Το Ποινικό Δίκαιο και η απονομή αυτού, η λεγόμενη ποινική Δικαιοσύνη, αναλαμβάνει να αντιμετωπίσει τις συμπεριφορές εκείνες που εκφεύγουν της καθημερινής συμπεριφοράς διαδραστικότητας του κοινωνού της πολιτείας, με άλλα λόγια του απλού πολίτη, και οι οποίες πολλές φορές αγγίζουν ευαίσθητες χορδές της κοινωνίας προκαλώντας το θυμικό και διεγείροντας τα πάθη. Εξ υπαρχής λοιπόν πρόκειται για μια αποστολή εξαιρετικά δύσκολη για την διεκπεραίωση της οποίας προαπαιτούμενο είναι τα γερά θεμέλια.

Στη χώρα μας δεν αμφισβητεί κανείς τη στιβαρή θεμελίωση του ποινικού οικοδομήματος πλην όμως ο Έλληνας νομοθέτης, ας επιτραπεί η έκφραση, δείχνει να έχει παραμελήσει τη «συντήρηση», δείχνοντας αργά αντανακλαστικά και πραγματοποιώντας μόνον διασωστικές επεμβάσεις πριν η όποια «βλάβη» καταστεί ανήκεστος.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα τέτοιων επεμβάσεων είναι το σωφρονιστικό σύστημα και πιο συγκεκριμένα ο θεσμός της απόλυσης υπό όρο. Ενώ λοιπόν ο συγκεκριμένος θεσμός έχει δομηθεί στο α. 105 ΠΚ με μια συγκεκριμένη και σαφή λογική (απαραίτητος χρόνος έκτισης, ευεργετικός υπολογισμός, μετατροπή υπολοίπου κλπ.), από καιρού εις καιρόν θεσπίζονται έκτακτα νομοθετήματα επί σκοπώ αποσυμφορήσεως των φυλακών τα οποία αφενός μεν δεν παρουσιάζουν πάντα την απαραίτητη συνοχή μεταξύ των , αφετέρου δε δίνουν την εντύπωση βεβιασμένων κινήσεων που υπαγορεύονται από την ανάγκη εξουδετέρωσης εκρηκτικών καταστάσεων (γεγονός που εν πολλοίς είναι και η πραγματικότητα όπως θα αναλυθεί και κατωτέρω).

Την τελευταία διετία αναδύεται συνεχώς στην επικαιρότητα ένα από τα νομοθετήματα αυτά, το οποίο μάλιστα έχει αποκτήσει και ονοματεπώνυμο: «νόμος Παρασκευόπουλου». Πάμπολλες οι αναλύσεις που έχουν γίνει για την αρτιότητα ή μη του νόμου αυτού (στην πραγματικότητα των εξής δυο: ν.4322/15 και ν.4411/16). Σκοπός του γράφοντος δεν είναι να εισφέρει μια ακόμα κριτική ανάλυση επί του συγκεκριμένου ζητήματος αλλά να επιχειρήσει να αναζητήσει την αιτία της ανάγκης θεσμοθέτησης έκτακτων μέτρων αποσυμφόρησης των φυλακών. Αν και ο χαρακτηρισμός «έκτακτα» μάλλον δεν αντικατοπτρίζει την πραγματικότητα καθώς την τελευταία πενταετία τουλάχιστον αυτά έχουν αποκτήσει μόνιμο χαρακτήρα. Για το λόγο αυτό θα επιχειρηθεί μία σύντομη καταγραφή των νομοθετημάτων της τελευταίας πενταετίας.

