 το Κέντρο εξέδωσε τα αποτελέσματα μιας έρευνας σχετικά με την έκταση, τη φύση και τις επιπτώσεις της διαδικτυακής καταδίωξης (5), ενώ επί του παρόντος διεξάγει μελέτη στην οποία εξετάζονται οι επιπτώσεις και η έκταση της εκδικητικής πορνογραφίας. Το 2015 δημιουργήθηκε γραμμή βοήθειας για τα θύματα εκδικητικής πορνογραφίας, η οποία έλαβε περίπου 2000 κλήσεις κατά τους πρώτους έξι μήνες  λειτουργίας της (6).

  • ΗΠΑ: Από το 2020, 42 πολιτείες και η Περιφέρεια της Κολούμπια έχουν συγκεκριμένους νόμους που απαγορεύουν τη διανομή υλικού revenge porn. Για να είναι ένοχος αυτού του εγκλήματος στις περισσότερες πολιτείες, ο διανομέας πρέπει να στέλνει φωτογραφίες ή βίντεο που θεωρούνται σεξουαλικής φύσεως, όπως να δείχνει τα στενά μέρη του σώματος του θύματος ή να κάνει σεξουαλική πράξη.

«ΤΟ ΣΥΝΕΧΕΣ ΤΗΣ ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΗΣ ΚΑΚΟΠΟΙΗΣΗΣ ΜΕΣΩ ΕΙΚΟΝΑΣ»

Beyond “Revenge Porn”: The Continuum of Image- Based Sexual Abuse

(Clare McGlynn, Erika Rackley & Ruth Houghton),

Πανεπιστήμιο Durkheim,

Δημοσιεύθηκε διαδικτυακά στις 16-3-2017

Υπάρχει μια σειρά πρακτικών που όλες μαζί συνθέτουν την έννοια της “Σεξουαλικής Κακοποίησης μέσω εικόνας”. Η σεξουαλική κακοποίηση που βασίζεται στην εικόνα βρίσκεται σε ένα συνεχές (continuum) με άλλες μορφές σεξουαλικής βίας. Η έννοια του “continuum” εδραιώνει την αντίληψη ότι η σεξουαλική κακοποίηση μέσω εικόνας καλύπτει συμπεριφορές όπως, α) τη μη συναινετική απόσπαση εικόνων γυμνού ή σεξουαλικού περιεχομένου, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που έχουν τροποποιηθεί ψηφιακά, για να προσθέσουν το πρόσωπο ενός ατόμου σε μια εικόνα που απεικονίζει εκ των προτέρων γυμνό ή σεξουαλικό περιεχόμενο, β) τη μη συναινετική διανομή εικόνων γυμνού ή σεξουαλικού περιεχομένου στο Internet, αλλά και γ) απειλές εναντίον ενός ατόμου προκειμένου να μην δημοσιοποιηθούν εικόνες γυμνού ή σεξουαλικού περιεχομένου. Περιλαμβάνει μια σειρά από συμπεριφορές πέρα από το «εκδικητικό πορνό», όπως είναι οι περιπτώσεις στις οποίες οι εικόνες έχουν αποκτηθεί μέσω των λεγόμενων πρακτικών “upskirting” και “downblousing” (όπου ο δράστης «τραβάει» μια φωτογραφία κάτω από τη φούστα ή μέσα από τη μπλούζα του θύματος, αντίστοιχα), “sextortion” (σεξουαλικός εκβιασμός), “pornographic photoshopping” (σεξουαλικές εικόνες που έχουν δημιουργηθεί με ψηφιακή επεξεργασία) και πολλές άλλες παρόμοιες μορφές σεξουαλικής κακοποίησης.

