Η διαδικασία παραπομπής Υπουργών κατά το Σύνταγμα. Γράφει ο Σπύρος Σκιαδόπουλος

Ανατρέχοντας στα θεμελιώδη νομοθετήματα βλέπουμε ήδη στη διάταξη του άρθρου 86 παρ. 1 εδ. α΄  του Συντάγματος πως «μόνο η Βουλή έχει την αρμοδιότητα να ασκεί δίωξη κατά όσων διατελούν ή διετέλεσαν μέλη της Κυβέρνησης ή Υφυπουργοί για ποινικά αδικήματα που τέλεσαν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, όπως νόμος ορίζει». Επιπροσθέτως, κατά τη διάταξη της παρ. 4 εδ. α΄ του ίδιου άρθρου «αρμόδιο για την εκδίκαση των σχετικών υποθέσεων σε πρώτο και τελευταίο βαθμό είναι, ως ανώτατο δικαστήριο, Ειδικό Δικαστήριο, που συγκροτείται για κάθε υπόθεση από έξι μέλη του Συμβουλίου Επικρατείας και επτά μέλη του Αρείου Πάγου».

Η ανάμειξη πολιτικών και δικαστικών ενεργειών αποτέλεσαν σχεδόν πάντα προϊόν αντιμαχίας, με την αποτύπωση πλείστων θεωριών μέχρι και την ακραία παραδοχή πως η πολιτική ευθύνη αρκεί για την καταστολή των πράξεων που δεν εμπίπτουν σε ποινικές διατάξεις, οι οποίες είναι άλλωστε ισχυρές για όλους τους Έλληνες , παράλληλα με το επιχείρημα πως δεν ήταν λίγες οι φορές που η ποινική δικαιοσύνη αποτέλεσε πολιτικό όπλο.

Αρχίζοντας σταδιακά την ανάλυση, αναγνωρίζουμε μια ειδική ποινική διαδικασία που κινείται σύμφωνα με την ιδιότητα του εκάστοτε υπόπτου, ως υφυπουργός ή Υπουργός. Πέρα από τις ενστάσεις αμφίβολης συμβατότητας με την αρχή της ισότητας, κρίσιμο είναι να εξετάσουμε τις δικαιολογήσεις που τίθενται από τους θεωρητικούς .

Από την μια , Καρράς και Τσουκαλάς δικαιολογούν αυτή την ύπαρξη της ειδικής δικαιοδοσίας ως ανάγκη παροχής δικαστικής προστασίας με περισσότερα εχέγγυα , σοβαρότητα και αμεροληψία. Η ανάγκη αυτή πηγάζει από την συνθετότητα των κρινόμενων ζητημάτων που βασίζονται τόσο σε δικαστική όσο και σε πολιτική κρίση, ενώ μπορεί να τεθεί και ζήτημα της ιδιαίτερης φύσης των εγκλημάτων αλλά και των κατηγορουμένων. Εκτός των άλλων ο Τσουκαλάς αναφέρεται και στην ιστορική δικαιολόγηση της δικαιοδοσία της Βουλής και του Ειδικού δικαστηρίου, παρά την αναγνώριση της αντιφατικότητας και την σύγκρουση των εξουσιών.

Από την άλλη, Βενιζέλος και Χρυσόγονος τεκμηριώνουν τον θεσμό ως απότοκο της δυσπιστίας της Βουλής κατά της δικαστικής οδού ∙ είναι αναγκαία η διατήρηση της διάκρισης των εξουσιών και ο περιορισμός των αυθαίρετων δικαστικών ενεργειών χωρίς σοβαρό δικαστικό έλεγχο , οι οποίες δεν είναι σπάνιο να χαρακτηρίζονται από «λαϊκό αίσθημα» ειδικά στον πρώτο βαθμό.  Τέλος , τρίτη άποψη εκφράζουν Σαρρέας και Ανδρουλάκης τάσσονται υπέρ της εφαρμογής της κοινής ποινικής διαδικασίας, με τον πρώτο να διαφοροποιείται ελαφρώς και να υποστηρίζει ναι μεν την άσκηση ποινικής δίωξης από τη Βουλή αλλά την εκδίκαση από την κοινή ποινική διαδικασία, αποκλείοντας το Ειδικό Δικαστήριο. Εν προκειμένω δεν μπορούμε παρά να θεωρήσουμε ορθότερη την άποψη Ανδρουλάκη, περί κοινής ποινικής διαδικασίας, δεχόμενοι ίσως μικρούς περιορισμούς.

