Η Περίπτωση ελευθέρωσης του εγγυητη απο την δανειακή σύμβαση

Του Σωκρατη Βρυσοπουλου, δικηγορου Πειραιά.

Αρκετές φορές κάποια προσωπα αναγκάζονται να εγγυηθούν για τα χρεη καποιου άλλου προσώπου-δανειολήπτη (φυσικού ή νομικού προσώπου) που ανήκει στο στενό οικογενειακό κύκλο του εγγυητη και έχει συναισθηματικούς δεσμούς με τον εγγυητη. Ειδικά, τα τελευταία χρονια της οικονομικής ύφεσης, ένα απο τα προβλήματα που έχουν ανακύψει ειναι και η ευθύνη αυτων των εγγυητων σε δανειακή συμβαση, στην υπογραφη της οποίας προέβησαν, πολλές φορές για λόγους όχι με σκοπό την επιδιωξη κέρδους αλλά "χαριστικώς από λόγους οικογενειακής αλληλεγγυης ή ηθικού καθήκοντος" (βλ. ΕιρηνΜαραθ 176/2013 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΕιρΗρακλ 611/2011, ΕιρΧαν 393/2012. Πρβλ. Και ΕιρΛαυρ 178/2011 για εγγυηση υπέρ ΟΕ. Ομοίως περι οικογενειακής αλληλεγγύης  και ηθικού καθήκοντος σε ΕφΘρακ 104/1992 Αρμ 1992 σ.1121) ή "από λόγους κοινωνικής αλληλεγγύης" (ΕιρΧαν 393/2012, ΕιρΜεσολ 22/2015).

Στις δανειακές συμβάσεις στις οποίες τα πιστωτικά ιδρύματα απαιτούσαν την υπογραφη και δέσμευση και εγγυητή, συνήθως εμπεριέχονταν όροι οι οποίοι στοχο ειχαν να αποκλείσουν την ενάσκηση νομίμων δικαιωμάτων που προβλέπονται εκ του Νόμου υπέρ του εγγυητη, όπως λ.χ.: "Ο εκ τρίτου συμβαλλόμενος εγγυητης δηλώνει οτι εγγυάται προς την Τράπεζα την πιστη, εμπρόθεσμη και ολοκληρωτική εξόφληση κατα κεφάλαιο, τοκους πάσης φυσεως, προμήθειες, φορους, ζημίες και έξοδα 'ολων των ποσών που οφειλονται ή μπορει να οφειλονται απο τον οφειλέτη προς την δανειστρια Τράπεζα σε εκπλήρωση των υποχρεωσεών του, συμφωνα με τους όρους της παρουσας. Για την εγγύηση αυτη συμφωνούνται τα εξής:

α) Ο εγγυητης ενέχεται ως αυτοφειλέτης και παραιτειται ανεπιφύλακτα απο την ένσταση της διζησης (άρθρο 855 ΑΚ) όπως επίσης και απο τις ενστάσεις και τα δικαιώματα που απορρέουν από τα άρθρα 852, 853, 858, 862, 863, 864, 866, 867 και 868 ΑΚ. Η παρούσα σύμβαση ισχύει και μετά τον θάνατο του εγγυητη με ευθύνη των κληρονόμων του χωρις να απαιτειται να ανακοινωθει η παρούσα σύμβαση σ΄ αυτούς.

β) Καθε αναγνώριση του υπολοίπου του λογαριασμού που γινεται απο τον οφειλέτη προς την δανειστρια Τράπεζα, όπως επίσης και το δεδικασμένο υπέρ της δανειστριας Τράπεζας κατα του οφειλέτη, δεσμευει και τον εγγυητή.

γ) Η δανειστρια Τραπεζα δεν εχει καμία ευθύνη προς τον εγγυητη  για ενδεχομενα πταίσματα των υπαλλήλων στελεχων ή οργάνων της. Ειδικότερα ο εγγυητης σε καμία περιπτωση δεν θα ελευθερώνεται εαν απο οποιαδηποτε ενέργεια, παραλειψη ή πταίσμα των υπαλλήλων, στελεχών ή οργάνων της δανειστριας Τράπεζας, έγινε ολικά ή μερικά αδυνατη η αποπληρωμή προς την δανειστρια Τραπεζα των ποσών που οφείλονται απο τον οφειλέτη σύμφωνα με τους όρους της παρούσας.

