Ποινικές κύρωσεις για την πράξη του ξεπλύματος για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων (αρ. 2 Ν. 4557/2018)

Γράφει η Άννα-Μαρία Χ. Ανυφαντή, Δικηγόρος Κέρκυρας ΜΔΕ Ποινικών & Εγκληματολογικών Επιστημών ΑΠΘ *

1.      Βασική ποινική κύρωση για την πράξη του ξεπλύματος

Η βασική ποινική κύρωση για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων (αρ. 2 Ν. 4557/2018) προβλέπεται στην παρ. 1 του άρθρου 39, σύμφωνα με το οποίο « Με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) ετών και με χρηματική ποινή από είκοσι χιλιάδες (20.000) ευρώ έως ένα εκατομμύριο (1.000.000) ευρώ τιμωρείται ο υπαίτιος πράξεων νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες ».

Στη βασική του, λοιπόν, μορφή το αδίκημα είναι κακούργημα και η απειλούμενη ποινή είναι κάθειρξη από πέντε έως 10 έτη και χρηματική ποινή από 20.000 ως 1.000.000 ευρώ. Η βαρύτατη αυτή κακουργηματική ποινή έχει χαρακτηριστεί[1] ως μία βαρύτατη προσβολή της αρχής της αναλογικότητας, δηλαδή ενός θεμελιώδους δόγματος του ποινικού δικαίου, καθώς ο νομοθέτης φτάνει στο σημείο να τιμωρεί με κάθειρξη μέχρι δέκα έτη αυτόν που λ.χ. βοήθησε τον δράστη μίας κλοπής να αποκρύψει τα κλοπιμαία!

Η πρόβλεψη περί αθροιστικής επιβολής χρηματικής ποινής προστέθηκε το πρώτον με το Ν. 3691/2008, στην αιτιολογική έκθεση του οποίου αναφέρθηκε ως αιτιολογία ότι πρόκειται για ένα σοβαρό οικονομικό έγκλημα, που αποσκοπεί σε νομιμοποίηση παράνομων περιουσιακών στοιχείων και μπορεί να αποδώσει σημαντικά κέρδη. Μάλιστα στην παρ. 4 του Ν. 4557/2018 εισάγεται εξαίρεση από τον γενικό κανόνα του άρθρου 83 παρ. ε’ ΠΚ, οπότε η χρηματική ποινή επιβάλλεται πάντα αθροιστικά με την επιβολή της στερητικής ελευθερίας ποινής, ανεξάρτητα αν συντρέχει κάποιος λόγος μείωσης της ποινής[2].

2.      Πλημμεληματικές μορφές νομιμοποίησης εσόδων

Εν συνεχεία του Ν. 3691/2008, ο Ν. 4557/2018 επαναλαμβάνει στο αρ. 39 αυτού την πρόβλεψη τριών περιπτώσεων νομιμοποίησης τιμωρούμενες σε βαθμό πλημμελήματος, αποσκοπώντας προφανώς να κρατήσει σε λογικό επίπεδο τα πλαίσια ποινής μετά την διεύρυνση του αξιοποίνου με την προσθήκη συνεχώς νέων βασικών αδικημάτων. Η πρόβλεψη ποινών φυλακίσεως και χρηματικών ποινών σημαίνει ότι οι τρεις αυτές περιπτώσεις έχουν καταστεί πλημμελήματα βάσει της διάταξης του αρ. 18 ΠΚ.

1) Πιο συγκεκριμένα, στο αρ. 39 παρ. 1 στοιχ. στ’ εδ. α’ ορίζεται ότι « Αν η προβλεπόμενη ποινή για βασικό αδίκημα είναι φυλάκιση, ο υπαίτιος αυτού τιμωρείται για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους και με χρηματική ποινή από δέκα χιλιάδες (10.000) ευρώ έως πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) ευρώ.»

