Δίκαιο Προστασίας του Καταναλωτή ( σύνοψη). Γράφει ο Σπύρος Σκιαδόπουλος

Η σημερινή εμπορική και οικονομική κοινωνία – με καθημερινούς όρους η «αγορά»-  εξαρτάται από δυο πολύ σημαντικές εμπορικές σχέσεις :

Α) Τη σχέση της προσφοράς και της ζήτησης και

Β) Τη σχέση του καταναλωτή με τον προμηθευτή.

Την πρώτη σχέση έχει αναλάβει να αναλύσει η επιστήμη της οικονομίας που ξεκαθαρίζει πως οι όροι προσφορά και ζήτηση είναι αλληλένδετοι και καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό την δυναμική της αγοράς. Από την άλλη μεριά την δεύτερη σχέση έχει αναλάβει-εκτός των υπόλοιπων αντικειμένων του- να την παρουσιάσει το εμπορικό δίκαιο. Ο καταναλωτής και ο προμηθευτής αποτελούν βασικές έννοιες για την σωστή λειτουργία καθώς και την ρευστότητα της αγοράς αφού θεωρούνται ως οι κινητήριες δυνάμεις , οι μοχλοί αυτού του κολοσσιαίου ζητήματος που αποκαλείται «εμπορικό σύστημα».

Νομικά,  καταναλωτής δεν είναι απλά ένα πρόσωπο που απολαμβάνει προϊόντα και υπηρεσίες έναντι αντιτίμου, χρηματικού ή υλικού (οικονομικός ορισμός), ούτε αποτελεί κάθε πρόσωπο που ενεργεί συναλλαγές για την ικανοποίηση μη επαγγελματικών του αναγκών όπως ανέφερε ο ν.1961/91[1]. Ο σύγχρονος νομικός ορισμός μπορεί να βρεθεί στο ν.2251 άρθρο 1 παρ. 4 όπου η έννοια του καταναλωτή ορίζεται ως «κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο για το οποίο προορίζονται τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες , που προσφέρονται στην αγορά ή το οποίο κάνει χρήση τέτοιων είναι και κάθε αποδέκτης του διαφημιστικού μηνύματος.».[2]

Η ομάδα των καταναλωτών καταλαμβάνει όλη την κοινωνία, και επηρεάζεται από κάθε οικονομική απόφαση είτε ιδιωτών είτε του δημοσίου . Συνεπώς , αντιλαμβάνεται κανείς πόσο ασταθής είναι η θέση του στα πλαίσια της πολιτείας.

Ως μονάδα ο καταναλωτής μέχρι πρόσφατα ανήκε στο δίκαιο ανταγωνισμού ως μεμονωμένο πρόσωπο. Η αλλαγή πάνω σε αυτό το ζήτημα ξεκίνησε από την Γερμανία και την Ελβετία , όπου θεωρήθηκε πως όταν κάποιος επαγγελματίας δρα αθέμιτα οι καταναλωτές και οι οργανώσεις μπορούν να προστατεύσουν τα θιγόμενα συμφέροντα τους. Έτσι ξεκίνησε η γενική ιδέα περί ανάδειξης του καταναλωτή σε ενεργητικό στοιχείο της οικονομίας .   Σήμερα πια θεωρείται ως πολύτιμο μέρος των επαγγελματικών δραστηριοτήτων, καθώς ένα ολόκληρο νέο δίκαιο ασχολείται με την προστασία του καταναλωτή.

FOTO_Προστασία Καταναλωτή_Κόκκινο-Μπλέ Ανθρωπάκια

Προστασία  του καταναλωτή

Λόγοι προστασίας

Κατά την κρατούσα άποψη , καταναλωτής στην καθημερινή ζωή θεωρείται ο ιδιώτης , ο οποίος αποτελεί και τον πιο αδύναμο κρίκο της εμπορικής αλυσίδας γι’αυτό και άλλωστε θα πρέπει το σύστημα να του παρέχει προστασία. Αυτή η αδυναμία του καταναλωτή συμπεραίνεται από εννέα  βασικά σημεία:

  1. Η συγκέντρωση των επιχειρήσεων στα χέρια ορισμένων ιδιωτών ή του δημοσίου
  2.  Οι μυστικές συμφωνίες των εταιριών για σύγκλιση των τιμών και των υπηρεσιών με αποτέλεσμα την μείωση του ανταγωνισμού (καρτέλ).
  3. Η κακή πληροφόρηση για τα προϊόντα της αγοράς, η λανθασμένη και ελλειπής εντύπωση που δημιουργούν τα Μ.Μ.Ε. στου αγοραστές
  4. Η συνεχής διαφοροποίηση των πρώτων υλών καθώς και η ανάπτυξη των τεχνικών παραγωγής που συγκαλύπτει την πραγματική ποιότητα των προϊόντων
  5. Η ίδια η ποιότητα των προϊόντων βάζει σε κίνδυνο την υγεία των καταναλωτών καθώς επινοούνται νέες, οικονομικές μέθοδοι παραγωγής.
  6. Ο συνεχής –κυριολεκτικά- βομβαρδισμός των καταναλωτών με διαφημίσεις και τηλεοπτικά τεχνάσματα.
  7. Η λειτουργία του συστήματος της αυτοεξυπηρέτησης (Self service) περιορίζει την δυνατότητα του πελάτη να αποσπά πληροφορίες από τον έμπορο.
  8. Οι νέες μέθοδοι πώλησης των προϊόντων ( ηλεκτρονικά , εξ αποστάσεως) που δεν επιτρέπουν μεγάλη επαφή του καταναλωτή με το προϊόν.
  9. Το αστικό δίκαιο , το οποίο απαιτεί την ισότητα μεταξύ των αντισυμβαλλόμενων μερών –καταναλωτή και προμηθευτή – πράγμα που δεν συμβαίνει στην πραγματικότητα.

Όπως φαίνεται λοιπόν παραπάνω , το εμπορικό σύστημα θα πρέπει να μεριμνά για την προστασία του καταναλωτή κάθε στιγμή αφού ο ίδιος ελάχιστα μπορεί να διεκδικήσει τα δικαιώματα του∙  γι’αυτούς τους λόγους η πολιτεία συνεχώς και με αυστηρό τρόπο θα πρέπει να προστατεύει τα συμφέροντα των καταναλωτών. Φυσικά , προκύπτουν τα εξής ερωτήματα από τον παραπάνω συλλογισμό : Από τι πρέπει ακριβώς η πολιτεία θα προστατεύσει τον καταναλωτή; Και πως ακριβώς μπορεί να το υλοποιηθεί αυτό το σχέδιο;

Στο πρώτο ερώτημα οι απαντήσεις ποικίλουν αλλά τα πιο σημαντικά θέματα που  πρέπει να αντιμετωπιστούν είναι :

Η αισχροκέρδια των εμπόρων εις βάρος των καταναλωτών. Σε πλείστες περιπτώσεις παρατηρείται μεγάλη δυσαναλογία σε σχέση με την ποιότητα των προϊόντων και την κοστολόγηση αυτών.

Η παραπληροφόρηση σχετικά με την ποιότητα των προϊόντων που προσφέρονται. Τα διάφορα τεχνάσματα των Μ.Μ.Ε. τείνουν να δημιουργούν ψευδείς εντυπώσεις και προσδοκίες για τα προϊόντα που διαφημίζουν.