Επί υποθέσεως που εμπίπτει στον ορισμό της “σεξουαλικής κακοποίησης μέσω εικόνας” απεφάνθη πρόσφατα και το Ε΄ Ποινικό Τμήμα του Αρείου Πάγου με την υπ’ αριθμόν 505/2020 απόφασή του (δημ. ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση, η οποία αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα όχι μόνο μη συναινετικής, αλλά συγκεκριμένα «εκδικητικής» πορνογραφίας, ο κατηγορούμενος χρησιμοποιώντας την ψηφιακή κάμερα του κινητού του τηλεφώνου, μαγνητοσκόπησε ερωτικές του συνευρέσεις με την πολιτικώς ενάγουσα και τότε σύντροφό του, ενώ μετά τη λήξη της σχέσης τους (που έληξε με πρωτοβουλία της τελευταίας), προέβη στην ανάρτηση δύο βίντεο αντίστοιχου περιεχομένου στο διαδίκτυο, καθιστώντας το οπτικοακουστικό αυτό υλικό διαθέσιμο σε απροσδιόριστο αριθμό προσώπων. Αξίζει να σημειωθεί ότι η εγκαλούσα όχι μόνο δε συνήνεσε στη δημιουργία και στη διατήρηση (αποθήκευση) των συγκεκριμένων βίντεο από τον κατηγορούμενο, αλλά αντιθέτως ρητώς απαίτησε από αυτόν τη διαγραφή τους. Κατόπιν τούτων, σε βάρος του εγκαλουμένου ασκήθηκε ποινική δίωξη για τα αδικήματα, αφενός, της χωρίς δικαίωμα διατήρησης (αποθήκευσης) στην κατοχή του άνευ αδείας αρχείου δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων κατ’ εξακολούθηση (άρθρο 38 παρ. 1 εδ. β΄ του Ν. 4624/2019) και, αφετέρου, της μετάδοσης – ανακοίνωσης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων (άρθρο 38 παρ. 2 του Ν. 4624/2019). Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων επέβαλε στον κατηγορούμενο συνολική ποινή φυλάκισης δεκαπέντε μηνών με τριετή αναστολή, ενώ ο Άρειος Πάγος, αφού επιβεβαίωσε ότι ο άνδρας πράγματι προέβη στη δημιουργία και την επεξεργασία αρχείου ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων χωρίς δικαίωμα και χωρίς τη συγκατάθεση της παθούσας, αναίρεσε την παραπάνω απόφαση μόνο κατά το μέρος που αφορούσε το αξιόποινο των πράξεων και την επιβληθείσα ποινή.

Για ποιο λόγο χρειαζόμαστε έναν περιεκτικό ορισμό

Δεν υπάρχει «καμία σαφώς καθορισμένη και διακριτή αναλυτική κατηγορία», στην οποία αυτές οι μορφές κακοποίησης θα μπορούσαν κατάλληλα να τοποθετηθούν, διότι οι υπάρχουσες νομικές και λεκτικές κατηγορίες αποτυγχάνουν να συμπεριλάβουν ή να κατανοήσουν το εύρος και την έκταση της εμπειρίας της κακοποίησης. Η ιδέα του συνεχούς της σεξουαλικής κακοποίησης που βασίζεται σε έναν «βασικό κοινό χαρακτήρα» επιτρέπει την αποκάλυψη συνδέσεων μεταξύ διαφορετικών μορφών κακοποίησης με σημαντικές λογικές, πολιτικές και νομικές επιπτώσεις. Κατανοούμενη ως συνέχεια, η έννοια της Σεξουαλικής Κακοποίησης μέσω εικόνας είναι επαρκώς ευρεία και ευέλικτη, ώστε να: 1) συμπεριλάβει όχι μόνο νέους αλλά και διαφορετικούς τρόπους διάπραξης εκ μέρους των παραβατών και 2) να αποδώσει τον τρόπο με τον οποίο βιώνεται η πράξη εκ μέρους των θυμάτων, ο οποίος εμφανίζει πολλές ομοιότητες.

«ΣΥΝΤΡΙΒΟΝΤΑΣ ΖΩΕΣ ΚΑΙ ΜΥΘΟΥΣ»

Μελέτη για τη σεξουαλική κακοποίηση μέσω εικόνας (7)

“Shattering lives and myths: a report on image- based sexual abuse.”

(Clare McGlynn, Erika Rackley, Kelly Johnson, Nicola Henry, Asher Flynn, Anastasia Powell, Nicola Gavey, Adrian Scott Goldsmiths (2019))

Η μελέτη αυτή κατέδειξε ότι:

  • Είναι ΜΥΘΟΣ ότι η σεξουαλική κακοποίηση μέσω εικόνας είναι ένα αδίκημα που αφορά την επικοινωνία και το διαδίκτυο καθώς στην ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ τα θύματα βιώνουν αυτή την κακοποίηση ως ένα είδος σεξουαλικής βίας.
  • Η σεξουαλική κακοποίηση μέσω εικόνας λειτουργεί όχι μόνο ως ένα μέσο εκδίκησης. Υπάρχει ένα μείγμα κινήτρων που ωθούν τους κακοποιητές. Τα θύματα μίλησαν για χειριστικές και ελεγκτικές συμπεριφορές προς το πρόσωπό τους από τους πρώην ή νυν συντρόφους τους. Πέραν του 50% των συμμετεχουσών θεωρούσαν πως το βασικό κίνητρο ήταν η άσκηση ελέγχου πιθανώς δε, και εξαναγκασμού τους να επιστρέψουν σε μία σχέση την οποία έχουν επιλέξει να αφήσουν πίσω τους.
  • Δεν είναι απλά μια φωτογραφία. Η σεξουαλική κακοποίηση μέσω εικόνας καταστρέφει ζωές διότι προκαλεί στα θύματα μεγάλο ψυχικό τραύμα (συνδέεται στενά με συμπτώματα μετατραυματικού στρες, κατάθλιψης, άγχους, αυτό-κατηγοριών, έλλειψης αυτοεκτίμησης, κατάχρησης ουσιών, άρνησης ή/και απώθησης των γεγονότων σε μια προσπάθεια να καταπιέσουν ή να εξαφανίσουν τα δυσάρεστα συναισθήματα). Παράλληλα, τόσο η δημοσιοποίηση του σεξουαλικού περιεχομένου όσο η παραβίαση της εμπιστευτικότητας προκαλούν διαφορετικά είδη τραυματισμών. Και τα δύο περιλαμβάνουν την αποκάλυψη των μυστικών ενός ατόμου, αλλά η παραβίαση της εμπιστευτικότητας παραβιάζει την εμπιστοσύνη σε ένα συγκεκριμένο είδος σχέσης. Το κέντρο βάρους μετατοπίζεται στο ότι το θύμα έχει προδοθεί, συμπεριφορά που έχει αρνητικές επιπτώσεις στην μετέπειτα αλληλεπίδραση του ατόμου με άλλα άτομα. Επιπλέον, από τη στιγμή που μια φωτογραφία ή ένα βίντεο δημοσιευθεί στο διαδίκτυο είναι πολύ δύσκολο στη συνέχεια να απομακρυνθεί και κάποιες φορές είναι απλά αδύνατο. Αυτό καθιστά τις δριμείες επιπτώσεις στην ψυχική υγεία συνεχείς και μακράς διάρκειας για τα θύματα.
  • Η μεγάλη πλειοψηφία των θυμάτων ήταν δυσαρεστημένη με τον τρόπο που χειρίστηκε την καταγγελία τους η αστυνομία. Αρκετές γυναίκες ανέφεραν πως η αστυνομία δεν έδειξε να κατανοεί επαρκώς τη νομοθεσία ή τον τρόπο που έπρεπε να διερευνηθεί αυτό το αδίκημα. Σε περισσότερες από τις μισές υποθέσεις, τα θύματα θεώρησαν πως η αστυνομία είχε “ανταποκριθεί όσο καλύτερα μπορούσε” δια της έκδοσης ανεπίσημων παρακλήσεων για την αφαίρεση και καταστροφή φωτογραφικού υλικού και βίντεο από το διαδίκτυο και της άτυπης προειδοποίησης του δράστη εφιστώντας την προσοχή του στο γεγονός ότι εάν συνεχίσει έτσι, το μοτίβο της συμπεριφοράς του θα ανέλθει σε ποινικό αδίκημα. Μια τέτοια μορφή διαχείρισης συνήθως λαμβάνει χώρα σε συνθήκες που η αστυνομία πίστευε πως η κακοποίηση δεν αποτελεί ποινικό αδίκημα ή όταν θεωρούσε πως δεν υπήρχαν αρκετά στοιχεία για να μπορέσουν να ασκηθούν διώξεις. Όμως, άλλα θύματα έβλεπαν αυτές τις άτυπες μορφές αντιμετώπισης ως μία ακόμα έκφανση της άρνησης της αστυνομίας να αποδεχτεί την πραγματική έκταση και τη σοβαρότητα της κακοποίησης, αφήνοντας το δράστη να “ξεφύγει χωρίς καμία συνέπεια”.
  • Είναι ΜΥΘΟΣ ότι τα θύματα απαιτούν μια τιμωρητική αντιμετώπιση από το ποινικό σύστημα. Στην ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ αρκετά θύματα αποζητούν την αναγνώριση του ψυχικού τραύματος και της αδικίας που υπέστησαν ως θύματα κακοποίησης πέρα από το ποινικό δίκαιο και πιθανώς μέσω μιας προσέγγισης που εμπίπτει στο πλαίσιο της αποκαταστατικής δικαιοσύνης συνυφασμένης άμεσα με την απαιτούμενη αλλαγή συμπεριφοράς του κακοποιητή.