δ) Ο εγγυητης αποδέχεται απο τώρα τη μεταβολή οποιουδήποτε όρου της παρούσας συμβασης, η οποία έγινε αποδεκτη απο τον οφειλέτη κατα τα αναγραφομενα στους όρους της παρούσας.

ε) Ο εγγυητης δεν ελευθερώνεται αν η δανειστρια Τραπεζα παραιτηθηκε εμπραγμάτων ή προσωπικών ασφαλειών υπέρ αυτης, για τις απαιτησεις της απο τη παρούσα σύμβαση και προσθετα παρεχει την ανέκκλητη συναίνεση του στην δανειστρια Τράπεζα, να παραιτείται οποτεδηποτε των εμπραγμάτων ή προσωπικών αυτων ασφαλειών".

Οι παραπάνω όροι σε μια δανειακή συμβαση αποτελούν καταχρηστικούς όρους με βάση το άρθρο 281 ΑΚ και την ειδικότερη έκφανση αυτού στο άρθρο 2 παρ. 6 του νόμου 2251/1994 περί προστασίας των καταναλωτών, αφού έχει νομολογηθεί, ότι ο γενικός όρος των συναλλαγών περί παραιτήσεως του εγγυητή από τις προαναφερθείσες ενστάσεις είναι απολύτως άκυρος, καθώς διαταράσσεται η ισορροπία των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών εις βάρος του εγγυητή.

Σε περίπτωση που ο δανειολήπτης αποδειχτεί ασυνεπής στην αποπληρωμή των οφειλομένων δόσεων, αναγκάζοντας τον δανειστή να στρέψει τα βέλη του κατά του εγγυητή, προκειμένου να επιτύχει την ικανοποίηση των αξιώσεών του, ο τελευταίος δεν μένει απροστάτευτος, καθώς ο νόμος του παρέχει καταρχήν τη δυνατότητα να προβάλλει την ένσταση διζήσεως (άρθρο 855 του Αστικού Κώδικα), η οποία εντούτοις λειτουργεί για τον εγγυητή ανασταλτικά και όχι αποτρεπτικά, αδρανοποιώντας την ευθύνη του, μόνο ωσότου ο δανειστής επιχειρήσει αναγκαστική εκτέλεση κατά του πρωτοφειλέτη και αυτή αποδειχθεί ατελέσφορη.

Επιπλέον όμως, ο εγγυητής δικαιούται να προβάλλει τις ενστάσεις ελευθερώσεως, που προβλέπουν οι ενδοτικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 862 & 863 ΑΚ, αλλά και την ένσταση της καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος (άρθρο 281 ΑΚ).

Ωστόσο, στις περιπτώσεις των τραπεζικών συμβάσεων που εμπεριέχουν όρους όπως οι αναφερθέντες παραπανω, ο εγγυητής παραιτείται, ταυτόχρονα με την ανάληψη της εγγυητικής ευθύνης, του δικαιώματος να προτείνει την ένσταση διζήσεως έναντι της δανείστριας Τράπεζας, με αποτέλεσμα την πρώιμη αποδυνάμωση της θέσης του, καθώς τα μόνα μέσα που του απομένουν για να αποτρέψει την εις βάρος του διαδικασία αποπληρωμής του χρέους του πρωτοφειλέτη είναι οι ενστάσεις ελευθερώσεως και η ένσταση της καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος.