Αναφερόμενοι στον όρο «κατά την άσκηση των καθηκόντων του» φαίνεται εξ αρχής σχετικά αόριστο, ενώ κατά τα άλλα αποτελεί ένα ζήτημα χωρίς μεγάλη ανάλυση και ενασχόληση από θεωρία ή νομολογία. Σε έρευνα του ο Φελούτζης κατέληξε στο συμπέρασμα πως η εγκληματική δραστηριότητα για να θεωρηθεί «κατά την άσκηση των καθηκόντων του» (υφ)Υπουργού θα πρέπει να έχει ουσιαστική σχέση με την υπηρεσία του, όχι απλά με το ωράριο του. Εκτός αυτού θα συμπεριλαμβάνεται σε αυτό τον όρο και η αξιόποινη πράξη του Υπουργού αποτελεί παράνομο μέσο ασκήσεως της αρμοδιότητας του(86 Σ + ν. 3126/2003). Εξ αυτού συνάγεται πως πράξεις άσχετες με την υπουργική του ιδιότητα δεν συμπεριλαμβάνονται ∙ λόγου χάρη η απειλή χωρίς συναφή πολιτικό σκοπό δεν συμπεριλαμβάνεται στην ειδική δικαιοδοσία, αλλά το ίδιο έγκλημα με σκοπό την εξυπηρέτηση υπηρεσιακών συμφερόντων πχ διατήρηση στην θέση του κατά τον ανασχηματισμό, περιλαμβάνεται.

Σε συναφή θέση καταλήγει και ο Χατζίκος, αναφέροντας τις σχετιζόμενες αξιόποινες πράξεις με την εκτέλεση των καθηκόντων, πράγμα που εξασφαλίζει αντικειμενικά πλεονεκτήματα. Τέτοια είναι η ασφάλεια και η ακρίβεια της διάταξης ( αφού εκφράστηκε σε με σχετικό χρόνο, ώστε αποφεύγεται η πολιτική σκοπιμότητα) αλλά και ο αποκλεισμός των μη λογικών συνεχόντων με την υπουργική ιδιότητα από την ειδική δικαιοδοσία, πράγμα που βοηθάει στην κατάφαση της παραδοχής της διάταξης ως «ουσιαστική». Προκειμένου να γίνει σαφέστερη η έννοια του όρου «άσκηση των καθηκόντων» τέθηκαν ορισμένα θεωρητικά κριτήρια ευχερέστερης εντόπισης του, τα οποία αναλύονται στη συνέχεια.

Αρχικά σημαντική βοήθεια ερμηνείας προσφέρουν οι εκφράσεις του Ποινικού Κώδικα, στα άρθα 137Α.1. ,235 «… κατά παράβαση των καθηκόντων του…» και «… που ανάγεται στα καθήκοντά του ή αντίκειται σε αυτά…» το 262, όπου αναφέρεται ο όρος  «… εν τη ασκήσει της υπηρεσίας του ή επωφελούμενος της ιδιότητός του…» (βλ. Μπιτζιλέκη) και του άρθρου 315Α, όπου γίνεται λόγος για σωματική βλάβη εναντίον αστυνομικού οργάνου «κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας του». Εκτός από την έννοια της προσωπικής αστικής «ευθύνης από κακοδικία», που εισάγουν οι διατάξεις του άρθρου 73 ΕισΝΚΠολΔ και του Ν 693/1977, δυνάμεθα να χρησιμοποιήσουμε τις διατυπώσεις των άρθρων 6 του ΝΔ 802/1971 (: «… τα άσχετα προς τα δημόσια αυτών καθήκοντα…»), 3 του Ν 2509/1997 (: «… που είναι άσχετες με τα καθήκοντα …») και 1 παρ. 3 του Ν 3126/2003(: «… οι οποίες δεν τελέσθηκαν κατά την άσκηση των καθηκόντων του Υπουργού …»).

