H ΜΕΤΑΚΥΛΗΣΗ ΤΗΣ ΕΙΣΦΟΡΑΣ ΤΟΥ Ν.128/1975 ΣΤΟΝ ΔΑΝΕΙΟΛΗΠΤΗ

 της Αναστασίας Σκανδάλη, Ασκ.Δικηγόρου ΔΣΑ-ΜΔΕ Θεωρία Δικαίου και Διεπιστημονικές Νομικές Σπουδές ΑΠΘ

 

    Με τη διάταξη της παρ.3 του άρθρ. 1 του ν.128/1975 επιβάλλεται εισφορά, βαρύνουσα τα πάσης φύσεως λειτουργούντα στην Ελλάδα πιστωτικά ιδρύματα, περιλαμβανομένης και της Τράπεζας της Ελλάδος, υπέρ του κοινού λογαριασμού για την επιστροφή διάφορων τόκων σε εξαγωγικές επιχειρήσεις. Η εισφορά υπολογίζεται επί του ετησίου ύψους των εντός εκάστου ημερολογιακού έτους μηνιαίων υπολοίπων των χορηγούμενων υπό των πιστωτικών ιδρυμάτων πάσης φύσεως δανείων ή πιστώσεων, περιλαμβανομένων και των πιστώσεων προς τράπεζες, ως και προς το Δημόσιον, πλην των εντόκων γραμματίων. Περαιτέρω ορίζεται πως η εν λόγω εισφορά επιβάλλεται και επί των δανείων σε δραχμές και συνάλλαγμα και των ισοδυνάμου αποτελέσματος συμβάσεων από πιστωτικά ιδρύματα του εξωτερικού προς φυσικά ή νομικά πρόσωπα που είναι υπόχρεα για υποβολή φορολογικής δήλωσης. Στην περίπτωση αυτή υπόχρεος για την απόδοση της εν λόγω εισφοράς είναι ο δανειοδοτούμενος.

     Με τη ρύθμιση αυτή, η εισφορά του ν.128/1975 επιβαρύνει με ίσους όρους τις δανειστικές συμβάσεις πιστωτικών ιδρυμάτων ανεξαρτήτως έδρας λειτουργίας τους, εφόσον αυτές καταρτίζονται με αντισυμβαλλόμενους με φορολογική έδρα την Ελλάδα.

     Στο σημείο αυτό αναδύεται το ζήτημα του κύρους της μετακύλησης της εισφοράς στους αντισυμβαλλομένους των πιστωτικών ιδρυμάτων. Το θέμα αυτό δεν έχει αντιμετωπισθεί με ενιαίο τρόπο από τη νομολογία, η οποία εξακολουθεί να αμφιταλαντεύεται κυρίως σε επίπεδο δικαστηρίων της ουσίας, ανάμεσα στην κατάφαση του κύρους της επιβάρυνσης του δανειολήπτη και στην επίκληση της ακυρότητας της ρήτρας μετακύλησης λόγω αντίθεσης στο γράμμα του ν.128/1975 και λόγω καταχρηστικότητας εξαιτίας της αδιαφανούς και αδικαιολόγητης επιβολής πρόσθετης επιβάρυνσης στον καταναλωτή (είτε με επίκληση του αρθρ.2 ν.2251/1994 περί της προστασίας καταναλωτή είτε της ΑΚ 281 περί της κατάχρησης δικαιώματος)

     Σύμφωνα με ισχυρό μέρος της θεωρίας η μετακύληση της εισφοράς του ν.128/1975 συνιστά μη επιτρεπτή επιβάρυνση του δανειολήπτη, η οποία αν και δεν απαγορεύεται ευθέως από το γράμμα της εν λόγω διάταξης, εντούτοις προσκρούει στον εξυπηρετούμενο με αυτήν σκοπό. Αντίκειται δηλαδή στην τελολογία επιβολής της εισφοράς ( και άντλησής της από τα υπόλοιπα των χορηγούμενων δανείων), η οποία συνίσταται ακριβώς στην ενίσχυση του τηρούμενου από την Τράπεζα της Ελλάδος κοινού λογαριασμού για την επιστροφή τόκων στις εξαγωγικές επιχειρήσεις και ουσιαστικά στην ενθάρρυνση της εξαγωγικής δραστηριότητας της χώρας. Πράγματι, θα ήταν εξόχως ανεπιεικές ο πιστούχος – εκτός της υποχρέωσης επιστροφής του κεφαλαίου, των τόκων δηλαδή της αντιπαροχής του πιστωτικού ιδρύματος και των διαφορετικής προέλευσης εξόδων και προμηθειών της τράπεζας- να επιβαρύνεται και με την υποχρέωση καταβολής ενός ποσού επί του ληφθέντος κεφαλαίου για σκοπούς απολύτως ξένους με τη συναλλακτική του σχέση με το πιστωτικό ίδρυμα, τη φύση και τον σκοπό της πιστωτικής σύμβασης. Σύμφωνα άλλωστε με το γράμμα της διάταξης της παρ.3 του αρθρ.1 ν.128/1975 με πληρότητα και δίχως την παραμικρή ασάφεια κατονομάζεται πως τα πιστωτικά ιδρύματα βαρύνονται με την εν λόγω εισφορά.