Ν. 4043/2012 ( Υπ. Δικαιοσύνης Παπαϊωάννου): Κρατούμενοι οι οποίοι, κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, εκτίουν στερητική της ελευθερίας ποινή που δεν υπερβαίνει τα πέντε έτη, απολύονται με διάταξη του εισαγγελέα πλημμελειοδικών του τόπου έκτισης της ποινής, υπό τον όρο της ανάκλησης, χωρίς τη συνδρομή των προϋποθέσεων των άρθρων 105 και επόμενα του Ποινικού Κώδικα, κατά τις εξής διακρίσεις: α) εάν η ποινή τους έχει διάρκεια μέχρι τρία έτη εφόσον έχουν εκτίσει ή εκτίουν με οποιονδήποτε τρόπο το ένα δέκατο αυτής, β) εάν η ποινή τους έχει διάρκεια μεγαλύτερη των τριών και μέχρι πέντε έτη, συμπεριλαμβανομένης και της κάθειρξης, εφόσον έχουν εκτίσει ή εκτίουν με οποιονδήποτε τρόπο το ένα πέμπτο αυτής.

  1. Ανήλικοι κρατούμενοι, οι οποίοι κατά τη δημοσίευση του παρόντος εκτίουν ποινή περιορισμού σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων, απολύονται με διάταξη του εισαγγελέα πλημμελειοδικών του τόπου έκτισης της ποινής, υπό τον όρο της ανάκλησης, χωρίς τη συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 129 του Ποινικού Κώδικα, κατά τις εξής διακρίσεις: α) εάν η ποινή του περιορισμού έχει διάρκεια μέχρι τρία έτη εφόσον έχουν εκτίσει ή εκτίουν με οποιονδήποτε τρόπο το ένα δέκατο αυτής, β) εάν έχει διάρκεια μεγαλύτερη των τριών και μέχρι πέντε έτη εφόσον έχουν εκτίσει ή εκτίουν με οποιονδήποτε τρόπο το ένα πέμπτο αυτής.

Στους απολυόμενους μπορούν να επιβληθούν οι υποχρεώσεις που προβλέπονται από την παράγραφο 5 του άρθρου 129 του Ποινικού Κώδικα.

  1. Εξαιρούνται από τις ρυθμίσεις των προηγούμενων παραγράφων όσοι έχουν καταδικαστεί για παράβαση: α) του ν. 1608/1950, β) του ν. 1882/1990, γ) του ν. 2523/1997, δ) των άρθρων 87 παρ. 5 και 88 του ν. 3386/2005 και ε) των άρθρων187, 187Α, 235, 236, 237, 256, 258, 299, 322, 323Α, 324, 336, 339 παρ. 1 α`, β`, 342, 348Α, 349, 351, 351Α, 390 και 380 παράγραφοι 1β και 2 του Ποινικού Κώδικα.

N.4198/2013 (Υπ. Δικαιοσύνης Αθανασίου): Όσοι κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου έχουν καταδικαστεί τελεσίδικα ή αμετάκλητα σε ποινή πρόσκαιρης κάθειρξης για εγκλήματα που προβλέπονται στον ν. 3459/2006 (Νόμος περί Ναρκωτικών), απολύονται υφ` όρον αν έχουν συμπληρώσει το 1/3 πραγματικής έκτισης της ποινής που τους επιβλήθηκε. Την απόλυση διατάσσει ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών του τόπου έκτισης της ποινής.

Ν.4274/2014 (Υπ. Δικαιοσύνης Αθανασίου): Κρατούμενοι οι οποίοι, κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, εκτίουν ποινή κάθειρξης που δεν υπερβαίνει τα δέκα έτη, απολύονται με διάταξη του εισαγγελέα πλημμελειοδικών του τόπου έκτισης της ποινής, η οποία υπόκειται σε ανάκληση, χωρίς τη συνδρομή των προϋποθέσεων των άρθρων 105 και επόμενα του Ποινικού Κώδικα, εφόσον έχουν εκτίσει ή εκτίουν με οποιονδήποτε τρόπο τα δύο πέμπτα της ποινής. Η διάταξη δεν εφαρμόζεται αν έχει ασκηθεί ένδικο μέσο από τον εισαγγελέα και μέχρι, στην περίπτωση αυτή, να καταστεί αμετάκλητη η σχετική απόφαση.