Αντί επιλόγου

Μέχρις στιγμής ο νόμος, η πολιτική και ο δημόσιος λόγος επικεντρώνονται σε συγκεκριμένες κατηγορίες δραστηριότητας και βλάβης καθώς και συγκεκριμένα κίνητρα, με αποτέλεσμα άλλες μορφές κακοποίησης να αποκλείονται και να αγνοούνται. Οι δραστηριότητες που συζητούνται ή/και απαγορεύονται είναι γενικά αυτές που έχουν ήδη αναγνωριστεί ως νομικές κατηγορίες και αδικήματα ή περιγράφονται και επισημαίνονται σύμφωνα με τις αντιλήψεις των μέσων ενημέρωσης ή τα κίνητρα των δραστών. Ως εκ τούτου, η κακοποίηση δεν ορίζεται ούτε συζητείται σύμφωνα με τις εμπειρίες των θυμάτων. Αυτή η αποσπασματική προσέγγιση, η οποία επίσης αγνοεί σε μεγάλο βαθμό τις διαφορετικές εμπειρίες των θυμάτων, δίνει τη δυνατότητα στα νομοθετικά σώματα και στους υπεύθυνους χάραξης πολιτικών να υποβαθμίσουν τη σεξουαλική κακοποίηση που αντιμετωπίζουν κυρίως γυναίκες. (8)

Είναι τελικά δόκιμος ο όρος «εκδικητικό πορνό»;

Ενδείκνυται να αποφεύγεται η χρήση του όρου «εκδικητικό πορνό» επειδή ο όρος αυτός δεν ερμηνεύει ούτε τη φύση αλλά ούτε και την έκταση της κακοποιητικής συμπεριφοράς που φέρει η μη συναινετική λήψη, δημιουργία ή αποστολή μιας εικόνας γυμνού ή σεξουαλικού περιεχομένου. Η εκδίκηση δεν αποτελεί κίνητρο για όλους τους δράστες και τα θύματα πολύ ορθά ενίστανται στην χρήση αυτού του όρου. Υπάρχει ένα μείγμα κινήτρων που ωθούν τους κακοποιητές (Henry, 2016) (9):

  • τα αντίποινα: όταν το κίνητρο του δράστη είναι η εκδίκηση, στοχεύοντας στην ταπείνωση και τον δημόσιο εξευτελισμό του θύματος, επειδή τερμάτισε τη σχέση. Πρόκειται για τον όρο «εκδικητική πορνογραφία» (revenge porn), ο οποίος αναπαράγεται συχνότερα από το κοινό και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης,
  • ο εκβιασμός: όταν ο δράστης επιδιώκει να λάβει περαιτέρω εικόνες, χρήματα ή ανεπιθύμητες σεξουαλικές πράξεις χρησιμοποιώντας υπάρχουσες εικόνες ή την απειλή των εικόνων, ανεξάρτητα από το αν αυτές υπάρχουν,
  • η ηδονοβλεψία: όταν ο δράστης προσπαθεί να διανείμει ή να δημιουργήσει εικόνες ως μορφή σεξουαλικής ικανοποίησης,
  • η εκμετάλλευση: όταν ο στόχος είναι η απόσπαση χρηματικών οφειλών μέσω του εμπορίου μη συναινετικών εικόνων σεξουαλικού περιεχομένου, αλλά και
  • η επίθεση: όταν ο δράστης ή/και οι παρευρισκόμενοι καταγράφουν σεξουαλικές επιθέσεις και βιασμούς σε κινητά τηλέφωνα ή άλλες συσκευές και, στη συνέχεια, διανέμουν αυτό το υλικό.

Είναι αναγκαίο να γίνει κατανοητό πως για να αντιληφθούμε την κακοποίηση υπό το πρίσμα της έμφυλης δικαιοσύνης, το βάρος πρέπει να μετατεθεί από τις προθέσεις των δραστών στην ψυχική οδύνη των θυμάτων που προκαλείται με τις επιθέσεις κατά της αξιοπρέπειας, της ασφάλειας, της ακεραιότητας και της υγείας τους.

Ανεπαρκείς όλοι οι υπάρχοντες όροι, προκειμένου να περιγράψουν την εμπειρία των θυμάτων και την βλάβη που έχουν υποστεί.