Μικρή αναφορά μπορεί να γίνει και στην ιστορική βούληση του νομοθέτη, η οποία όμως όπως φαίνεται γίνεται με χωρίς φειδώ, καθώς δυσανάλογα μεγάλος αριθμός διατάξεων και πρακτικών έχουν γεννηθεί από αυτή τη βούληση , πράγμα που δημιουργεί ανασφάλεια δικαίου και «επιδοκιμάζει» την εκμετάλλευση του συστήματος.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον της απόψεως Φελουτζή και Χατζίκου εντοπίζεται στην παραδοχή πως το έγκλημα της νομιμοποιήσεως εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα δεν εμπίπτει στην ειδική δικαιοδοσία της Βουλής και του Ειδικού Δικαστηρίου αλλά στη συνήθη δικαιοδοσία των κοινών ποινικών δικαστηρίων. Μάλιστα ο Χατζίκος τοποθετείται ως εξής : «….. η νομιμοποίηση εσόδων (Υπουργού) δεν είναι νομικά δυνατόν και λογικά αναγκαίο να συνάπτεται με την εκτέλεση τούτων (των καθηκόντων του). Και αυτό διότι, όταν ο υπουργός κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του απαιτεί δώρο για μελλοντική ενέργεια (ΑΠ 2368/2007 ΠοινΧρ 2008, 823), η πράξη της δωροδοκίας έχει τελεστεί (αδιάφορος ποινικά ο χρόνος της λήψης του δώρου: ΑΠ 1611/2007 ΠοινΧρ 2008, 527), η δε περαιτέρω από αυτόν αξιοποίηση του δώρου ώστε να εμφανιστεί αυτό ως νόμιμο έσοδο, δεν συνάπτεται με την εκτέλεση των καθηκόντων του, ούτε είναι σχετική με αυτά. Και τούτο διότι, όταν ο υπουργός απαιτεί το δώρο, δεν το απαιτεί για να νομιμοποιήσει ως έσοδο αυτό, αλλά για να προβεί σε ενέργεια ή παράλειψή του μελλοντική σε σχέση με τα καθήκοντά του. Και αντιστρόφως, όταν ο υπουργός προβαίνει στην (μελλοντική) ενέργεια ή παράλειψή του που ανάγεται στα καθήκοντά του, δεν ενεργεί ή παραλείπει για να νομιμοποιήσει ως έσοδο το ήδη απαιτηθέν δώρο, αλλά ενεργεί ή παραλείπει για να λάβει αυτό που ήδη είχε απαιτήσει. Μπορεί μεν ο υπουργός να νομιμοποιήσει το δώρο του καθ” ον χρόνο ήταν υπουργός, όμως, μεταξύ της νομιμοποίησης αυτής, της δωροδοκίας και της μελλοντικής ενέργειας ή παράλειψης δεν υφίσταται η υπό του νόμου περί ευθύνης υπουργών αξιούμενη σχετικότητα, ώστε αυτή (νομιμοποίηση) να θεωρηθεί ότι τελείται κατά την άσκηση των καθηκόντων του υπουργού. Με βάση τα ανωτέρω, η νομιμοποίηση εσόδων υπουργού δεν υπάγεται στον περί ευθύνης υπουργών νόμο, ούτε ισχύει γι” αυτήν, η πενταετής παραγραφή, που ισχύει για τη δωροδοκία υπουργού (235 ΠΚ ή 1 παρ. 1 Ν 1608/1950), την τελεσθείσα κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, ως άσχετη με αυτά (καθήκοντα). Επομένως, για τον Υπουργό που τέλεσε το έγκλημα της νομιμοποιήσεως εσόδων από την εγκληματική δραστηριότητα της, κατά την άσκηση των καθηκόντων του, δωροδοκίας, ισχύει η 15ετής παραγραφή του κοινού ποινικού δικαίου και αρμόδια για την εκδίκαση της παραπάνω πράξης είναι τα κοινά ποινικά δικαστήρια».