Ειδικότερα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 862 ΑΚ, ο εγγυητής ελευθερώνεται της ευθύνης του εφόσον από πταίσμα του δανειστή έγινε αδύνατη η ικανοποίησή του τελευταίου από τον οφειλέτη του. Εξάλλου, το άρθρο 863 ΑΚ ορίζει, ότι «ο εγγυητής ελευθερώνεται, εφόσον ο δανειστής παραιτήθηκε από ασφάλειες που υπήρχαν αποκλειστικά για την απαίτησή του, για την οποία είχε δοθεί η εγγύηση, με αποτέλεσμα να ζημιωθεί ο εγγυητής».

Οι ανωτέρω διατάξεις καθιερώνουν ειδικούς λόγους απόσβεσης της ευθύνης του εγγυητή, που εξαρτώνται από την συμπεριφορά του δανειστή έναντι του και η καθεμιά θεμελιώνεται σε διαφορετική πραγματική βάση. Προϋποθέσεις της ελευθέρωσης του εγγυητή κατ΄ άρθρο 862 ΑΚ, είναι αφενός η ικανοποίηση του δανειστή από τον πρωτοφειλέτη να κατέστη αδύνατη και αφετέρου η αδυναμία αυτή να οφείλεται σε πταίσμα του ίδιου του δανειστή. Εξάλλου, οι αντίστοιχες προϋποθέσεις κατ΄ άρθρο 863 ΑΚ, είναι κατά πρώτον η παραίτηση του δανειστή από τις ασφάλειες που είχαν συσταθεί αποκλειστικά για την συγκεκριμένη απαίτησή του και κατά δεύτερον η πρόκληση ζημίας στον εγγυητή ακριβώς λόγω του γεγονότος της παραίτησης αυτής.

Στην περίπτωση του άρθρου 862 ΑΚ, όπου προϋπόθεση εφαρμογής είναι η ματαίωση της ικανοποίησης του δανειστή λόγω δικής του υπαιτιότητάς του, υπάρχει η δυνατότητα της, δια προγενέστερης συμφωνίας, παραίτησης του εγγυητή από την προκείμενη ένσταση, αλλά μόνο για την περίπτωση που η ικανοποίηση του δανειστή ήθελε καταστεί αδύνατη λόγω ελαφράς αμέλειάς του, διότι σε περίπτωση δόλου ή βαριάς αμέλειάς του η σχετική συμφωνία θα αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 332 παρ. 1 ΑΚ και θα είναι άκυρη.

Αντίθετα, στην περίπτωση του άρθρου 863 ΑΚ, όπου ο δανειστής παραιτείται από ασφάλειες που είχαν συσταθεί αποκλειστικά σε σχέση με την απαίτησή του για την οποία είχε δοθεί η εγγύηση, αντίστοιχη προγενέστερη συμφωνία περί μη ελευθέρωσης του εγγυητή είναι απεριόριστα έγκυρη και ισχυρή, καθώς η παραίτηση του δανειστή δεν εξαρτάται εν προκειμένω από πταίσμα του.

Η παραίτηση εκ μέρους του εγγυητή από την ένσταση διζήσεως, όπως επίσης και από τις ενστάσεις των άρθρων 862 έως και 868 ΑΚ, οι οποίες έχουν τεθεί για να επιφέρουν μια δίκαιη εξισορρόπηση των εκατέρωθεν συμφερόντων των συμβαλλομένων μερών, αποδυναμώνουν υπέρμετρα τη θέση του εγγυητή απέναντι από οποιαδήποτε ενέργεια της Τράπεζας, αφού η τελευταία ενδέχεται να μην επιδείξει, είτε υπαίτια είτε ανυπαίτια, την επιμέλεια που απαιτείται για την ικανοποίηση της απαίτησής της και επιπλέον να παραιτηθεί οποτεδήποτε από ασφάλειες που υπήρχαν αποκλειστικά για τον σκοπό αυτό, προκαλώντας έτσι ζημία στον εγγυητή.