Η πώληση ελαττωματικών προϊόντων.  Ο αγοραστής πολλές φορές αγοράζει προϊόντα τα οποία δεν ανταποκρίνονται στις προδιαγραφές. Σκοπός της πολιτείας είναι ναι μεν να περιοριστούν οι περιπτώσεις στις οποίες τα προϊόντα δεν ανταποκρίνονται στις προδιαγραφές, αλλά και όταν αντιμετωπίζονται προβλήματα ελαττωματικότητας ο πελάτης να εξυπηρετείται όσο το δυνατόν ταχύτερα ,  και όταν το επιβάλλουν οι περιστάσεις να λαμβάνει αποζημίωση.

Στο δεύτερο ερώτημα θα πρέπει να απαντήσουμε πως η πολιτεία έχει αναλάβει μια υποχρέωση προς του καταναλωτές ώστε να τους προστατεύει όταν είναι αναγκαίο. Η δέσμευση αυτή τηρείται σε καθημερινή βάση και –συνοπτικά- με τα εξής εργαλεία:

Α)το Σύνταγμα

Β) τους νόμους της πολιτείας (Αστικός, Ποινικός Κώδικας, Κώδικας προστασίας προσωπικών δεδομένων)

Γ) το Δίκαιο προστασίας του καταναλωτή (Ν.2251/94)

Δ) με παρεμβάσεις υπέρ των καταναλωτών ( ρύθμιση του Φ.Π.Α. , επιβολή συγκεκριμένων τιμών στην αγορά)

Βεβαίως το κράτος έχει ορίσει κάποιους αρμόδιους φορείς , ώστε να ασχολούνται με το ζήτημα της προστασίας των καταναλωτών σε τρία επίπεδα. Καταρχάς σε επίπεδο κυβερνητικό, τα Υπουργεία Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, και Ανάπτυξης ασχολούνται με καταναλωτικά θέματα∙ επίσης, σε αυτοδιοικητικό επίπεδο, οι τοπικές αυτοδιοιηκητικές υπηρεσίες(Φιλικός Διακανονισμός). Και τέλος ,  σε δημόσιο επίπεδο σε τέτοια ζητήματα αρμόδιες είναι οι εξής υπηρεσίες : Ο Συνήγορος του Πολίτη και την Ελληνική Αστυνομία. Μεταξύ άλλων θα πρέπει να λάβουμε υπόψη και τις ενώσεις καταναλωτών , όργανα τα οποία δεν είναι ούτε αμιγώς δημοσίου ούτε ιδιωτικού χαρακτήρα.

Τρόποι προστασίας του καταναλωτή

Καθ’ υπερβολή μπορούμε να θεωρήσουμε πως η «Βίβλος» της προστασίας του καταναλωτή αποτελεί ο νόμος 2251/94 όπως έχει τροποποιηθεί το 2007. Ο νόμος αυτός καλείται επίσης και «Δίκαιο Προστασίας του καταναλωτή»  και καθιερώνει την υποχρέωση της πολιτείας να προστατεύει τα δικαιώματα των καταναλωτών. Ο παραπάνω νόμος , όπως εξάλλου αναφέρει το άρθρο 1 παρ 1 , έχει ως σκοπό την εξειδίκευση συνταγματικών αρχών , πράγμα που δεσμεύει τις υπόλοιπες εξουσίες (δικαστική, εκτελεστική) . Συνεπώς, η ίδια η διοίκηση δεσμεύεται πως θα δρα με τέτοιο τρόπο ώστε να μην βλάπτονται τα συμφέροντα των καταναλωτών .

Ένα άλλο σημείο που θα πρέπει να αναλυθεί είναι το γεγονός ότι το δίκαιο προστασίας του καταναλωτή ανταποκρίνεται όχι μόνο στον ιδιωτικό εμπορικό χώρο αλλά και στα πλαίσια του δημοσίου ∙ στην χώρα μας , ακόμα και αυτό τον καιρό πάρα πολλές υπηρεσίες παραμένουν υπό την αιγίδα του κράτους ( ΟΣΕ, ΔΕΗ, ΟΤΕ).

Επιπρόσθετα , θα πρέπει να καταστεί σαφές πως τα δικαιώματα που χαρακτηρίζουν το κάθε άτομο ως «καταναλωτή» τον ακολουθούν παντού. Με λίγα λόγια κανείς πολίτης δεν μπορεί να αποποιηθεί την παραπάνω ιδιότητα του , ούτε να αρνηθεί τα καταναλωτικά του δικαιώματα.

Γενικοί Όροι Συναλλαγής

Οι Γενικοί Όροι Συναλλαγής (Γ.Ο.Σ) αποτελούν όροι συμβάσεων που έχουν προσυμφωνηθεί και ισχύουν για αόριστο αριθμό συμφωνιών. Αποτελούν ένα από τα πιο σημαντικά βήματα για την σταθερή και μόνιμη προστασία των καταναλωτικών συμφερόντων. Σε διαφορετική περίπτωση ο καταναλωτής-ο εκάστοτε απλός πολίτης- θα ερχόταν αντιμέτωπος με ένα τεράστιο αριθμό όρων και διατάξεων ώστε δεν θα μπορούσε να επικεντρωθεί στο ζήτημα που τον ενδιαφέρει πραγματικά.  Τις περισσότερες φορές μάλιστα, ο καταναλωτής συμφωνεί σε μια προκατασκευασμένη σύμβαση στην οποία δεν είχε συμμετάσχει σχεδόν καθόλου και γνώριζε ελάχιστα το περιεχόμενο της. Οι Γ.Ο.Σ. όμως εξασφαλίζουν τα κεκτημένα δικαιώματα των καταναλωτών , τα οποία παραμένουν σταθερά, άρα και ασφαλή.[3]

Όπως συμβαίνει και στους υπόλοιπους νομικούς τομείς , εφόσον σε κάποια σύμβαση προσυμφωνηθούν ειδικοί όροι συναλλαγής , τότε αυτοί υπερισχύουν των γενικών όρων ( σχέση ειδικού>γενικού), πράγμα που αναφέρεται ρητώς στο άρθρο 2 του νόμου 2251/94.

Φυσικά, παρά το γεγονός πως οι Γ.Ο.Σ είναι ιδιαίτερα προστατευτικοί για τους πολίτες , ορισμένες φορές μπορεί να στραφούν και εναντίον  τους∙ τότε έχουμε να κάνουμε με του καταχρηστικούς όρους οι οποίοι έχουν ως αποτέλεσμα «την σημαντική διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή απαγορεύονται και είναι άκυροι.»[4]

Οι καταχρηστικοί όροι είναι οποιοιδήποτε όροι που έχουν ως αποτέλεσμα :

Α)Την υπερβολική διευκόλυνση του προμηθευτή. Κάτι τέτοιο μπορεί να επιτευχθεί με συμβάσεις οι οποίες :

1) παρέχουν στον προμηθευτή, χωρίς εύλογη αιτία υπερβολικά μεγάλη προθεσμία αποδοχής της πρότασης του καταναλωτή για σύναψη σύμβασης,

2) επιφυλάσσουν στον προμηθευτή το δικαίωμα μονομερούς τροποποίησης ή λύσης της σύμβασης χωρίς ορισμένο, ειδικό και σπουδαίο λόγο, ο οποίος να αναφέρεται στη σύμβαση,