Κρίνουμε αμφίβολη ορθότητας την εν λόγω άποψη , παρά την τάση μας συμπερίληψης των υπουργικών εγκλημάτων στην κοινή ποινική διαδικασία ∙ δεν μπορούμε παρά να μείνουμε πιστοί στον διαχωρισμό που τέθηκε παραπάνω . Δηλαδή εφόσον προκύπτει από τα πραγματικά περιστατικά πως τα παρανομούντα μέλη απέβλεψαν στην διευκόλυνση μέσω της υπουργικής ιδιότητας δεν μπορούμε παρά να το συμπεριλάβουμε τους δράστες στην ειδική ποινική δικαιοδοσία της Βουλής και του Ειδικού Δικαστηρίου. Με άλλα λόγια εάν η παράνομη νομιμοποίηση δεν έγινε με ουσιώδης διαφορές απότι θα γινόταν αν ο πρόσωπο ήταν ή δεν ήταν Υπουργός, τότε δεν μένει κάτι άλλο παρά να υπαθχεί το έγκλημα στην κοινή διαδικασία. Σε αντίθετη περίπτωση τότε εφαρμόζεται το 86Σ.

Την ίδια άποψη ακολουθούμε και στο αδίκημα της δωροδοκίας όπου συμβαδίζουν Φελούτζης και Χατζίκος θεωρώντας πως εμπίπτει στην ειδική δικαιοδοσία της Βουλής, ως συνυφασμένη με το υπουργικό αξίωμα σε περιπτώσεις που «η δωροδοκία υπουργού αναγκαία συνάπτεται με την εκτέλεση των καθηκόντων του» ή όταν «η δωροδοκία τελέστηκε για να εγκριθεί προγραμματική σύμβαση, η έγκριση της συμβάσεως ήταν πράξη που αναγόταν στα υπηρεσιακά καθήκοντα του Υπουργού και συνεπώς η δωροδοκία διαπράχτηκε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του Υπουργού και είναι σχετική με αυτά». Επομένως δωροδοκία για διορισμό στο αντίστοιχο Υπουργείο παραπέμπεται στην ειδική διαδικασία αλλά δωροδοκία για διορισμό σε ιδιωτική εταιρία της οποίας ο Υπουργός έχει μετοχές ή επιρροή αλλά όχι λόγω του υπουργικού του αξιώματος διώκεται σύμφωνα με την κοινή ποινική διαδικασία. Νομολογιακά και θεωρητικά έχει υποστηριχθεί και αντίθετη άποψη.

Σε περίπτωση απόδειξης συμμετοχής , οι τυχόν συμμέτοχοι συμπαρασύρονται από τον Υπουργό  ή το μέλος της Κυβέρνησης που διώκεται. Έτσι αποφεύγεται ο κίνδυνος αντιφατικών αποφάσεων αλλά και η καταστρατήγηση του άρθρου 86 στις περιπτώσεις που επιδιώκεται οι εμφάνιση ατόμων ως δήθεν συμμέτοχοι. Το άρθρο 7.3 του ν. 3126/2003 τα ποινικά δικαστήρια δεν χάνουν την δικαιοδοσία τους ως προς συμμέτοχους εφόσον η πρόταση για άσκηση ποινικής δίωξης απορριφθεί από την Βουλή ως αβάσιμη ή δεν ασκηθεί.