      Oι οφειλόμενοι στο πιστωτικό ίδρυμα σε καθυστέρηση τόκοι ανατοκίζονται, εφόσον αυτό συμφωνηθεί, από την πρώτη ημέρα της καθυστέρησης. Οι τόκοι που προκύπτουν προστίθενται στο ληξιπρόθεσμο κεφάλαιο ανά εξάμηνο κατ’ ελάχιστον όριο, είτε πρόκειται για συμβάσεις δανείων είτε για συμβάσεις αλληλόχρεου λογαριασμού. Κατά τα λοιπά εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 112 του ΕισΝΑΚ. Εάν δεν υπάρχει συμφωνία ανατοκισμού, ισχύουν οι σχετικές διατάξεις του ΑΚ και του εισαγωγικού νόμου αυτού.

    Αναφορικά με τον ανατοκισμό της εισφοράς του ν. 128/1975 αυτός κρίνεται από μεγάλο μέρος των ελληνικών δικαστηρίων ως παράνομος καθώς ανατοκισμός επιτρέπεται μόνον επί των καθυστερούμενων τόκων και όχι επί των φόρων, εισφορών ή άλλων προμηθειών, ενώ κάθε αντίθετη σύμβαση αντίκειται σε κανόνες αναγκαστικού δικαίου και ελέγχεται κατά τις διατάξεις των άρθρων 174, 178 και 179 ΑΚ. Κατά πάγια τακτική  η πλειονότητα των πιστωτικών ιδρυμάτων αφού κεφαλαιοποιούν την εισφορά του ν.128/1975 κάθε φορά που χρεώνουν τόκους πάσης φύσεως, στη συνέχεια ανατοκίζουν παρανόμως τα ποσά αυτής, καθώς στο κάθε φορά προκύπτον υπόλοιπο κεφάλαιο υπολογίζουν τόκους (εκτοκισμούς) στους οποίους περιέχονται και ποσά εισφοράς του ν.128/1975, στο νέο δε προκύπτον εκάστοτε κεφάλαιο υπολογίζουν νέους τόκους περιέχοντες και εισφορά (εκτοκισμός και ανατοκισμός της εισφοράς). Συνέπεια του παράνομου αυτού ανατοκισμού είναι το ανεκκαθάριστο της απαίτησης λόγω της ενσωμάτωσης σε αυτήν των ως άνω παρανόμως υπολογισθέντων επιπλέον τόκων, καθώς και των ποσών που προέκυπταν από τον ανατοκισμό τους, βάσει της ως άνω αθέμιτης και παράνομης πρακτικής τους.

  Εκτός των ως άνω, επί 34 συναπτά έτη επιβάλλεται στους δανειολήπτες η εν λόγω ειδική εισφορά (φόρου) του ν. 128/1975 με τον οποίο έχουν επιβαρυνθεί ΠΑΡΑΝΟΜΑ με συνολικό ποσό της τάξης των 16-20 δισεκατομμυρίων ευρώ, πλέον των παράνομων ανατοκισμών των ποσών του φόρου αυτού από τις τράπεζες το οποίο θα έπρεπε να αποδίδεται στο Ελληνικό Δημόσιο. Άξιο μνείας και προσοχής είναι  στο σημείο αυτό το γεγονός ότι το Υπουργείο Οικονομικών της Γενικής Γραμματείας Δημοσιονομικής Πολιτικής και συγκεκριμένα το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους επεσήμανε το πρωτάκουστο,  πως το προϊόν του εν λόγω λογαριασμού παρακολουθείται από την Τράπεζα της Ελλάδος, αλλά ΔΕΝ αποτελεί έσοδο του Κρατικού Προυπολογισμού και κατά συνέπεια δεν εμφανίζεται σε Κωδικό Αριθμό Εσόδου!!!