Η χρησιμοποίηση του χρηματοπιστωτικού τομέα για το ξέπλυμα βρώμικου χρήματος (Ν. 4557/2018)

Γράφει η Άννα-Μαρία Χ. Ανυφαντή, Δικηγόρος Κέρκυρας ΜΔΕ Ποινικών & Εγκληματολογικών Επιστημών ΑΠΘ *

Η χρησιμοποίηση του χρηματοπιστωτικού τομέα με την τοποθέτηση σε αυτόν ή τη διακίνηση εσόδων που προέρχονται από εγκληματικές δραστηριότητες, με σκοπό να προσδοθεί νομιμοφάνεια στα εν λόγω έσοδα

            Το υπό στοιχ. δ’ προστέθηκε με τον προγενέστερο Ν. 3691/2008, με τον οποίο για πρώτη φορά η απλή και μόνο κατάθεση σε τράπεζα του προϊόντος ενός εγκλήματος, δύναται, εφόσον αποδεικνύεται και η συνδρομή του σκοπού προσδώσεως νομιμοφάνειας, να θεωρηθεί ως αυτοτελής πράξη νομιμοποίησης.

Σύμφωνα με την συγκεκριμένη πρόβλεψη, ως πράξη νομιμοποίησης θεωρείται πρώτον η χρησιμοποίηση του χρηματοπιστωτικού τομέα με την τοποθέτηση σε αυτόν εσόδων που προέρχονται από εγκληματικές δραστηριότητες, με σκοπό να τους προσδοθούν νομιμοφάνεια και δεύτερον η διακίνηση μέσω ή εντός αυτού των παράνομων εσόδων έχοντας τον ίδιο σκοπό. Στην πρώτη περίπτωση, ο δράστης του ξεπλύματος καταθέτει τα περιουσιακά οφέλη που παρήχθησαν από το βασικό αδίκημα σε πιστωτικό ίδρυμα ή τα διαθέτει για την αγορά μετοχών. Στη δεύτερη περίπτωση, τα παράνομα οφέλη διακινούνται εντός του χρηματοπιστωτικού τομέα με την μορφή πλαστών επιταγών, παράνομης χρήσης λογαριασμών κλπ. και στην συνέχεια, είτε τα οφέλη αυτά παραμένουν εντός του πιστωτικού συστήματος, είτε εξέρχονται αυτού έχοντας εξοπλιστεί με ισχυρό τεκμήριο νομιμοφάνειας[1].

Η πρώτη περίπτωση αυτή της τοποθέτησης υπάγεται, με βάση το διεθνές πρότυπο περιγραφής της διαδικασίας της νομιμοποίησης εσόδων, στην πρώτη φάση, ήτοι την λεγόμενη «τοποθέτηση» (placement), από άποψη δε ειδικής υπόστασης του εγκλήματος υπάγεται στην έννοια της κατοχής, ενώ η διακίνηση υπάγεται στην έννοια της μετατροπής ή μεταβίβασης περιουσίας. Ωστόσο, στο εν λόγω στοιχείο εισάγεται ένα έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης, καθόσον ο νόμος ρητά απαιτεί για την στοιχειοθέτηση του αδικήματος έναν περαιτέρω σκοπό, ήτοι το τελείται το αδίκημα με σκοπό να προσδοθεί νομιμοφάνεια στα εν λόγω έσοδα. Αυτό περαιτέρω σημαίνει ότι η αξιόποινη συμπεριφορά της νομιμοποίησης πρέπει να είναι και αντικειμενικά πρόσφορη να προσδώσει νομιμοφάνεια στα έσοδα που παρήχθησαν από εγκληματική δραστηριότητα.

Η νομολογία μας και πριν την ρητή προσθήκη του εν λόγω στοιχείου με το Ν. 3691/2008 είχε δεχτεί ότι η απλή και μόνο κατάθεση στην Τράπεζα αποτελεί μορφή αποκρύψεως και άρα αξιόποινη πράξη νομιμοποίησης, θέλοντας με τον τρόπο αυτόν να επιλύσει υποθέσεις του παραδικαστικού κυκλώματος[2].