  1. Εξαιρούνται από τη ρύθμιση της προηγούμενης παραγράφου όσοι έχουν καταδικαστεί για κακουργήματα που προβλέπονται στα άρθρα 187,187Α, 299, 322, 323Α, 324, 336, 339, 342, 348Α, 349, 351, 351Α και 380 παράγραφοι 1β και 2 του Ποινικού Κώδικα.

Ν.4322/2015 (Υπ. Δικαιοσύνης Παρασκευόπουλος): 1. Κρατούμενοι οι οποίοι κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου εκτίουν ποινή στερητική της ελευθερίας απολύονται με διάταξη του εισαγγελέα πλημμελειοδικών του τόπου έκτισης της ποινής, υπό τον όρο της ανάκλησης χωρίς τη συνδρομή των προϋποθέσεων των άρθρων 105 και επόμενα του Ποινικού Κώδικα, κατά τις εξής διακρίσεις: α) εάν η ποινή τους έχει διάρκεια μέχρι τρία έτη, εφόσον έχουν εκτίσει με οποιονδήποτε τρόπο το ένα δέκατο αυτής, β) εάν η ποινή τους έχει διάρκεια μεγαλύτερη των τριών και μέχρι πέντε έτη, συμπεριλαμβανομένης της κάθειρξης, καθώς και εάν η ποινή φυλάκισής τους έχει διάρκεια μεγαλύτερη των πέντε ετών, εφόσον έχουν εκτίσει με οποιονδήποτε τρόπο το ένα πέμπτο αυτής.

  1. Κρατούμενοι οι οποίοι κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου εκτίουν ποινή κάθειρξης που δεν υπερβαίνει τα δέκα έτη, απολύονται με διάταξη του εισαγγελέα πλημμελειοδικών του τόπου έκτισης της ποινής, υπό τον όρο της ανάκλησης χωρίς τη συνδρομή των προϋποθέσεων των άρθρων 105 και επόμενα του Ποινικού Κώδικα, εφόσον έχουν εκτίσει με οποιονδήποτε τρόπο τα δύο πέμπτα της ποινής.
  2. Κρατούμενοι οι οποίοι κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου εκτίουν ποινή κάθειρξης άνω των δέκα ετών απολύονται με διάταξη του εισαγγελέα πλημμελειοδικών του τόπου έκτισης της ποινής, υπό τον όρο της ανάκλησης χωρίς τη συνδρομή των προϋποθέσεων των άρθρων 105 και επόμενα του Ποινικού Κώδικα αν έχουν συμπληρώσει το ένα τρίτο πραγματικής έκτισης της ποινής που τους επιβλήθηκε.

Ν. 4411/2016 (Υπ. Δικαιοσύνης Παρασκευόπουλος): Παράταση ρυθμίσεων του N. 4322/2015

  1. Η παρ. 4 του άρθρου 12 του N. 4322/2015 (Α` 42) αντικαθίσταται ως εξής:

«4. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται και στους καταδίκους που αποκτούν τις προϋποθέσεις των προηγούμενων παραγράφων μετά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου και σε χρονικό διάστημα έως τις 28 Αυγούστου 2017. Εξαιρούνται από την παρούσα ρύθμιση όσοι έχουν καταδικαστεί για τα αδικήματα των περιπτώσεων α` και β` της παρ. 1 του άρθρου 339 του Ποινικού Κώδικα».

N.4489/2017 (Υπ. Δικαιοσύνης Κοντονής): Κρατούμενοι οι οποίοι, κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του παρόντος νόμου, εκτίουν ποινή στερητική της ελευθερίας απολύονται με διάταξη του εισαγγελέα πλημμελειοδικών του τόπου έκτισης της ποινής, υπό τον όρο της ανάκλησης χωρίς τη συνδρομή των προϋποθέσεων των άρθρων 105 και επόμενα του Ποινικού Κώδικα, κατά τις εξής διακρίσεις: α) εάν η ποινή τους έχει διάρκεια μέχρι τρία (3) έτη, εφόσον έχουν εκτίσει με οποιονδήποτε τρόπο το ένα δέκατο αυτής, β) εάν η ποινή τους έχει διάρκεια μεγαλύτερη των τριών (3) και μέχρι πέντε (5) έτη, συμπεριλαμβανομένης της κάθειρξης, καθώς και εάν η ποινή φυλάκισής τους έχει διάρκεια μεγαλύτερη των πέντε (5) ετών, εφόσον έχουν εκτίσει με οποιονδήποτε τρόπο το ένα πέμπτο αυτής.