Ο εγγυητής εμπίπτει και αυτός στην έννοια του καταναλωτή και προστατεύεται από το ν. 2251/1994, αφού προσέρχεται στην τράπεζα σαν πελάτης και είναι αποδέκτης των υπηρεσιών της. Με τις πιο πάνω διατάξεις παρέχεται στον εγγυητή το ευεργέτημα της ελευθέρωσης από την εγγύηση, στην περίπτωση που ματαιώνεται η ικανοποίηση του δανειστή από τον οφειλέτη, με υπαίτια πράξη του δανειστή, αλλά και στην περίπτωση που, για οποιοδήποτε λόγο, επέρχεται απόσβεση της οφειλής χωρίς πταίσμα του εγγυητή. Ο σκοπός, επομένως, της θέσπισής τους είναι η προστασία του εγγυητή από υπαίτιες και εν γένει αυθαίρετες ενέργειες του δανειστή, καθώς και από τον κίνδυνο της απροσδόκητης εξέλιξης της συναλλακτικής σχέσης σε βάρος του εγγυητή, αντίθετα από τις εύλογες προβλέψεις και προσδοκίες του τελευταίου. Έχουν, έτσι, τεθεί οι εν λόγω διατάξεις για να επιφέρουν μία δίκαιη εξισορρόπηση των εκατέρωθεν συμφερόντων των συμβαλλομένων μερών και, όταν ο εγγυητής παραιτείται από τα δικαιώματα που του παρέχουν αυτές, αποδυναμώνεται από κάθε προστασία απέναντι από οποιαδήποτε υπαίτια ή και ανυπαίτια, αυθαίρετη ενέργεια της τράπεζας, αφού η τελευταία μπορεί να μην επιδεικνύει την επιμέλεια και σύνεση που απαιτείται για την εξασφάλιση της ικανοποίησης της απαίτησής της, προκαλώντας έτσι ζημία στον εγγυητή. Περιορίζεται, δηλαδή, ουσιωδώς η ευθύνη της τράπεζας, εφόσον δικαιολογείται στην τελευταία να ζημιώσει τον εγγυητή, χωρίς να επιφυλάσσεται αντίστοιχο δικαίωμα προστασίας και γι' αυτόν από τις αυθαίρετες ενέργειες εκείνης, ενώ διαταράσσεται και η ισορροπία των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών σαφώς εις βάρος του εγγυητή. Επομένως, ο επίμαχος όρος 15 της υπ΄ αριθμ. 665-0010-08 σύμβασης, είναι, σύμφωνα με τα παραπάνω διαλαμβανόμενα άκυρος ως καταχρηστικός, καθώς αντιβαίνει στις διατάξεις των §§6 και 7 περίπτ. ιγ' του άρθρου 2 του ν. 2251/1994 «περί προστασίας των καταναλωτών».

Πρόσφατη περιπτωση ως άνω κριθηκε απο το Μονομελες Πρωτοδικειο Φλώρινας, σε υπόθεση ανακοπής κατα διαταγής πληρωμής που εκδοθηκε σε βαρος εγγυητη μετα απο αίτηση Τράπεζας, η οποία έγινε δεκτη με την υπ΄ αριθμ. 17/2017 απόφαση του, ακυρωνοντας την διαταγη πληρωμης και την επιταγη προς εκτελεση με το σκεπτικό οτι ο εγγυητης ελευθερώθηκε απο την δοθείσα εγγύηση, διότι η Τράπεζα δεν επεδίωξε δικαστικά την απαιτηση της εντος 1 έτους απο τη στιγμή που ειχε γινει απαιτητή η κύρια οφειλή. Στη δικη που παραστάθηκε η Τράπεζα ισχυριστηκε οτι ο ανακόπτων-εγγυητης ειχε παραιτηθει εγγράφως απο το ευεργέτημα του άρθρου 866 ΑΚ, με αποτέλεσμα να μην δυναται να ελευθερωθει απο την εγγύηση.

Τα ως άνω δικαιώματα του μπορει ο εγγυητής σε δανειακή συμβαση να τα προταξει και να δικαιωθει, ώστε να απελευθερωθει, ειτε καταθέτοντας αγωγή σε βάρος του πιστωτή ειτε προβάλλοντας τα ως λόγους ανακοπής σε διαταγή πληρωμής που ενδεχομένως επιδοθεί σε βάρος του.