3) επιφυλάσσουν στον προμηθευτή το δικαίωμα να κρίνει μονομερώς αν η παροχή του είναι σύμφωνη με τη σύμβαση,

4) επιφυλάσσουν στον προμηθευτή το απεριόριστο δικαίωμα να ορίζει μονομερώς το χρόνο εκπλήρωσης της παροχής του,

5) επιτρέπουν στον προμηθευτή να μην εκτελέσει τις υποχρεώσεις του χωρίς σπουδαίο λόγο,

6) περιορίζουν την ευθύνη του προμηθευτή για κρυμμένα ελαττώματα του προϊόντος

7) αποκλείουν ή περιορίζουν υπέρμετρα την ευθύνη του προμηθευτή,

8) επιτρέπουν στον προμηθευτή να απαιτήσει από τον καταναλωτή υπέρμετρες εγγυήσεις,

9) αναθέτουν στον προμηθευτή χωρίς σπουδαίο λόγο την αποκλειστικότητα της συντήρησης και των επισκευών του προϊόντος και της προμήθειας των ανταλλακτικών,

10) προβλέπουν την καταβολή αποζημίωσης στον προμηθευτή, χωρίς αυτός να υποχρεούται να επικαλεστεί και να αποδείξει τη ζημία που υπέστη.

11) επιτρέπουν στον προμηθευτή να καταγγείλει σύμβαση αόριστης διάρκειας χωρίς εύλογη προθεσμία,,

Β) Υπέρμετρο περιορισμό των δικαιωμάτων των καταναλωτών.

 Όπως στις περιπτώσεις που:

1) προβλέπεται προθεσμία καταγγελίας της σύμβασης υπερβολικά σύντομη για τον καταναλωτή ή υπερβολικά μακρά για τον προμηθευτή,

2) συνεπάγονται την παράταση ή ανανέωση της σύμβασης για χρονικό διάστημα υπερβολικά μακρό, αν ο καταναλωτής δεν την καταγγείλει σε ορισμένο χρόνο,

3) χωρίς σπουδαίο λόγο οι Γ.Ο.Σ. αφήνουν το τίμημα αόριστο και δεν επιτρέπουν τον προσδιορισμό του με κριτήρια ειδικά καθορισμένα στη σύμβαση και εύλογα για τον καταναλωτή

4) συνεπάγονται παραίτηση του καταναλωτή από τα δικαιώματα του σε περίπτωση μη εκπλήρωσης ή πλημμελούς εκπλήρωσης της παροχής του προμηθευτή, ακόμη και αν τον προμηθευτή βαρύνει πταίσμα,

5) εμποδίζεται ο καταναλωτής να υπαναχωρήσει (από τη σύμβαση), όταν η αύξηση του τιμήματος σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης είναι υπερβολική για αυτόν

6) αποκλείεται ή περιορίζεται η νόμιμη ευχέρεια του καταναλωτή να μην εκτελέσει τη σύμβαση

7) απαγορεύεται στον καταναλωτή να επισχέσει εν όλω ή εν μέρει την καταβολή του τιμήματος, όταν ο προμηθευτής δεν εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του,

8) επιβάλλεται στον καταναλωτή που πιστώθηκε με το τίμημα των αγαθών ή υπηρεσιών να εκδώσει μεταχρονολογημένη επιταγή,

9) συνεπάγονται παραίτηση του καταναλωτή από τις ενστάσεις του κατά τρίτου που διαδέχεται τον προμηθευτή στη σχέση με τον καταναλωτή,

10) απαγορεύεται στον καταναλωτή να προτείνει σε συμψηφισμό προς υποχρεώσεις του από τη σύμβαση ομοειδείς απαιτήσεις του κατά του προμηθευτή,

11) βεβαιώνεται ότι ο καταναλωτής γνωρίζει ορισμένους όρους της σύμβασης ή την κατάσταση των προμηθευόμενων πραγμάτων ή την ποιότητα των υπηρεσιών, ενώ πραγματικά τα αγνοεί

12) αναστρέφεταιν το βάρος της απόδειξης σε βάρος του καταναλωτή ή περιορίζουν υπέρμετρα τα αποδεικτικά του μέσα,

13) περιορίζεται υπέρμετρα την προθεσμία, μέσα στην οποία ο καταναλωτής οφείλει να υποβάλει στον προμηθευτή τα παράπονα ή να εγείρει τις αξιώσεις του κατά του προμηθευτή

14) επιβάλλεται στον καταναλωτή, σε περίπτωση μη εκπλήρωσης της παροχής του, υπέρμετρη οικονομική επιβάρυνση

Γ) Χαοτική ανισότητα μεταξύ καταναλωτή και προμηθευτή.

Πράγμα που γίνεται πολύ συχνά και κυρίως όταν οι Γ.Ο.Σ. :

1) περιορίζουν τις ανειλημμένες συμβατικές υποχρεώσεις και ευθύνες των προμηθευτών,

2) ορίζουν ότι η παροχή δεν είναι υποχρεωτικό να ανταποκρίνεται στις ουσιώδεις, για τον καταναλωτή, προδιαγραφές, στο δείγμα, στις ανάγκες της ειδικής χρήσης, για την οποία την προορίζει ο καταναλωτής και την οποία αποδέχεται ο προμηθευτής ή στο συνηθισμένο προορισμό της

3) προβλέπουν τη μετακύληση της ευθύνης του πωλητή ή του εισαγωγέα αποκλειστικά στον παραγωγό του αγαθού ή σε άλλον,

4 περιορίζουν την υποχρέωση του προμηθευτή να τηρεί τις υποχρεώσεις που έχουν αναλάβει οι εντολοδόχοι του ή εξαρτούν την εκπλήρωση των υποχρεώσεων του από την τήρηση ειδικής τυπικής διαδικασίας,

5) επιτρέπουν στον προμηθευτή να καταγγέλλει τη σύμβαση κατά την κρίση του, αν η ίδια ευχέρεια δεν αναγνωρίζεται στον καταναλωτή, ή να παρακρατεί τα ποσά που έχουν καταβληθεί για παροχές που δεν έχουν ακόμη εκτελεσθεί από αυτόν, όταν τη σύμβαση καταγγέλλει ο ίδιος,

6) υποχρεώνουν τον καταναλωτή να προκαταβάλει υπερβολικά μεγάλο μέρος του τιμήματος πριν αρχίσει η εκτέλεση της σύμβασης από τον προμηθευτή, μολονότι ο προμηθευτής δεν ανέλαβε την υποχρέωση να εκτελέσει παραγγελία του καταναλωτή με βάση συγκεκριμένες προδιαγραφές ή χαρακτηριστικά ούτε η παροχή του προμηθευτή συνίσταται σε υπηρεσίες με κράτηση,

7) αποκλείουν την υπαγωγή των διαφορών από σύμβαση στο φυσικό τους δικαστή με την πρόβλεψη αποκλειστικής αλλοδαπής δικαιοδοσίας ή διαιτησίας.