  1. Κρατούμενοι οι οποίοι, κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του παρόντος νόμου, εκτίουν ποινή κάθειρξης που δεν υπερβαίνει τα δέκα (10) έτη, απολύονται με διάταξη του εισαγγελέα πλημμελειοδικών του τόπου έκτισης της ποινής, υπό τον όρο της ανάκλησης χωρίς τη συνδρομή των προϋποθέσεων των άρθρων 105 και επόμενα του Ποινικού Κώδικα, εφόσον έχουν εκτίσει με οποιονδήποτε τρόπο τα δύο πέμπτα της ποινής.
  2. Κρατούμενοι οι οποίοι, κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του παρόντος νόμου, εκτίουν ποινή κάθειρξης άνω των δέκα (10) ετών απολύονται με διάταξη του εισαγγελέα πλημμελειοδικών του τόπου έκτισης της ποινής, υπό τον όρο της ανάκλησης χωρίς τη συνδρομή των προϋποθέσεων των άρθρων 105 και επόμενα του Ποινικού Κώδικα, εφόσον έχουν εκτίσει με οποιονδήποτε τρόπο το ένα δεύτερο της ποινής που τους επιβλήθηκε ή έχουν συμπληρώσει το ένα τρίτο πραγματικής έκτισης της ποινής αυτής.
  3. Εξαιρούνται από τις ρυθμίσεις των παραγράφων 1 έως 3 όσοι έχουν καταδικαστεί σε ποινή κάθειρξης για κακουργήματα που προβλέπονται στα άρθρα 299 παράγραφος 1, 322, 323, 323Α, 324, 336, 338, 339, 342, 348Α, 348Γ, 349, 351,351Α και 380 παράγραφος 1 εδάφιο τρίτο και 380 παράγραφος 2 του Ποινικού Κώδικα.

 

Από την αντιπαραβολή των ανωτέρω διατάξεων παρατηρείται η επέκταση των ευεργετικών διατάξεων (με έναν μάλλον αυτοματοποιημένο τρόπο) και σε κατάδικους με βαρύτερες ποινές. Η επέκταση αυτή υπαγορεύεται από το συνεχιζόμενο φαινόμενο υπερπληθυσμού στα καταστήματα κράτησης το οποίο διαρκώς οδηγεί σε καταδίκες της Χώρας μας από το ΕΔΔΑ καθώς και σε εκθέσεις-καταπέλτη από το Συμβούλιο της Ευρώπης. Μόνο κατά την τελευταία πενταετία η Ελλάδα μετρά τριάντα (30) καταδίκες από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου για παραβίαση του ά. 3 της Σύμβασης (απαγόρευση βασανιστηρίων και απάνθρωπης συμπεριφοράς), με όρους ποινικού δικαίου δηλαδή πρόκειται για έναν καθ’έξιν παραβάτη, ενώ οι καταδίκες αφορούν την πλειονότητα των Καταστημάτων Κράτησης (Κορυδαλλός, Πάτρα, Λάρισα, Ιωάννινα, Ναύπλιο, Τρίπολη, Αλικαρνασσός, Κέρκυρα, Διαβατά, Κόρινθος, Χίος, Κομοτηνή). Έτι περαιτέρω, στην εικόνα αυτή έρχονται να προστεθούν και  οι εκθέσεις του Συμβουλίου της Ευρώπης, με την τελευταία (έτος 2016) να αναφέρει στο πρωτότυπο: «As regards prisons, the report highlights that the main problems of overcrowding and chronic shortage of staff persist. These problems compound other serious shortcomings, notably the insufficient and inadequate provision of health-care services and the widespread problem of inter-prisoner violence and intimidation. The CPT concludes that the Greek prison system is reaching breaking point and recommends that urgent steps need to be taken for its recovery in order to move away from the current situation whereby prisons in Greece are merely acting as warehouses.».