Όροι όπως “upskirting”, “revenge porn”, “sextortion” κτλ. έχουν ως αποτέλεσμα να ελαχιστοποιούν τις βλάβες των θυμάτων. Ως αποτέλεσμα, πολλοί βλέπουν τη σεξουαλική κακοποίηση που βασίζεται στην εικόνα ως «ακίνδυνη φάρσα» που έγινε από «παρεξηγημένους απατεώνες». Με αυτή την κουλτούρα όμως οι δράστες «σπάνια επιπλήττονται», ενώ τα θύματα «συχνά τιμωρούνται ως υπερευαίσθητα ή χωρίς χιούμορ». Υπάρχει ο κίνδυνος, όπως έχει πλέον στην κοινή κουλτούρα “κανονικοποιηθεί” η καθημερινή παρενόχληση στο δρόμο, να “κανονικοποιηθούν” και οι βλάβες που υφίστανται κυρίως οι γυναίκες δια της σεξουαλικής κακοποίησης μέσω εικόνας. Πρέπει να ανοίξει η συζήτηση σε επίπεδο κοινωνικό και νομοθετικό, ώστε να εισαχθεί ο όρος «Σεξουαλική Κακοποίηση μέσω εικόνας» ως αυτοτελές ποινικό αδίκημα στην ελληνική έννομη τάξη και περιπτώσεις όπως το επονομαζόμενο revenge porn να μην υπάγονται μόνο στη γενική διάταξη για τα προσωπικά δεδομένα, έτσι ώστε οι συμπεριφορές αυτές, να αποκτήσουν μια πιο οργανική θέση στην ελληνική ποινική νομοθεσία αλλά και στην κοινωνική αντίληψη. Οι δυνατότητες επανορθωτικής/αποκαταστατικής δικαιοσύνης για τα θύματα αυτών των αδικημάτων πρέπει να διερευνηθούν σοβαρά, αφού πρόκειται για αίτημά τους.

Γράφει η Πέττα Κατερίνα

Νομική Σύμβουλος Συμβουλευτικού Κέντρου Γυναικών Δήμου Ζακύνθου

Παραπομπές

  • Κατευθυντήριες γραμμές της Γενικής Εισαγγελίας για την ποινική δίωξη του αδικήματος της δημοσιοποίησης προσωπικών φωτογραφιών και βίντεο με σεξουαλικό περιεχόμενο. Διατίθεται στη διεύθυνση: http://www.cps.gov.uk/legal/p to r/
  • https://www.transatlantic-lawyer.com/2016/09/france-the-new-digital-law-is-adopted/
  • https://www.theguardian.com/technology/2014/may/22/revenge-porn-victims-boost-german-court-ruling
  • https://www.beds.ac.uk/research-ref/irac/nccr
  • Maple, C., Shart, E., Brown, A. (2011). Cyber stalking in the United Kingdom: An Analysis of the ECHO Pilot Survey. Πανεπιστήμιο του Bedfordshire. Διατίθεται στη διεύθυνση: https://www.beds. ac.uk/__data/assets/pdf_file/0003/83109/ECHO_Pilot_Final.pdf
  • Δελτίου Τύπου της κυβέρνησης του Ηνωμένου Βασιλείου (2015). Διατίθεται στη διεύθυνση: https://www.gov.uk/government/news/ hundreds-of-victims-of-revenge-porn-seek-support-from-helpline
  • Η μελέτη βασίζεται σε πληροφορίες που συλλέχθηκαν κατά την διάρκεια έξι μηνών το 2016 και προήλθαν από συνεντεύξεις 25 θυμάτων σεξουαλικής κακοποίησης μέσω εικόνας και μεγάλου αριθμού ειδικών που σχετίζονται με αυτή τη μορφή εγκληματικότητας: αστυνομικούς, νομοθέτες, δικηγόρους και οργανισμούς στήριξης των θυμάτων. Τα θύματα προέρχονται από διάφορες περιοχές του Ηνωμένου Βασιλείου, της Αυστραλίας και της Νέας Ζηλανδίας.
  • https://eige.europa.eu/sites/default/files/documents/ti_pubpdf_mh0417543eln_pdfweb_20171026164000.pdf - Στον εν λόγω σύνδεσμο διατίθεται η διεξαχθείσα εν έτει 2017 από το Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο για την Ισότητα των Φύλων (EIGE) έρευνα τεκμηρίωσης προκειμένου να εντοπιστούν και να αναλυθούν οι υφιστάμενες έρευνες για τις διαφορετικές μορφές διαδικτυακής βίας σε βάρος γυναικών και κοριτσιών, με συχνότερα σοβαρές μορφές εκείνες της διαδικτυακής καταδίωξης και διαδικτυακής σεξουαλικής παρενόχλησης, καθώς και να για να αξιολογηθεί η διαθεσιμότητα ερευνητικών και διοικητικών δεδομένων σχετικά με αυτό το φαινόμενο. Από την εν λόγω έρευνα του Ευρωπαϊκού Ινστιτούτου για την Ισότητα των Φύλων (EIGE) (2017) αναδεικνύεται έτσι η περιορισμένη αξία μιας προσέγγισης απέναντι στη διαδικτυακή βία που δεν λαμβάνει υπόψη της το φύλο.
  • https://ojs.unisa.edu.au/index.php/uslr/article/view/1358