Εφόσον , λοιπόν κάποιοι Γ.Ο.Σ. δημιουργούν ορισμένες από τις παραπάνω καταστάσεις τότε θεωρούνται άκυροι , όχι όμως και στο σύνολο της η σύμβαση ∙ αλλά και πάλι εάν θεωρηθεί στο σύνολο της άκυρη , ο προμηθευτής δεν μπορεί να επικαλεστεί την ακυρότητα της, παρά μόνο ο καταναλωτής.[5]

Σε διαφορετική περίπτωση και οι ενώσεις καταναλωτών μπορούν να καταγγείλουν στο δικαστήριο την ακυρότητα της σύμβασης που περιέχει καταχρηστικούς όρους, με σκοπό κάθαρση των συναλλαγών από τις συνέπειες των καταχρηστικών όρων.[6]

Ένα σημείο στο οποίο θα μπορούσαμε να εντοπίσουμε ατέλεια στο σύστημα προστασίας του καταναλωτή είναι το γεγονός ότι δεν έχει προβλεφθεί από το νόμο η σύσταση επιτροπής με αρμοδιότητα να ελέγχει την καταχρηστικότητα των Γ.Ο.Σ. κάτι που θα μπορούσε να γίνεται αυτεπάγγελτα ή είτε από αίτηση αρμόδιου φορέα.

pinakas-4-ggk

Συμβάσεις εκτός εμπορικού καταστήματος.

Οι συμβάσεις εκτός του εμπορικού καταστήματος αποτελούν μια πρακτική του εμπορίου , και απευθύνεται σε κάθε αγοραστή ξεχωριστά ∙ βασίζεται στο στοιχείο του αιφνιδιασμού , καθώς ο υποψήφιος πελάτης δέχεται απότομα ιδιαίτερη πίεση και συνήθως από άγνοια συνάπτει σύμβαση(ο αγγλικός όρος για αυτή τη διαδικασία είναι direct-marketing) . Το άρθρο 3 του ν.2251/94 περιγράφει με ακρίβεια την όλη διαδικασία ,αλλά για να μπορούν να υπάρξουν οι νομικές συνέπειες του άρθρου θα πρέπει να συντρέχουν και ορισμένες προϋποθέσεις:

Α) Η σύμβαση θα πρέπει να συνάπτεται έξω από το εμπορικό κατάστημα , χωρίς πρόσκληση από τον καταναλωτή, ο οποίος χωρίς προειδοποίηση δέχεται την επίσκεψη του προμηθευτή στην κατοικία του, σε διάρκεια εκδρομής , στο χώρο εργασίας του ή γενικότερα σε μέρος που έχει επιλέξει ο προμηθευτής.

Β) Η σύναψη της σύμβασης να γίνεται με πρωτοβουλία του προμηθευτή, ύστερα από πρόσκληση από τον ίδιο προς τον καταναλωτή. Σε αυτή την κατηγορία ναι μεν δεν ανήκουν οι περιπτώσεις που ο καταναλωτής κάλεσε ηθελημένα τον προμηθευτή για να του παρουσιάσει ορισμένα εμπορεύματα, αλλά περιλαμβάνονται οι περιπτώσεις που ο προμηθευτή παρουσίασε στον αγοραστή άλλα εμπορεύματα από αυτά που συμφωνήθηκαν. Σε αυτή την κατηγορία ανήκουν και τα λεγόμενα home-parties ,κατά  τα οποία ένα άτομο καλεί στο σπίτι του συγγενείς και φίλους, όπου εκεί γίνονται επιδείξεις και πωλήσεις προϊόντων με ψυχαγωγικό τρόπο.

Γ) Επίσης , έχει εμφανιστεί μια σχετικά νέα μέθοδος προώθησης προϊόντων κατά την οποία ο προμηθευτής ενημερώνει τον αγοραστή πως έχει κερδίσει κάποιο βραβείο και έτσι πείθεται είτε να περάσει από το κατάστημα είτε να δώσει κάποια παραγγελία. Αυτή η μέθοδος λέγεται «buy-back» και παρότι η υπογραφή της σύμβασης γίνεται μέσα στο εμπορικό κατάστημα , θεωρείται και αυτή περίπτωση σύμβασης εκτός του εμπορικού καταστήματος. [7]

Τα παραπάνω στοιχεία αποδεικνύουν ότι η πρακτική αυτή είναι εκτός από παράνομη είναι και αθέμιτη, και γι’αυτό  και τίθενται μέτρα , για την καλύτερη προστασία του καταναλωτή.

Καταρχάς, καθιερώνεται η υποχρεωτική τήρηση εγγράφου κατά την διαδικασία της σύναψης της σύμβασης. Με αυτό τον τρόπο ο καταναλωτής μπορεί να ενημερώνεται για το εν λόγω προϊόν που πρόκειται να αγοράσει, καθώς και αποκαθιστάται η έλλειψη ισορροπίας μεταξύ των συμβαλλομένων (ασθενέστερου καταναλωτή και προμηθευτή)

Επίσης, δίνεται το δικαίωμα στον καταναλωτή να υπαναχωρήσει-δηλαδή να κάνει πίσω- από την σύμβαση σε σύντομο χρονικό διάστημα  ∙ έτσι αποφεύγεται  ο κίνδυνος ο καταναλωτής να στερηθεί την δυνατότητα της επιλογής και της έρευνας αγοράς.

Πάντως στην περίπτωση σύμβασης εκτός καταστήματος ως καταναλωτής νοείται συνήθως ο ιδιώτης , κάθε δηλαδή φυσικό πρόσωπο-συνήθως όχι νομικό- ενώ ως προμηθευτής νοείται το ίδιο πρόσωπο όπως στις προηγούμενες οικονομικές συμβάσεις.

Εμπορία από απόσταση.

Εμπορία από απόσταση θεωρούμε πως υφίστανται όταν καταναλωτής και προμηθευτής συνάπτουν σύμβαση πώλησης χωρίς να υπάρχει φυσική παρουσία του ενός από τους δύο ή και των δύο. Σε τέτοιες περιπτώσεις το δίκαιο προστασίας του καταναλωτή βασίζεται κυρίως σε ορισμένους τύπους που θα πρέπει να τηρηθούν ώστε να είναι πρώτον έγκυρη η συναλλαγή και δεύτερον να μην πλανηθεί ο καταναλωτής. Οι συμβάσεις από απόσταση  έχουν μεγάλη σχέση με την τις συμβάσεις εκτός του εμπορικού καταστήματος, αν και διατηρούν τρείς βασικές διαφορές ∙ Υποκατηγορία των εμπορικών δραστηριοτήτων από απόσταση αποτελούν και οι χρηματοοικονομικές υπηρεσίες , όπου ως «εμπόρευμα» θεωρούνται τα χρήματα. Παραδείγματα τύπων εταιριών που διαμορφώνουν αυτόν τον τομέα :Τράπεζες, ασφαλιστικές εταιρείες, μεσιτικά γραφεία και επενδυτικές τράπεζες. Παρέχουν εκτός από  χρήματα  και τις σχετικές υπηρεσίες για επενδύσεις.

Αρχικά, η απόσταση καταναλωτή και προμηθευτή μειώνει σημαντικά την επιρροή που ασκείται στον καταναλωτή και  θα μπορούσε να τον οδηγήσει σε βιαστικές και μη μελετημένες αγορές τις οποίες μπορεί  στη συνέχεια να μετανιώσει.

Επίσης , η μέθοδος αυτή επιτρέπει στους καταναλωτές που δεν έχουν τη δυνατότητα -το χρόνο ή τη διάθεση- να πραγματοποιήσουν αγορές στα παραδοσιακά καταστήματα.