Η άποψη αυτή ορθώς επικρίθηκε έντονα[3], με το επιχείρημα ότι δεν δύναται η απλή κατάθεση χρηματικού ποσού σε Τράπεζα να συνιστά απόκρυψη και επομένως αξιόποινη πράξη, καθόσον η πράξη αυτή καθιστά φανερή τόσο την κίνηση όσο και την κίνηση των ύποπτων χρημάτων. Ο Ανδρουλάκης[4] συγκεκριμένα ανέφερε ένα ξεχωριστό παράδειγμα στην προσπάθεια του να επιδείξει το παράλογο της άποψης αυτής. Πιο συγκεκριμένα, ανάμεσα σε δύο ληστές Τράπεζας, όπου ο ένας κρύβει κάπου προσεκτικά τις δεσμίδες χαρτονομισμάτων της λείας του και τις ξοδεύει λίγο – λίγο, ενώ ο άλλος τις καταθέτει κατευθείαν στον τραπεζικό του λογαριασμό, θεώρησε πιο βλαπτικό και επικίνδυνο για την κοινωνία γενικότερα τον πρώτο. Αιτιολογώντας την άποψη του αυτή ανέφερε πως ο δεύτερος δράστης, ο οποίος ενδέχεται να κάνει την κατάθεση όχι απαραίτητα με σκοπό συγκάλυψης, αλλά και με σκοπό απλώς προστασίας και διευκόλυνσης στην διάθεση τους, δεν κρύβει τα παράνομα περιουσιακά του οφέλη, αλλά εκθέτει σε κίνδυνο αποκάλυψης την λεία του. Καταλήγει δε λέγοντας ότι η απλή κατάθεση δεν επιφέρει κανένα ιδιαίτερο αποτέλεσμα πέραν από εκείνο του βασικού εγκλήματος.

Πράγματι, με την κατάθεση των χρημάτων σε τραπεζικό λογαριασμό, όχι μόνο δεν συγκαλύπτονται τα πραγματικά στοιχεία των εμπλεκομένων, ώστε να είναι δυνατόν να μιλάμε για σκοπό πρόσδοσης νομιμοφάνειας, αλλά πολύ περισσότερο, αποκαλύπτεται η εγκληματική συμπεριφορά. Με την εν λόγω πράξη, ο καταθέτης δεν προσδίδει στα κατατεθέντα χρήματα ένα νόμιμο τίτλο, τον οποίον πριν δεν είχαν. Συγκάλυψη, απεναντίας, θα υπήρχε αν ο δράστης μετά την κατάθεση των χρημάτων προέβαινε σε μία σειρά συναλλαγών, π.χ. σε αγορά μετοχών, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να υπάρξει δικαιολόγηση  της κατοχής των συγκεκριμένων χρημάτων και εμφάνιση άλλης πηγής προέλευσης τους από την κανονική. Η απλή τραπεζική κατάθεση αποτελεί το ευκολότερο βήμα για να εντοπιστεί μία ύποπτη συναλλαγή και για την περαιτέρω εξιχνίαση και παρακολούθηση της. Σύμφωνα, δε, με τα ανωτέρω, η απλή τραπεζική κατάθεση και μάλιστα στον τραπεζικό λογαριασμό του ίδιου του φερόμενου ως δράστη δεν μπορεί να θεωρηθεί καν απόπειρα του αδικήματος του ξεπλύματος [5].

Η πράξη της κατάθεσης των χρημάτων στο πραγματικό όνομα του καταθέτη αντικειμενικά δεν είναι πρόσφορη να εκφράσει από μόνη της ως πράξη οποιαδήποτε απόπειρα πρόσδοσης νομιμοφάνειας στο χρηματικό ποσό που κατατίθεται και συνεπώς και αντίστοιχο σκοπό. Διαφορετικά θα έχουν τα πράγματα, αν η κατάθεση δεν γίνεται σε τραπεζικό λογαριασμό, ο οποίος έχει το πραγματικό όνομα του καταθέτη, αλλά είτε σε λογαριασμό άλλου ατόμου είτε σε λογαριασμό που διαθέτει ο δράστης με ψεύτικο όνομα. Σε αυτή την περίπτωση, τελείται η συγκεκριμένη πράξη νομιμοποίησης, αφού ο βασικός πυρήνας της νομιμοποίησης είναι η συσκότιση ης προέλευσης ενός εσόδου, όπου εν προκειμένω θα συντρέχει[6].

