Η προστασία της ερωτικής ζωής συνδεόμενη με την αξία του ανθρώπου στην υπ’αριθμ. 41/2017 απόφαση της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα

 

*του Χάρη Παπαδάκη, ασκούμενου Δικηγόρου Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών

Η υπό εξέταση υπ’αριθμ. 41/2017 απόφαση της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, η οποία εξεδόθη στο πλαίσιο αυτεπάγγελτης ενέργειας της Αρχής, αφορά στο σύννομο ή μη της δημοσιοποίησης μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου Αντιπροέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας μέσω δημοσιευμάτων εφημερίδων και αναρτήσεων σε ιστοσελίδες στο Διαδίκτυο. Τα σχετικά δημοσιεύματα και οι σχετικές αναρτήσεις είτε παρέθεταν αυτούσια όλα ή μερικά από τα αποσπάσματα μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (ενημερωτικός ιστότοπος www.zougla.gr, εφημερίδα «η Αυγή»-17/10/2016),  είτε δημοσίευαν το όνομα του Αντιπροέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας – τα ίδια ή μέσω της αναπαραγωγής των αποκαλυπτικών δηλώσεων του βουλευτή Νίκου Νικολόπουλου – (ραδιοφωνικός σταθμός Parapolitika FM, ενημερωτικός ιστότοπος www.koutipandoras.gr, εφημερίδα «η Αυγή» 18/10/2016 και 19/10/2016, εφημερίδα kontranews) είτε μετέδιδαν απλώς την είδηση χωρίς μνεία του ονόματος του προσώπου στο οποίο αφορούν, καθώς και χωρίς αυτούσια παράθεση αποσπασμάτων των μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (εφημερίδα «το Βήμα της Κυριακής»).

 Εκ των ανωτέρω καθίσταται πρόδηλο ότι η Αρχή ενόψει της ως άνω απόφασης εκλήθη να εξετάσει τη σύγκρουση του δικαιώματος προστασίας του ιδιωτικού βίου (άρθρο 9 παρ.1 εδ.β’ του Συντάγματος), στον πυρήνα του οποίου ανήκει προδήλως και η ερωτική ζωή (ΣτΕ 1735/2012, 888/2008) και των προσωπικών δεδομένων (άρθρο 9Α του Συντάγματος) με την ελευθερία της δημοσιογραφικής πληροφόρησης (άρθρο 14 παρ.1 και 2 του Συντάγματος) και το δικαίωμα των πολιτών στην πληροφόρηση (άρθρο 5Α του Συντάγματος).

 Ιδιαίτερη μνεία στην υπό εξέταση απόφαση γίνεται στην προστασία της ερωτικής ζωής, όπως αυτή εντάσσεται στον πυρήνα του δικαιώματος προστασίας του ιδιωτικού βίου. Πιο συγκεκριμένα, η Αρχή ερμηνεύοντας το άρθρο 7 παρ.2 στοιχ. ζ’ του Ν.2472/1997 παρέπεμψε στην αρχή της πρακτικής εναρμόνισης μεταξύ ατομικών δικαιωμάτων σε σύγκρουση κρίνοντας ότι η δημοσίευση ευαίσθητων δεδομένων «ακόμη και όταν αυτά συνδέονται με την άσκηση δημοσίου λειτουργήματος, πρέπει να γίνεται με τέτοιο τρόπο ώστε η διείσδυση στην ιδιωτική και οικογενειακή ζωή του υποκειμένου των δεδομένων να είναι η μικρότερη δυνατή στο πλαίσιο εναρμονισμένης εφαρμογής της προστασίας της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής αφενός και της ελευθερίας γνώμης και του δικαιώματος στην πληροφόρηση αφετέρου, ιδίως μάλιστα όταν πρόκειται για δημοσίευση ευαίσθητων δεδομένων που αφορούν στην ερωτική ζωή του υποκειμένου των δεδομένων».

 Παράλληλα, η Αρχή έκρινε ότι « η αυτούσια αναπαραγωγή, εν όλω ή εν μέρει, του περιεχομένου των ιδιωτικών-εμπιστευτικών επικοινωνιών που σχετίζονται με την ερωτική ζωή των επικονωνούντων, αποτελεί την εντονότερη μορφή επέμβασης στα δικαιώματα που συγκροτούν την συνταγματικώς προστατευόμενη ιδιωτική σφαίρα του προσώπου στο σύνολό της (άρθρα 9 παρ.1 εδ.β’, 9Α και 19 παρ.1 του Συντάγματος), και για τον λόγο αυτόν, δηλαδή λόγω της δραστικότητας της επέμβασης αυτής, αποτελεί ταυτοχρόνως και προσβολή του δικαιώματος στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια κατά το άρθρο 2 παρ.1 του Συντάγματος». Η Αρχή, λοιπόν, θεωρεί την αυτούσια αναπαραγωγή περιεχομένου ερωτικών επικοινωνιών που αφορούν στην ερωτική ζωή των θιγόμενων προσώπων ως μία τόσο κατάφορη προσβολή του δικαιώματος προστασίας του ιδιωτικού βίου, ώστε να κρίνεται ως αντικείμενη και προς το άρθρο 2 παρ.1 του Συντάγματος συνδέοντας την προστασία της ερωτικής ζωής και της ιδιωτικής σφαίρας των θιγόμενων με την προστασία της ίδιας της ανθρώπινης αξίας.