Τέλος, στις συμβάσεις από απόσταση ο αγοραστής δεν έχει άμεση επαφή με το αντικείμενο που  αγοράζει, και έτσι περιορίζεται σε περιγραφές ή εικόνες του προϊόντος, οι οποίες τις περισσότερες φορές είναι υπερβολικές, ελλειπείς και γενικά ανακριβείς.

Υποχρέωση παροχής πληροφοριών

Κατά τη σύναψη της σύμβασης , ο καταναλωτής θα πρέπει να ενημερώνεται με κάθε λεπτομέρεια , σαφήνεια και σύμφωνα με τις επιταγές της καλής πίστης τόσο για την ταυτότητα και την διεύθυνση του προμηθευτή, την λειτουργία και τα τεχνικά χαρακτηριστικά του προϊόντος, το κόστος των μεταφορικών, την διάρκεια ισχύος της τιμής ή της προσφοράς, όσο και τον τρόπο πληρωμής , εκτέλεσης και παράδοσης, καθώς και για το δικαίωμα υπαναχώρησης του. Ευθύνη για την παραπάνω ενημέρωση έχει ο προμηθευτής, ενώ σε διαφορετική περίπτωση , τότε η σύμβαση θεωρείται άκυρη υπέρ του καταναλωτή.

Υποχρέωση παροχή εγγυήσεων

Ο πιο γνωστός ορισμός για τον όρο «εγγύηση» είναι ο εξής : Εγγύηση θεωρείται η υπόσχεση του προμηθευτή να διορθώσει τυχόν αρρυθμίες του προϊόντος που πούλησε στα πλαίσια ενός λογικού χρονικού διαστήματος. Θα εκπλησσόταν κανείς εάν αναφέραμε πως ο παραπάνω ορισμός περιγράφει ένα μικρό μέρος της έννοιας εγγύηση , την λεγόμενη «εμπορική εγγύηση».

Ο νόμος αναγνωρίζει και την νομική εγγύηση , δηλαδή την υποχρέωση του προμηθευτή να παραδώσει το προϊόν στον καταναλωτή σε καλή κατάσταση, αλλιώς ο καταναλωτής μπορεί να προβάλει  αξιώσεις έναντι του εμπόρου.

Πολλές φορές όμως η εγγύηση –με την ευρεία έννοια- χρησιμοποιείται επιλεκτικά από του εμπόρους, αφού πολλά αντικείμενα εξαιρούνται από τη κάλυψη ∙ π.χ. ζημίες από εξωγενείς παράγοντες , κακή εγκατάσταση ή κακή μεταφορά , καθώς και κάποιες φορές ισχύουν και διαφορετικοί όροι ανάλογα με την γεωγραφική τοποθέτηση. Οι παραπάνω περιστάσεις δημιουργούν αβεβαιότητα και διχογνωμίες στον εμπορικό χώρο , καθώς ορισμένες εξαιρέσεις θεωρούνται δικαιολογημένες όμως οι περισσότερες φαίνονται αυθαίρετες και υπερβολικές.

Η εγγύηση των προϊόντων έχει άμεση σχέση με του Γ.Ο.Σ  και την αντίστοιχη ρύθμιση τους από την κοινωνία, καθώς για την τωρινή χρονική περίοδο που διανύουμε υπαγορεύουν ώστε:

Α) Ο προμηθευτής να έχει την υποχρέωση να θέσει ένα ελάχιστο όριο εγγύησης και

Β) Η εγγύηση να χρησιμοποιείται για την εξασφάλιση των καταναλωτών και την ύπαρξη διαφάνειας στο εμπορικό σύστημα.

Η ελληνική νομοθεσία υποχρεώνει τους προμηθευτές να χορηγούν έντυπο της εγγύησης στους αγοραστές , αναλύοντας την έκταση της ισχύς της. Εάν αντιμετωπίζεται περίπτωση πραγματικής υποχρέωσης του προμηθευτή να τηρήσει την εγγύηση και ο ίδιος αρνείται , τότε ο καταναλωτής έχει το δικαίωμα πρωτογενώς να απαιτήσει επισκευή και δευτερευόντως αντικατάσταση με νέο προϊόν η αναστροφή πώλησης.[8]

Πολλές φορές οι καταναλωτές μπερδεύονται και θεωρούν πως η εγγύηση αποτελεί μια δωρεάν παροχή υπηρεσιών πράγμα που δεν συμβαίνει, αφού οι εταιρίες την περιλαμβάνουν στα πλαίσια της τιμής τους – σαν οι καταναλωτές μαζί με το προϊόν να «αγοράζουν» μια υπηρεσία για την καλή λειτουργία του- , με σκοπό την καλύτερη προώθηση των προϊόντων τους. Συνεπώς δεν είναι μια απλή εξυπηρέτηση, αλλά δικαίωμα των πολιτών.

Υποχρέωση εξυπηρέτησης μετά την πώληση

Μετά την πώληση του προϊόντος ο προμηθευτής έχει την υποχρέωση συνεχώς να προσφέρει τεχνική υποστήριξη ώστε να διατηρείται η ανθεκτικότητα του αντικειμένου για τη διάρκεια της ζωής του. Επίσης θα πρέπει να διαθέτει τα αντίστοιχα ανταλλακτικά ώστε να εξασφαλίζεται η σωστή του λειτουργία του προϊόντος.[9]

Φυσικά αυτό δεν σημαίνει πως ο συγκεκριμένος προμηθευτής έχει την αποκλειστικότητα στη συντήρηση και επισκευή του εμπορεύματος , καθώς αυτό θα σήμαινε  πως εφαρμόζεται καταχρηστικός όρος , που αναθέτει χωρίς σπουδαίο λόγο την αποκλειστικότητα της συντήρησης και των επισκευών του αντικειμένου. Απ’ότι φαίνεται  , η ρήτρα αυτή θεωρεί την εγγύηση ως σπουδαίο λόγο.

Προστασία της υγείας και της ασφάλειας των καταναλωτών.

Σύμφωνα με το άρθρο 7 του ν.2251, το οποίο αποτελεί πιστή εφαρμογή της κοινοτικής οδηγίας  92/59/ΕΟΚ , προϊόντα που καταναλώνονται θα πρέπει να τηρούν κάποιες προϋποθέσεις ώστε να θεωρούνται ασφαλή για την υγεία των καταναλωτών ∙ με αυτό τον τρόπο καθιερώνεται η ευθύνη του παραγωγού να εξετάζει τα προϊόντα του. Εάν τα προϊόντα βρεθούν πως είναι ακατάλληλα ή ελαττωματικά τότε δεσμεύονται και αποσύρονται από την αγορά.

Για την καλύτερη κατανόηση θα πρέπει να θεωρήσουμε πως ο ορισμός του καταναλωτή σε αυτή την περίπτωση παραμένει ίδιος( αρ. 1 παρ 4)  , πράγμα που δεν συμβαίνει και με το πρόσωπο του προμηθευτή, ο οποίος θεωρείται ως : α) ο παραγωγός του προϊόντος , β) καθένας που παρουσιάζεται ως παραγωγός  και χρησιμοποιεί πάνω στα προϊόντα τα δικά του διακριτικά γνωρίσματα (σήματα) , γ) ο εμπορικός αντιπρόσωπος του παραγωγού , εάν ο ίδιος δεν έχει εγκατασταθεί εντός της Ε.Ε. και δ) κάθε άλλος επαγγελματίας που μπορεί να επηρεάσει την ασφάλεια του προϊόντος.