Σύμφωνα με την ανωτέρω νομοθετική πρόβλεψη, εάν το βασικό αδίκημα, από το οποίο παρήχθη η προς νομιμοποίηση περιουσία είναι πλημμέλημα, τότε το ξέπλυμα τιμωρείται ως πλημμεληματική πράξη με ποινή φυλακίσεως από ένα έως πέντε έτη. Εξαίρεση στον κανόνα αυτόν εισάγεται με το στοιχ. η’, όταν συντρέχει η ενδεχόμενη επιβαρυντική περίσταση εκ των αναφερόμενων στο στοιχείο γ’ του ιδίου άρθρου, ήτοι  όταν ο δράστης ασκεί τέτοιου είδους δραστηριότητες κατ’ επάγγελμα ή κατά συνήθεια ή είναι υπότροπος ή έδρασε για λογαριασμό, προς όφελος ή εντός των πλαισίων εγκληματικής ή τρομοκρατικής οργάνωσης ή ομάδας. Εξαίρεση επίσης εισάγεται όταν το βασικό αδίκημα είναι το αναφερόμενο στο στοιχ. β’ του αρ. 4, ήτοι αυτό των τρομοκρατικών πράξεων. Στις περιπτώσεις αυτές, η νομιμοποίηση διατηρεί τον κακουργηματικό της χαρακτήρα και επιβάλλονται οι κανονικές ποινές που προβλέπονται στα στοιχεία α’ και γ’ της παρ. 1 του αρ. 39[3].

2) Στο ίδιο στοιχ. εδ, β’ προβλέπεται μία ακόμα περίπτωση πλημμεληματικής νομιμοποίησης εσόδων. Ειδικότερα, ορίζεται ότι « Με την ίδια ποινή τιμωρείται ο υπαίτιος του εγκλήματος της νομιμοποίησης εσόδων, που δεν είναι συμμέτοχος στη διάπραξη του βασικού αδικήματος, εφόσον είναι συγγενής εξ αίματος ή εξ αγχιστείας σε ευθεία γραμμή ή εκ πλαγίου μέχρι και του β΄ βαθμού ή σύζυγος, θετός γονέας ή θετό τέκνο του υπαιτίου του βασικού αδικήματος.»  Το συγγενικό, λοιπό, πρόσωπο, θα τιμωρηθεί με ποινή φυλάκισης ενός έως πέντε ετών υπό την βασική προϋπόθεση ότι δεν είχε οιαδήποτε μορφή συμμετοχής στο βασικό αδίκημα. Αν όμως συμμετείχε με οποιονδήποτε τρόπο στην διάπραξη του βασικού αδικήματος, τότε δεν ισχύει η πλημμεληματική μορφή και η πράξη θα έχει κακουργηματικό χαρακτήρα.

Και στην περίπτωση αυτή εισάγεται εξαίρεση με το στοιχ. η’, όταν συντρέχει η επιβαρυντική περίσταση εκ των αναφερόμενων στο στοιχ. γ’ του ιδίου άρθρου ή όταν το βασικό αδίκημα είναι το αναφερόμενο στην περίπτωση β’, έγκλημα των τρομοκρατικών πράξεων (187Α ΠΚ)[4].

3) Η τρίτη περίπτωση πλημμεληματικής νομιμοποίησης εσόδων  προβλέπεται στο στοιχ. θ’ του ιδίου άρθρου, στο οποίο ορίζεται ότι « Αν η προβλεπόμενη ποινή για βασικό αδίκημα είναι φυλάκιση και τα έσοδα που έχουν προκύψει δεν υπερβαίνουν το ποσό των δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ, η ποινή για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες είναι φυλάκιση έως δύο (2) ετών. Αν στην περίπτωση αυτή συντρέχουν στο πρόσωπο του υπαιτίου του βασικού αδικήματος ή τρίτου οι περιστάσεις της περίπτωσης γ΄, η ποινή για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων είναι φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών και χρηματική ποινή από τριάντα χιλιάδες (30.000) ευρώ έως πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) ευρώ.»

Πρόκειται για την ηπιότερη μορφή νομιμοποίησης, όπου η προβλεπόμενη ποινή φυλάκισης στην βασική μορφή είναι από δέκα ημέρες έως δύο έτη, ενώ όταν συντρέχουν οι περιστάσεις του στοιχείου γ’, δεν ανατρέπεται ο πλημμεληματικός χαρακτήρας της νομιμοποίησης, απλά αυξάνεται το πλαίσιο ποινής, το οποίο κυμαίνεται σε φυλάκιση από δύο ως πέντε. Βασικές προϋποθέσεις είναι το μεν βασικό αδίκημα να συνιστά πλημμέλημα, τα δε περιουσιακά οφέλη να μην υπερβαίνουν τις 15.000 ευρώ.[5]