 Η ως άνω θέση της Αρχής είναι σύμφωνη και με τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας. Ειδικότερα, σύμφωνα με την ΣτΕ 1337/2013, «η μετάδοση πληροφοριών σχετικά με δραστηριότητα σχετιζόμενη με την ερωτική ζωή και τις ερωτικές προτιμήσεις προσώπου κατέχοντος δημόσιο αξίωμα πρέπει να γίνεται με τρόπο λιτό (και όχι δραματοποιημένο), με την απλή μετάδοση της σχετικής ειδήσεως ή πληροφορίας, να αποβλέπει δε στην ενημέρωση του κοινού και όχι στον σκανδαλισμό της κοινής γνώμης και στον εξευτελισμό και διασυρμό της προσωπικότητος, καθώς και στην προσβολή της αξιοπρέπειας του προσώπου, η προστασία της οποίας αποτελεί υποχρέωση της Πολιτείας». Περαιτέρω, κατά την ΣτΕ 2848/2013 (βλ. και ΣτΕ 2850/2013) «η δημοσίευση πληροφορίών για την ιδιωτική ζωή, ιδίως δε για την ερωτική ζωή και το γενετήσιο προσανατολισμό...., υπόκειται σε περιορισμούς που απορρέουν από την υποχρέωση σεβασμού της αξίας κάθε ανθρώπου. Πρέπει, συνεπώς, η αναφορά στα θέματα αυτά να γίνεται με απλή μετάδοση της σχετικής είδησης ή πληροφορίας, δηλαδή με τρόπο λιτό και όχι δραματοποιημένο, ο οποίος αποβλέπει στην απολύτως αναγκαία πληροφόρηση του κοινού και όχι στο διασυρμό της προσωπικότητος ... και το σκανδαλισμό της κοινής γνώμης», ενώ στη συνέχεια συνδέει έτι μια φορά την ως ανω προσβολή με την ανθρώπινη αξία αναφέροντας ότι «η άσκηση στην προκειμένη περίπτωση του δικαιώματος του πληροφορείν μέσω των επίμαχων τηλεοπτικών εκπομπών δεν έγινε με τη δέουσα, χάριν της επιβαλλόμενης προστασίας της ανθρώπινης αξίας των θιγόμενων προσώπων, απλή και λιτή μετάδοση των σχετικών πληροφοριών, η οποία θα μπορούσε να συνοδεύεται και από απλή γνωστοποίηση στο κοινό των διαθέσιμων αποδεικτικών στοιχείων, που τεκμηρίωναν τη βασιμότητα των σχετικών πληροφοριών».

 Επομένως, τόσο η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα όσο και το Συμβούλιο της Επικρατείας θεωρούν την αυτούσια αναπαραγωγή του περιεχομένου των ιδιωτικών-εμπιστευτικών επικοινωνιών που σχετίζονται με την ερωτική ζωή των επικονωνούντων, ως μια συμπεριφορά ευθέως αντικείμενη στο άρθρο 2 παρ.1 του Συντάγματος και, ως εκ τούτου, στην ανθρώπινη αξία.

 Η διάταξη του άρθρου 2 παρ.1 κατοχυρώνει την προστασία της αξίας του ανθρώπου. Το περιεχόμενο της ως άνω αρχής έγκειται κυρίως στην απαίτηση να μην υποβιβάζεται ο κάθε συγκεκριμένος άνθρωπος σε αντικείμενο, σε απλό μέσο για την εξυπηρέτηση οιωνδήποτε σκοπών ( Κώστας Χ. Χρυσόγονος, Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα, γ’ έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σελ.110 ). Πρόκειται για μια νομικά πλήρως δεσμευτική διάταξη, η οποία, όμως, λόγω της γενικότητάς της, εφαρμόζεται επικουρικά μόνο έναντι των ειδικών διατάξεων που κατοχυρώνουν τα διάφορα ατομικά δικαιώματα, στις περιπτώσεις δηλαδή που δεν καλύπτονται από τις ειδικές διατάξεις ( Π.Δ. Δαγτόγλου, Ατομικά Δικαιώματα, δ’ έκδοση, Εκδόσεις Σάκκουλα, σελ. 1118 ). Περαιτέρω, η αξία του ανθρώπου δεν υπόκειται σε κανένα περιορισμό και σε καμιά επιφύλαξη νόμου, ούτε επιτρέπει εξαιρέσεις στο πλαίσιο των ειδικών κυριαρχικών σχέσεων ( Π.Δ. Δαγτόγλου, Ατομικά Δικαιώματα, δ’ έκδοση, Εκδόσεις Σάκκουλα, σελ. 1123 ). Επομένως, ούσα η αξία του ανθρώπου απαραβίαστη και μη υποκείμενη σε περιορισμούς, δεν μπορεί να υπαχθεί σε στάθμιση με άλλα δικαιώματα ούτε είναι δυνατόν να εφαρμοστεί η αρχή της αναλογικότητας, όταν ενεργοποιείται η προστασία της διάταξης του άρθρου 2 παρ.1 του Συντάγματος.

 Ως εκ τούτου, εσφαλμένα η υπό εξέταση απόφαση εδέχθη εν προκειμένω την εφαρμογή της αρχής της πρακτικής εναρμόνισης, καθώς η εν λόγω αρχή εφαρμόζεται στην περίπτωση δικαιωμάτων σε σύγκρουση και υποκείμενων σε περιορισμούς. Ωστόσο, όπως αναφέρθηκε και αναπτύχθηκε ανωτέρω, η αξία του ανθρώπου είναι απαραβίαστη και μη υποκείμενη σε περιορισμούς και, συνεπώς, παρήλκε η οιαδήποτε στάθμιση με άλλα δικαιώματα, εφόσον η Αρχή διαπιστώσει παραβίαση του άρθρου 2 παρ.1 του Συντάγματος.