Στα πλαίσια αυτού του κεφαλαίου θα πρέπει να οριστούν και οι σαφείς προϋποθέσεις σύμφωνα με τις οποίες θα πρέπει να αναφερθούν τα κριτήρια σύμφωνα με τα οποία  ορισμένες διφορούμενες καταστάσεις μπορούν να εξαιρεθούν το άρθρο 7 παρ 1:

Α)  Σε σχέση με τα προϊόντα , αυτά θα πρέπει να είναι ασφαλή μόνο όταν προορίζονται για του καταναλωτές ή ενδέχεται να χρησιμοποιηθούν από καταναλωτές .

Β) Σε κάθε περίπτωση το αντικείμενο ή η υπηρεσία θα πρέπει να είναι ασφαλής υπό συνήθεις , ή εύκολα προβλεπόμενες στα πλαίσια εννοείται ενός λογικού χρονικού διαστήματος μετά την αγορά ∙ οι περιπτώσεις που η χρήση του προϊόντος παρουσιάζει μόνο μικρό κίνδυνο θεωρούνται αμελητέες

Τυπικά, θεωρούμε πως ασφαλή προϊόντα είναι εκείνα που ανταποκρίνονται στους κανόνες που έχει θεσπίσει η Ε.Ε. στα πλαίσια του δευτερογενούς κοινοτικού δικαίου. Η μη συμμόρφωση με αυτούς του κανόνες από του προμηθευτές – τα λεγόμενα εναρμονισμένα πρότυπα- επιφέρει την απαγόρευση ή και των περιορισμό των εισαγωγών από το συγκεκριμένο προμηθευτή , πέρα από την κατάσχεση ή την απόσυρση των ελαττωματικών προϊόντων.

Ποιος φορέας όμως ορίζει αυτά τα συγκεκριμένα πρότυπα που χρησιμοποιούνται για την υγεία και την ασφάλεια των καταναλωτών;

Οι τεχνικές προδιαγραφές των προϊόντων έχουν καταγραφεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Τυποποίησης (CEN) ή την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Ηλεκτροτεχνικής Τυποποίησης (CELENEC) , ύστερα από εντολή της Ε.Ε. Στην Ελλάδα αντίστοιχο όργανο αποτελεί ο Ελληνικός Οργανισμός Τυποποίησης (ΕΛΟΤ) που καθοδηγείται από τον Υπουργό Ανάπτυξης ή τον εκάστοτε αρμόδιο υπουργό.[10] Συμπληρωματικά , δράση θα μπορούσαν να λάβουν και οι ενώσεις καταναλωτών , με καταγγελίες, εκθέσεις και επεμβάσεις.

Επιπρόσθετα , οι έμποροι έχουν την νομική υποχρέωση να προωθούν στην αγορά προϊόντα που να εξασφαλίζουν την ψυχική ή πνευματική ισορροπία των ανηλίκων ∙ τέτοια προϊόντα χαρακτηρίζονται εκείνα που : α) δημιουργούν ανασφάλεια, φόβο ή επιθετική συμπεριφορά στους ανηλίκους, β) καλλιεργούν διακρίσεις με κριτήρια όπως το φύλο ή η καταγωγή , ή γενικά προσβάλλουν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια , γ) παροτρύνουν τους ανηλίκους σε συμπεριφορές που αντιτίθενται στους νομικούς ή ηθικούς κανόνες της κοινωνίας  και δ) δημιουργούν εθισμούς ή του προτρέπουν σε  επιβλαβείς δραστηριότητες για τους ίδιους  .

Το σύστημα της αντικειμενικής ευθύνης των εμπόρων για τα διάφορα ελαττωματικά προϊόντα συμπληρώνεται με την επιβολή της υποχρέωσης στους προμηθευτές για παροχή και ασφαλών υπηρεσιών.

Ευθύνη του παραγωγού ελαττωματικών προϊόντων

Ο παρέχων εμπορεύματα και υπηρεσίες είναι υπεύθυνος  για την οποιαδήποτε ζημιά περιουσίας ή ηθική βλάβη με οποιαδήποτε πράξη του ή παράλειψη του. Εννοείται πως ο ζημιωθείς είναι αναγκασμένος να αποδείξει την άμεση συνάφεια της ζημιάς με την προσφερόμενη υπηρεσία.

Ο Αστικός Κώδικας περιγράφει τη ζημία ως ευθύνη του παραγωγού η οποία προκλήθηκε από κάποιο ελαττωματικό προϊόν ∙ σύμφωνα με το άρθρο 914 , ο πελάτης δικαιούται να ζητήσει αποζημίωση , για υλικές βλάβες όχι όμως και για ηθικούς λόγους.

Η ρήτρα απαλλαγής όμως , προβλέπει κάποιες περιπτώσεις κατά τις οποίες ο προμηθευτής δεν μπορεί να διωχθεί νομικώς . Μερικοί από αυτούς τους λόγους είναι : α) η εκ των υστέρων διαπίστωση πιθανών κινδύνων που προκύπτουν ύστερα από την τεχνολογική εξέλιξη, β) η μη ευθύνη του εμπόρου για διάθεση του προϊόντος στην αγορά , και γ) δεν το διένειμε στα πλαίσια της επαγγελματικής του δραστηριότητας .

Φαίνεται , λοιπόν πως ξεκάθαρα το Δίκαιο Προστασίας του καταναλωτή  υπερασπίζεται σθεναρά τους πελάτες ακόμα και εάν οι ίδιοι δεν κινούνται νομικώς, αφού προειδοποιεί τους προμηθευτές ώστε οι τελευταίοι να παίρνουν προληπτικά μέτρα με αποτέλεσμα την καλύτερη εξυπηρέτηση των πελατών.

Προστασία προσωπικών δεδομένων του καταναλωτή

Η προστασία των προσωπικών δεδομένων και της ιδιωτικής ζωής αποτελεί θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα , πράγμα που είναι και συνταγματικά κατοχυρωμένο.  Γι’αυτό το λόγο ιδρύθηκε στην Ελλάδα  με τον Νόμο 2472/1997 [11]ως ανεξάρτητη διοικητική αρχή η ΑΠΔΠΧ ( Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα).

Η συγκεκριμένη πολιτική καθορίζει τον τρόπο χρήσης και προστασίας τυχόν προσωπικών δεδομένων που παρέχονται κατά τη χρήση υπηρεσιών είτε προσωπικά, είτε διαδικτυακά, ενώ διατηρεί το απόρρητο έναντι τρίτων κατά τη διάρκεια των συναλλαγών και ύστερα.