3.      Επιβαρυντικές Περιστάσεις

Στο αρ. 39 του Ν. 4557/2018 επαναλαμβάνονται οι επιβαρυντικές περιστάσεις της βασικής μορφής της κακουργηματικής νομιμοποίησης, όπως αυτές προβλέπονταν στο αρ. 45 του Ν. 3691/2008. Οι επιβαρυντικές περιστάσεις είναι οι ακόλουθες :

1) Στο αρ. 39 παρ. 1 στοιχ. β΄ ορίζεται ότι « Ο υπαίτιος των πράξεων της περίπτωσης α΄ τιμωρείται με κάθειρξη και με χρηματική ποινή από τριάντα χιλιάδες (30.000) ευρώ έως ένα εκατομμύριο πεντακόσιες χιλιάδες (1.500.000) ευρώ, αν έδρασε ως υπάλληλος υπόχρεου νομικού προσώπου ….. ».

Στο στοιχ. β’ διαμορφώνεται μία ηπίως διακεκριμένη μορφή του εγκλήματος, στην οποία επιβαρυντική περίσταση συνιστά αν ο δράστης της νομιμοποίησης έδρασε ως υπάλληλος υπόχρεου νομικού προσώπου. Φαίνεται στο σημείο αυτό να διαχωρίζεται το αν ο δράστης έδρασε ως υπάλληλος νομικού ή φυσικού προσώπου, καίτοι και στις δύο περιπτώσεις δύνανται να επέλθουν τα ίδια δυσμενή και ανεπιεική αποτελέσματα[6].

2) Στο ίδιο στοιχείο β’ διαμορφώνεται ακόμα μία ηπίως διακεκριμένη μορφή του εγκλήματος, αφού ορίζεται ότι « Ο υπαίτιος των πράξεων της περίπτωσης α΄ τιμωρείται με κάθειρξη και με χρηματική ποινή από τριάντα χιλιάδες (30.000) ευρώ έως ένα εκατομμύριο πεντακόσιες χιλιάδες (1.500.000) ευρώ, ….. αν το βασικό αδίκημα περιλαμβάνεται στα αδικήματα των περιπτώσεων γ΄ και ε΄ του άρθρου 4, ακόμη και αν για αυτά προβλέπεται ποινή φυλάκισης ».

Βάσει των ανωτέρω επιβαρυντική περίσταση συνιστά η νομιμοποίηση εσόδων, αν τα έσοδα προέρχονται από τα βασικά αδικήματα των περ. γ’ και ε’ του άρθρου 4, δηλαδή από τα αδικήματα της δωροληψίας και δωροδοκίας υπαλλήλου (αρ. 235 και 236 ΠΚ αντίστοιχα), της δωροληψίας και δωροδοκίας πολιτικών προσώπων και δικαστικών λειτουργών (αρ. 159, 159Α και 237 ΠΚ αντίστοιχα), ακόμη και αν για αυτά προβλέπεται ποινή φυλάκισης. Στην περίπτωση, λοιπόν, συνδρομής της εν λόγω επιβαρυντικής περίστασης, δεν δύνανται να τύχουν εφαρμογής οι πλημμεληματικές μορφές που εισάγονται στα στοιχ. στ’ και ζ’ του εν λόγω νόμου, όπως τούτο ορίζεται στο στοιχ. η’.

Η προσθήκη της εν λόγω επιβαρυντικής περίστασης έγινε για πρώτη φορά με το Ν. 3691/2008, ο οποίος συμπεριέλαβε στην επιβαρυντική περίσταση την παθητική και ενεργητική δωροδοκία, καθώς και την δωροδοκία δικαστή. Επρόκειτο για μία αγωνιώδη νομοθετική επιλογή που στόχο είχε να μην διευκολύνει την παραγραφή υποθέσεων του λεγόμενου παραδικαστικού κυκλώματος.