Η τελευταία αυτή φράση αποτελεί και τη γενεσιουργό αιτία του προβλήματος. Όποιος έχει φτάσει έστω μέχρι το επισκεπτήριο ενός Καταστήματος Κράτησης, δεν μπορεί παρά να συμφωνήσει ότι οι φυλακές στην Ελλάδα έχουν χάσει τον σωφρονιστικό τους σκοπό και έχουν καταστεί αποθήκες ψυχών. Και βέβαια η λύση του προβλήματος δε δίνεται με νόμους οι οποίοι άκριτα και αυτοματοποιημένα οδηγούν στην αποφυλάκιση εκατοντάδων ή και χιλιάδων ενίοτε ατόμων, χωρίς να ερευνάται αν οι άνθρωποι αυτοί δύνανται να επανενταχθούν σε ελεύθερο καθεστώς διαβίωσης.

Γνώμη του γράφοντος είναι ότι το πρόβλημα μπορεί να αντιμετωπιστεί, σαφέστατα όχι να εκλείψει, με δύο τρόπους. Αφενός πρέπει γίνει σύσταση για χρήση με μεγαλύτερη φειδώ του μέτρου της προσωρινής κρατήσεως το οποίο δυστυχώς έχει καταστεί ο κανόνας και όχι η έσχατη λύση όπως το Σύνταγμα αλλά και το  ΕΔΔΑ απαιτούν. Οι δικονομικές δικλείδες ασφαλείας υφίστανται και αυστηρότατοι περιοριστικοί όροι δύνανται να επιβληθούν ώστε και η παρουσία του κατηγορουμένου στο ακροατήριο να εξασφαλίζεται και αυτός να μην στερείται το ύψιστο αγαθό της ελευθερίας. Αφετέρου, χρειάζεται μια γενναία αναθεώρηση του Ποινικού Κώδικα και συγκεκριμένα σε ότι αφορά το ύψος των ποινών. Η Ελλάδα είναι από τις ελάχιστες ευρωπαϊκές χώρες όπου τα πλαίσια των ποινών έχουν τέτοιο εύρος που ως επακόλουθο έχουν την ανασφάλεια δικαίου καθώς συμβαίνει τα ίδια πραγματικά περιστατικά να επιβάλλουν εντελώς διαφορετική μεταχείριση ανάλογα με την ελεύθερη κρίση του εκάστοτε δικαστή. Η συρρίκνωση του πλαισίου ποινής (πχ. κ. 5-7 έτη για την κακουργηματική μορφή της κλοπής) θα μπορούσε να «κατηγοριοποιήσει» ουσιαστικότερα τα αδικήματα σε περισσότερο και λιγότερο επικίνδυνα, περικλείοντας με αυτόν τον τρόπο με ασφάλεια τον δικαστή ο οποίος δεν έχει τον φόβο της κατακραυγής της κοινής γνώμης όταν θα υποχρεούται να κινηθεί σε πολύ συγκεκριμένα και αυστηρά όρια.
Σε κάθε περίπτωση οι καιροσκοπισμοί και στιγματισμοί δια της ονοματοδοσίας των νομοθετημάτων δεν θα δώσουν τη λύση.

Ερμής Π. Παπουτσής

Δικηγόρος Πατρών, LL.M

 

Ειρήνη Καράσαββα

Μην περιμένεις το σύμπαν να σου προσφέρει ο τι επιθυμείς. Να εργάζεσαι καθημερινά για το σκοπό αυτό. Είναι δέλεαρ από μόνο του.