Διαφήμιση

Η διαφήμιση αποτελεί την πιο δημοφιλή και σημαντική μέθοδο προώθησης προϊόντων και υπηρεσιών , ήδη από την αρχή της δημιουργίας της αγοράς και μέσα στους αιώνες παρουσιάζεται με διαφορετικές μορφές , χρησιμοποιώντας νέα μέσα και τεχνολογίες. Ορίζεται ως κάθε είδος ανακοίνωσης που γίνεται στα πλαίσια εμπορικής ή επαγγελματικής δραστηριότητας. Από τη διαφήμιση οι καταναλωτές μπορούν να πληροφορούνται για τα καινούργια προϊόντα της αγοράς και τις προσφορές που είναι διαθέσιμες. Αντικειμενικά, σκοπός της διαφήμισης δεν είναι να πληροφορεί , αλλά να πείθει του καταναλωτές, γι’αυτό και τις περισσότερες φορές υπερβάλλει ,ενώ δεν χαρακτηρίζεται από αντικειμενικότητα. Συνήθως χρησιμοποιεί τεχνάσματα σύγχυσης ώστε να δημιουργήσει ψευδείς εντυπώσεις για τα προϊόντα που προβάλλει.[12]

Ο ν.2251/94 απαγορεύει ρητώς τη διαφήμιση της οποίας το περιεχόμενο μπορεί να προκαλέσει πλάνη ή ψευδείς εντυπώσεις στους καταναλωτές, οι οποίες πιθανότατα θα οδηγήσουν σε διαφορετική οικονομική συμπεριφορά. Η παραπάνω έννοια καλείται «παραπλανητική» διαφήμιση και  απαντάται σε πολλές διαφορετικές μορφές.

Καταρχάς , είδος της παραπλανητικής διαφήμισης είναι η συγκριτική διαφήμιση , η οποία αποτελεί και κριτήριο αθέμιτου ανταγωνισμού ∙ στη συγκριτική διαφήμιση λοιπόν , το διαφημιζόμενο προϊόν εκθειάζεται έναντι άλλων προϊόντων, με αποτέλεσμα να «αποδεικνύεται» η υπεροχή του εν λόγο προϊόντος. Η παράγραφος 8 του άρθρου 9 στο Δίκαιο προστασίας του καταναλωτή επιτρέπει την συγκριτική διαφήμιση μόνο στην περίπτωση που γίνεται με αντικειμενικό τρόπο και χωρίς να προκαλεί σύγχυση στο κοινό.

Επίσης, απαγορεύεται εκ νόμου η έμμεση διαφήμιση , η οποία χαρακτηρίζεται αθέμιτη. Η έμμεση διαφήμιση δίνει ελάχιστες πληροφορίες για το προϊόν, αναφέρεται σε άσχετα θέματα που αποπροσανατολίζουν  το κοινό, μειώνοντας την κριτική σκέψη. Γι’αυτό το λόγο , οι έμποροι είναι αναγκασμένοι να αναφέρουν ορισμένα βασικά χαρακτηριστικά του προϊόντος , όπως η επωνυμία του κατασκευαστή , το σήμα , ο εμπορικός χαρακτήρας του προϊόντος και η χρησιμότητα του.

Επιπρόσθετα, η διαφήμιση που προσβάλλει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια θεωρείται αθέμιτη, αφού παραβιάζουν τα χρηστά και συναλλακτικά ήθη. Υποκατηγορίες αυτού του είδους της διαφήμισης είναι η διαφήμιση που  απευθύνεται στο υποσυνείδητο[13] καθώς δεν αφήνει στον δέκτη το περιθώριο κριτικής και ελεύθερης βούλησης ,η διαφήμιση που βολιδοσκοπεί στην εκμετάλλευση του φόβου και των προκαταλήψεων του καταναλωτή καθώς και η διαφήμιση που προβάλει πολύ δέλεαρ , αφού δημιουργεί ψευδαισθήσεις και χαλιναγωγεί τον καταναλωτή-έργω διαφήμιση-.

Αθέμιτη, επιπλέον θεωρείται και η διαφήμιση που διαταράσσει άμεσα την ιδιωτική σφαίρα, και προτρέπει την άμεση επικοινωνία των πελατών ∙ ο ίδιος ο νόμος θεσπίζει διευκολύνσεις για τους καταναλωτές , με τις οποίες οι τελευταίοι μπορούν να αμυνθούν έναντι της προπαγάνδας –π.χ. απαίτηση στοιχείων από τον προμηθευτή , διακοπή άμεσης διαφήμισης.

Άλλο ένα είδος αθέμιτης διαφήμισης που μπορούμε να αναφέρουμε είναι εκείνη που αποδεικνύεται ως επικίνδυνη για την υγεία και  την προστασία του περιβάλλοντος . Ο ν.2328/95 ορίζει πως απαγορεύεται κάθε είδος διαφήμισης που προτρέπουν σε ζημιογόνες συμπεριφορές για την ανθρώπινη υγεία και για την προστασία του περιβάλλοντος. Μάλιστα , απαγορεύει ρητώς την τηλεοπτική διαφήμιση τσιγάρων, ενώ επιτρέπει τη διαφήμιση ποτών επιτρέπεται μόνο εάν συντρέχουν συγκεκριμένες προϋποθέσεις.

Είναι γεγονός πως οι σημερινές ανάγκες των νέων επηρεάζουν σε μεγάλο βαθμό τις επιλογές και τον τρόπο ζωής της οικογένειας. Γι’αυτό το λόγο πολλά διαφημιστικά μηνύματα στρέφονται προς τα παιδιά και τους νέους. Δεδομένου οι προαναφερθείσες κοινωνικές ομάδες δεν διαθέτουν τόσο ισχυρή βούληση όσο οι ενήλικες, πολλές φορές πέφτουν θύματα τις οπτικοακουστικής προπαγάνδας. Έτσι λοιπόν ο νόμος θέτει κάποιους περιορισμούς σε σχέση με τη θεματολογία των διαφημίσεων που θα απευθύνονται στους νέους – αλκοολούχα ποτά- καθώς και στις ώρες που θα προβάλλονται αυτές οι διαφημίσεις.

Τέλος, ως αθέμιτη διαφήμιση θεωρείται η διαφήμιση για παροχή σεξουαλικών υπηρεσιών , όταν αυτές προσβάλλουν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και παρασύρουν τους νέους. Το άρθρο 3 παράγραφος 4 του ν.2328/95 αναφέρει πως απαγορεύεται η διαφήμιση σεξουαλικού χαρακτήρα μέσω τηλεφώνου ή με άλλα μέσα.

Συνολικά, η διαφήμιση ρυθμίζεται με βάση τρείς νόμους :

Α) Νόμος 146/1914 που απαγορεύει κάθε μορφή διαφήμισης που προσβάλλει τα χρηστά ήθη και παραπλανεί το κοινό.

Β) Νόμος 2251/94 απαγορεύει επίσης την παραπλανητική διαφήμιση ( άρθρο 9)

Γ) Νόμος 2328/95 ρυθμίζει λεπτομερώς το καθεστώς της ιδιωτικής τηλεόρασης και της τοπικής ραδιοφωνίας, όπου καθορίζονται οι περιορισμοί και το αντικείμενο της διαφήμισης.

Ενώσεις καταναλωτών

Η ευρύτητα και η πολυπλοκότητα της σύγχρονης παραγωγικής βιομηχανικής και οικονομικής εν γένει δραστηριότητας σε συνδυασμό με την έκταση της αντίστοιχης κατανάλωσης δημιούργησε αυξημένους κινδύνους για τους καταναλωτές. Γίνεται , λοιπόν , σαφές ότι η έννομη αντιμετώπιση των αυξημένων κινδύνων που συνεπάγεται στη σύγχρονη εποχή λ.χ. η κυκλοφορία επικίνδυνων ελαττωματικών προϊόντων , η χρήση παραπλανητικών διαφημιστικών μεθόδων ή καταχρηστικών γενικών όρων συναλλαγών , δεν μπορεί ναι είναι μόνο υπόθεση ατομικώς θιγόμενων προσώπων.