Στο στοιχ. η’ ορίζεται ρητώς ότι οι περιπτώσεις στ’ και ζ’ του αρ. 39 παρ. 1 δεν εφαρμόζονται στις περιστάσεις της περ. γ’. Στην εν λόγω πρόβλεψη δεν συμπεριελήφθη και το στοιχ. θ’, με αποτέλεσμα αν η προβλεπόμενη ποινή για τα βασικά αδικήματα των περ. γ’ και ε’ του άρθρου 4 είναι φυλάκιση και τα παραγόμενα έσοδα δεν υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ, τότε η νομιμοποίηση τους τιμωρείται πάντα σε βαθμό πλημμελήματος. Σε κάθε άλλη περίπτωση, και εφόσον τα παράνομα έσοδα υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ, το ξέπλυμα προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα, ανεξαρτήτως αν τα βασικά αδικήματα τιμωρούνται σε βαθμό πλημμελήματος ή κακουργήματος[7].

3) Στο στοιχ. γ’ της παρ. 1 του αρ. 39, στο οποίο επαναλαμβάνεται η ρύθμιση του αρ. 45 παρ. 1 περ. γ’, διαμορφώνεται η ιδιαίτερα διακεκριμένη μορφή[8] του εγκλήματος. Ειδικότερα, ορίζεται ότι « Ο υπαίτιος των πράξεων της περίπτωσης α΄ τιμωρείται με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών και με χρηματική ποινή από πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ έως δύο εκατομμύρια (2.000.000) ευρώ, αν ασκεί τέτοιου είδους δραστηριότητες κατ` επάγγελμα ή κατά συνήθεια ή είναι υπότροπος ή έδρασε για λογαριασμό, προς όφελος ή εντός των πλαισίων εγκληματικής ή τρομοκρατικής οργάνωσης ή ομάδας ».

Οι εν λόγω προβλεπόμενες ποινικές κυρώσεις είναι ιδιαίτερα αυξημένες και για το λόγο αυτό, θα πρέπει η συνδρομή μίας τέτοιας επιβαρυντικής περίστασης να γίνεται δεκτή όταν πραγματικά συντρέχουν οι προϋποθέσεις και όχι κατά τρόπο καταχρηστικό και με προχειρότητα. Σημειωτέον δε ότι δεν θα πρέπει να επικρατεί σύγχυση και θα πρέπει να διαχωρίζεται η περίπτωση που το βασικό αδίκημα τελείται κατ’ επάγγελμα ή κατά συνήθεια, από την περίπτωση που το αδίκημα της νομιμοποίησης τελείται με τα ίδια επιβαρυντικά χαρακτηριστικά, καθόσον πρόκειται για κάτι εντελώς διαφορετικό[9].

⁕ Άννα-Μαρία Χ. Ανυφαντή, Δικηγόρος Κέρκυρας
ΜΔΕ Ποινικών & Εγκληματολογικών Επιστημών ΑΠΘ
Επικοινωνία : Τηλ. 2661049170, 6987014774
e-mail am.anyfanti@gmail.com

_________________________________________________________________________________________________________

[1] Βλ. Ανδρουλάκη, Η ποινική δογματική και η απήχηση της στην πράξη 50 χρόνια μετά (ένα παράδειγμα), ΠοινΧρ 2002, 289επ.

[2] Βλ. Τσιρίδη, Ο Νέος Νόμος για το Ξέπλυμα Χρήματος (Ν 3691/2008), εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη, σελ. 246, Παύλου, Ο Ν. 3691/2008 για την πρόληψη και καταστολή της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και της χρηματοδοτήσεως της τρομοκρατίας – Η οριστικοποίησης μιας διαχρονικής δογματικής εκτροπής και η εμπέδωση της κατασταλτικής αυθαιρεσίας, Ποινικά Χρονικά 2008, σελ. 923επ.

[3] Βλ. Τσιρίδη, ό.π., σελ. 258

[4] Βλ. Τσιρίδη, ό.π., σελ. 258-259

[5] Βλ. Τσιρίδη, ό.π., σελ. 259

[6] Βλ. Τσιρίδη, ό.π., σελ. 248

[7] Βλ. Τσιρίδη, ό.π., σελ. 249-255

[8] Βλ. Παύλου, Ο Ν. 3691/2008 για την πρόληψη και καταστολή της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και της χρηματοδοτήσεως της τρομοκρατίας – Η οριστικοποίησης μιας διαχρονικής δογματικής εκτροπής και η εμπέδωση της κατασταλτικής αυθαιρεσίας, ΠοινΧρ 2008, 923επ.

[9] Βλ. Τσιρίδη, ό.π., σελ. 255-257