Ωστόσο, ο νομοθέτης, παρά την δριμεία κριτική που ασκήθηκε κυρίως από την θεωρία, άφησε την εν λόγω ρύθμιση ανέπαφη και στον νέο Ν. 4557/2018. Είναι συνεπώς αυτονόητο ότι η συγκεκριμένη διάταξη καλύπτει κάποιο κενό στην τυποποίηση, αναφερόμενη προφανώς σε συμπεριφορές που δεν εμπίπτουν σε κάποια άλλη τυποποιούμενη πράξη. Επομένως, η συγκεκριμένη συμπεριφορά  τελεί σε σχέση αλληλοαποκλεισμού προς τις πράξεις των άλλων περιπτώσεων του ίδιου άρθρου. Ωστόσο, όταν τίθεται ζήτημα διαχρονικού δικαίου, είναι φανερό ότι η συγκεκριμένη διάταξη θα λειτουργήσει για πράξεις που τελέστηκαν από την θέση σε εφαρμογή του Ν. 3691/2008 και δεν δύναται να καλύψει κυρωτικά προγενέστερες του νόμου συμπεριφορές αξιοποιήσεως του χρηματοπιστωτικού συστήματος σύμφωνα με το αρ. 7 Σ και αρ. 1 ΠΚ[7].

⁕ Άννα-Μαρία Χ. Ανυφαντή, Δικηγόρος Κέρκυρας
ΜΔΕ Ποινικών & Εγκληματολογικών Επιστημών ΑΠΘ
Επικοινωνία : Τηλ. 2661049170, 6987014774
e-mail am.anyfanti@gmail.com

_____________________________________________________________________________________________________

[1] Βλ. Τσιρίδη, Ο Νέος Νόμος για το Ξέπλυμα Χρήματος (Ν 3691/2008), εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη, σελ. σελ. 62

[2] Βλ. ΑΠ 570/2006, ΠοινΧρ 2007, 317επ., με την οποία έγινε δεκτό ότι επί δωροδοκίας δικαστή στοιχειοθετήθηκε με την πράξη της κατάθεσης του χρηματικού ποσού σε Τράπεζα και το αδίκημα της νομιμοποίησης

[3] Βλ. Κονταξή, Η απλή τραπεζική κατάθεση ως νομιμοποίηση χρημάτων («ξέπλυμα»), ΠοινΔικ 2014, 617επ., Τσιρίδη, ό.π., σελ. 67-68, Καϊάφα – Γκμπάντι, Ποινικοποίηση της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες : Βασικά χαρακτηριστικά του ν. 3691/2008 και δικαιοκρατικά όρια, ΠοινΧρ 2008, 917επ.

[4] Βλ. Ανδρουλάκη, Η ποινική δογματική και η απήχηση της στην πράξη 50 χρόνια μετά (ένα παράδειγμα), ΠοινΧρ 2002, 289επ.

[5] Βλ. Κονταξή, Η απλή τραπεζική κατάθεση ως νομιμοποίηση χρημάτων («ξέπλυμα»), ΠοινΔικ 2014, 617επ.

[6] Βλ. Καϊάφα – Γκμπάντι, Ποινικοποίηση της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες : Βασικά χαρακτηριστικά του ν. 3691/2008 και δικαιοκρατικά όρια, ΠοινΧρ 2008, 917επ.

[7] Βλ. Παύλου, Ο Ν. 3691/2008 για την πρόληψη και καταστολή της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και της χρηματοδοτήσεως της τρομοκρατίας – Η οριστικοποίησης μιας διαχρονικής δογματικής εκτροπής και η εμπέδωση της κατασταλτικής αυθαιρεσίας, Ποινικά Χρονικά 2008, σελ. 923επ.