Η άσκηση ένδεικων μέσων κατά της απόφασης του Ειδικού Δικαστηρίου φαίνεται απαγορευμένη από την διάταξη 86.4 του Συντ. όπου αναφέρεται πως η απόφαση είναι τελεσίδικη και αμετάκλητη , ενώ η διατύπωση του άρθρου φαίνεται προσεκτική, καθώς αποφεύγεται η χρήση του όρου «Ανώτατο».

Ας μιλήσουμε λίγο για την παραγραφή που ορίζεται. Σημειωτέον πως ο όρος «παραγραφή» χρησιμοποιείται καταχρηστικά, ενώ ως ορθότερος όρος κρίνεται η «αποσβεστική προθεσμία».

Στη Βουλή , σύμφωνα με το γράμμα του 86.1-3 Συντ, εναποτίθεται η αρμοδιότητα άσκησης ποινικής δίωξης για Υπουργούς που τέλεσαν ποινικά αδικήματα κατά την άσκηση των καθηκόντων τους∙ η δίωξη μπορεί να ασκηθεί μέχρι το τέλος της δεύτερης τακτικής συνόδου της βουλευτικής περιόδου που ξεκινά μετά την τέλεση του αδικήματος(ν.3216/2003). Ως βουλευτική περίοδος θεωρείται η περίοδος ανάμεσα σε δυο εκλογές και περιλαμβάνει τέσσερις κοινοβουλευτικές συνόδους. Στην υπόθεση Παπακωνσταντίνου , οι συνταγματολόγοι διχάζονται, ωστόσο είναι ισχυρά τα επιχειρήματα σύμφωνα με τα οποία αν και μεσολάβησε η Βουλή «της μιας ημέρας», ανάμεσα στις δυο εκλογικές αναμετρήσεις του Μαίου και Ιουλίου 2012, δεν υφίσταται θέμα παρέλευσης της προαναφερθείσας αποσβεστικής προθεσμίας, καθώς δεν υπήρξε Βουλή που να διήρκεσε τουλάχιστον δυο τακτικές συνόδους. Αλλά και αυτό το επιχείρημα να παρακαμφθεί μπορεί να τεθεί το ζήτημα πως δεν υπήρξε το Μάιο «ουσιαστική» σύνοδος.

Συνεπώς , για τα υπόλοιπα αδικήματα που δεν έχουν να κάνουν με την τέλεση των καθηκόντων τους οι Υπουργοί δεν εξισώνονται με τους βουλευτές, και συνεπώς δεν καλύπτονται από τη βουλευτική ασυλία ( 62 Συντ) , ενώ άξιο έρευνας αποτελεί η επιθυμία της Βουλής να αναλάβει η ίδια υπουργικά αδικήματα. Αυτό εγείρει ερωτηματικά σχετικά με την προνομιακή μεταχείριση, και την σύγκρουση με την αρχή της ισότητας τους άρθρου 4 Σ.

Η φαινόμενη σύγκρουση του άρθρου 86 και της διάκρισης των εξουσιών, και του άρθρου 4.1 Συν( αρχή της ισότητας) θα πρέπει να σταθμίζεται κάθε φορά από τη δικαστική εξουσία, δεχόμενοι πάντα τη θεωρία του ισοδύναμου των συνταγματικών διατάξεων, ότι δηλαδή καμία συνταγματική διάταξη δεν είναι υπερκείμενη κάποιας άλλης. Από την άλλη βέβαια δικαιοπολιτικά δεν μπορούμε να αγνοήσουμε το θεμελιώδη χαρακτήρα ορισμένων διατάξεων όπως η αρχή της ισότητας, της νομιμότητας και της αναλογικότητας, που χαρακτηρίζουν γενικώς το δικαϊκό σύστημα και είναι σχετικά ανυπέρβλητες στο μυαλό του νομοθέτη, και ακόμα και αν δεν το γνωρίζει , και στα μάτια του μέσου κοινωνού. Παρά την αντίθετη παραπάνω αξιολόγηση κατά την κρατούσα άποψη κάθε φορά θα πρέπει να γίνεται στάθμιση των  συγκρουόμενων συνταγματικών διατάξεων.