Στόχοι των ενώσεων καταναλωτών είναι οι εξής:

  • της προώθησης των συμφερόντων και της προάσπισης των δικαιωμάτων των καταναλωτών.
  • της αντικειμενικής επιστημονικά τεκμηριωμένης πληροφόρησης των καταναλωτών.
  • της δημοκρατικής λειτουργίας, του πλουραλισμού, της διαφάνειας και της πολιτικής ανεξαρτησίας.
  • της συλλογικότητας, της  εθελοντικής προσφοράς, της αλληλεγγύης και της κοινωνικής ευθύνης,
  • της προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος και της προαγωγής της βιώσιμης κατανάλωσης στα πλαίσια μιας οικολογικής αντίληψης
  • της αμεροληψίας και της πλήρους τεκμηρίωσης των θέσεων, των προτάσεων ή καταγγελιών,
  • του σεβασμού της αξίας της αξιοπρέπειας του ανθρώπου και της αξιοκρατίας.
  • της συνεργασίας με το εθνικό, ευρωπαϊκό και διεθνές κίνημα καταναλωτών.

Ως αρμοδιότητες των καταναλωτικών ενώσεων θα μπορούσαμε να αναφέρουμε  τις αξιώσεις που προβάλλουν προς τους προμηθευτές σχετικά με την χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή γενικά παράνομης συμπεριφοράς του προμηθευτή. Η προθεσμία άσκησης της καταγγελία  ορίζεται από το νόμο σε έξι μήνες από την τελευταία παράνομη πράξη του προμηθευτή.

Για να αποφευχθεί η κατάχρηση του δικαιώματος δίωξης των εμπόρων από τις καταναλωτικές ενώσεις ο νόμος θέτει αντιστάθμισμα υπέρ των προμηθευτών. Συγκεκριμένα, εάν οι κατηγορίες εναντίον του προμηθευτή αποδειχθούν αβάσιμες τότε ο προμηθευτής έχει δικαίωμα να απαιτήσει χρηματική αποζημίωση εντός 6  μηνών.

Οι πιο γνωστές ανεξάρτητες αρχές που μάχονται υπέρ της διαφάνειας της αγοράς και του καταναλωτή είναι ο Συνήγορος του Πολίτη, το Κέντρο Προστασίας Καταναλωτών ( ΚΕ.Π.ΚΑ) , η Γενική Ομοσπονδία Καταναλωτών Ελλάδος και η Ένωση Καταναλωτών «Η ποιότητα της Ζωής» (Ε.Κ.ΠΟΙ.ΖΩ).
Συμπερασματικά, το Δίκαιο Προστασίας του Καταναλωτή θωρακίζει σε πλείστες περιπτώσεις την προσωπικότητα του αγοραστή όχι μόνο ως προς τη σχέση του με τον προμηθευτή , αλλά και ως προς την επιρροή που του ασκεί ο τελευταίος με οπτικοακουστικά μέσα. Συνεχώς , όμως γύρω μας βλέπουμε καταπάτηση των καταναλωτικών δικαιωμάτων, καθώς και μεγάλη ασέβεια προς το πρόσωπο του καταναλωτή.

Τέτοιες καταστάσεις μας κάνουν, βεβαίως να αναρωτιόμαστε, εάν το σύστημα είναι αρκετό για να προστατεύσει τον εκάστοτε αγοραστή.

Η απάντηση στο παραπάνω ερώτημα είναι διττής φύσεως. Από τη στιγμή που το σύστημα είναι ανθρώπινο κατασκεύασμα επόμενο είναι να έχει ατέλειες και ψεγάδια , και συνεχώς μπορεί να παραπλανείται ή να αφήνει σοβαρά κενά. Αυτός όμως δεν είναι λόγος ο άνθρωπος να τα παρατάει και να αφήνεται στη μοίρα του. Ακατάπαυστα θα πρέπει να αγωνίζεται για ένα καλύτερο αύριο και περήφανος να παραδίδει τα επιτεύγματα του στους επόμενους.

Τέλος θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι για να αλλάξει το σύστημα ώστε να γίνει πιο ανθρώπινο , ο ίδιος ο άνθρωπος θα πρέπει να αλλάξει και να γίνει πιο συμπονετικός, πιο πολιτισμένος ∙ είναι λοιπόν στο χέρι όλων μας να προσπαθήσουμε για ένα καλύτερο αύριο, όλοι μαζί και ο καθένας ξεχωριστά.

*Ο Σπύρος Σκιαδόπουλος είναι μεταπτυχιακός φοιτητής ΑΠΘ Εμπορικού Δικαίου και Δικηγόρος Κέρκυρας

________________________________________________________________________________________________

[1] Άρθρο 2 παρ.1

[2] Η τότε κρατούσα άποψη

[3] Μάλιστα, με το νόμο 2251/94  γίνεται κατανοητό, πως εάν οι καταναλωτές δεν είχαν ανυπαιτίως υπόψη τους ορισμένους Γενικούς όρους κατά την δημιουργία νέας συμφωνίας, τότε δεν δεσμεύονται από αυτούς, πράγμα που καθιστά το Δίκαιο Προστασίας του καταναλωτή ακόμα πιο ευέλικτο.

[4] Ν.2251/94 όπως τροποποιήθηκε το 2007, άρθρο 2 παρ. 6

[5] ΑΚ 181

[6] Νομολογία περί καταχρηστικών Γ.Ο.Σ. α) ΕφΑθ 5253/2003  (περί παράνομων επιβαρύνσεων και υπέρμετρων  εγγυήσεων) και β) ΠολΠρωτΑθ 6774/2003 (περί καταχρηστικότητας  Γ.Ο.Σ,, που επιτρέπει στην τράπεζα να καθορίζει εκάστοτε συμβατικό τόκο, με τον οποίο θα χρεώνεται ο λογαριασμός του πελάτη, στις περιπτώσεις τμηματικών εξοφλήσεων (καταβολών σε δόσεις), είναι καταχρηστικός και συνεπώς άκυρος, λόγω της αντίθεσης του στο άρθρο 2 παρ. 7 περ. ια του ν. 2251/1994.)

[7] Αγορές μέσω διαδικτύου  κατά αναλογία των γενικών αγορών.Πηγή sepe.gr

[8]  Ν 2251/94 αρ. 5 παρ 4

[9] Αναλογία καταναλωτών στην Ελληνική Αγορά

[10]  Αρθ. 7 παρ 5

[11] Σύμφωνα με την κοινοτική οδηγία 95/46/ΕΚ, ο Νόμος τροποποιήθηκε αρκετές φορές με : α) το άρθρο 18 Ν. 3471/2006, ΦΕΚ 133Α/2006, β) Ν. 3431/2006 σχετικά με την αναθεώρηση ορισμένων όρων και γ) το άρθρο 8 παρ. 3 του Ν. 3625/2007 (ΦΕΚ Α/290)

[12] Βλ.παραπάνω, λόγοι προστασίας

[13] Άρθρο 9 παρ, 6 στοιχ. Δ.

Σπύρος Σκιαδόπουλος

Πρώτα ανακάλυψα ότι θέλω να γίνω developer, μετά ανακάλυψα ότι θέλω να γίνω δημοσιογράφος, και μετά πολιτικός μηχανικός. Τελικά έγινα περίπου δικηγόρος. Τι συνέβη;