Αφού ακολουθούμε την κρατούσα άποψη, είναι αναγκαίο να θέσουμε κριτήρια και κατευθυντήριες γραμμές ερμηνείας. Θα πρέπει να  αποφεύγεται η βιαστική στάθμιση των εκατέρωθεν συνταγματικών διατάξεων , αφού πολλές φορές η πλάστιγγα γέρνει είτε προς την προστασία κυβερνητικών στελεχών, είτε προς την ικανοποίηση της λαϊκής απαίτησης. Ο μόνος στόχος που θα πραγματώνεται θα πρέπει να είναι η εξυπηρέτηση του δικαίου και η προστασία της κοινωνικής ευρυθμίας .

Στον αντίποδα, σε πρακτικό επίπεδο φαίνεται εξαιρετικά δυσχερής η ομαλή στάθμιση των δυο έννομων αγαθών, οπότε μάλλον τείνουμε στο να αποκλείσουμε την μια για χάρη της άλλης. Επομένως στηρίζουμε εν μέρει την παραπάνω άποψη πως κάποιες συνταγματικές διατάξεις είναι υπερκείμενες κάποιων άλλων. Σε αυτό συνηγορούν και ο σεβασμός προς τον ανθρώπινο φορέα, η ανυπαρξία γενικού δημόσιου συμφέροντος ώστε να δικαιολογήσει την σχέση ειδικού ( 86.3Σ) προς γενικού( 4Σ) , αλλά και οι αντιφατικότητα των δύο διατάξεων.

Για να γίνει κατανοητή αυτή η λύση είναι αναγκαίο να συγκρίνουμε την μεταχείριση  μεταξύ πολιτών και Υπουργών. Η παραγραφή αντίστοιχων πράξεων για του πολίτες γνωρίζει την παραγραφή των 15 χρόνων ή 20 χρόνων ( ανάλογα του είδος του κακουργήματος, 111.2 + 113 ΠΚ) , ενώ για κάποιον Υπουργό 2 βουλευτικές σύνοδοι, οπότε και εξαλείφεται το αξιόποινο. Εξάλλου δεν μπορεί να δικαιολογηθεί η υπέρμετρη απενοχοποίηση των υπουργικών πράξεων που εκτός της ασυδοσίας που μπορεί να προκαλέσει οδηγεί ουσιαστικά σε ατιμωρησία για τους υπουργούς του εκάστοτε κυβερνώντος κόμματος, εφόσον αυτό κερδίσει δύο φορές την κοινοβουλευτική πλειοψηφία.

Παράλληλα με την παραβίαση του άρθρου 4 το άρθρο 86 συγκρούεται και ακυρώνει σχεδόν ολοκληρωτικά  τη διάταξη του άρθρου 26 Συντ σχετικά με την διάκριση των εξουσιών καθώς η Βουλή είναι η αρμόδια προκειμένου να κινήσει την ποινική δίωξη και όχι η εισαγγελική αρχή.

*Ο Σπύρος Σκιαδόπουλος είναι μεταπτυχιακός φοιτητής ΑΠΘ και  Δικηγόρος Κέρκυρας.

Σπύρος Σκιαδόπουλος

Πρώτα ανακάλυψα ότι θέλω να γίνω developer, μετά ανακάλυψα ότι θέλω να γίνω δημοσιογράφος, και μετά πολιτικός μηχανικός. Τελικά έγινα περίπου δικηγόρος. Τι συνέβη;