Σχολιασμός της απόφασης  4/2019 του Αρείου Πάγου για τα Στεγαστικά Δάνεια σε Ελβετικό Φράγκο

    *Ο Πέτρος Παπαδόπουλος είναι Δικηγόρος Άρτας, ειδικευθείς στο Εμπορικό Δίκαιο και στις Εργασιακές σχέσεις. Το παρόν κείμενο αποτελεί μέρος της Διπλωματικής του Εργασίας.

Μετά από σειρά ετών, έντονο θεωρητικό και νομολογιακό διάλογο εξέδωσε ο Άρειος Πάγος την απόφαση 4/2019[1],η οποία έκρινε σε επίπεδο ανωτάτου δικαστηρίου ένα σημαντικό νομικό ζήτημα που ανέκυψε στην ελληνική έννομη τάξη αναφορικά με τα στεγαστικά δάνεια σε ελβετικό φράγκο.

Σύμφωνα με το ιστορικό της εν λόγω απόφασης στη σύμβαση του στεγαστικού δανείου σε ελβετικό φράγκο υπήρχε όρος, με τον οποίο προβλεπόταν ότι: «η ενάγουσα οφειλέτιδα του δανείσματος (σε ελβετικά φράγκα), με τον επίμαχο όρο ανέλαβε την υποχρέωση να «εκπληρώσει τις εντεύθεν υποχρεώσεις της προς την Τράπεζα είτε στο νόμισμα της χορήγησης είτε σε ευρώ, με βάση την τρέχουσα τιμή πώλησης του νομίσματος χορήγησης στην ημέρα καταβολής».

Το Δικαστήριο κατά την εξέταση του ελέγχου της καταχρηστικότητας του ανωτέρω ΓΟΣ, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 6 του Ν. 2251/1994 (όπως τροποποιήθηκε), κατέληξε στην κρίση ότι εφόσον ο επίμαχος συμβατικός όρος απηχεί διάταξη εθνικού δικαίου – ήτοι είναι δηλωτικός αυτής –, τότε εξ ορισμού αποκλείεται ο όρος αυτός από τον έλεγχο του Ν. 2251/1994, βάσει εναρμονισμένης προς το ενωσιακό δίκαιο ερμηνείας του άρθρου 2 παρ. 6 του Ν. 2251/1994.Ενώ συμπλήρωσε ακόμη, ότι τούτο ισχύει και στις περιπτώσεις εθνικών διατάξεων ενδοτικού δικαίου, στο βαθμό που και αυτές περιέχουν ειδικά σταθμισμένες από τον νομοθέτη ρυθμίσεις που προστατεύουν τα συμφέροντα αμφοτέρων των μερών[2].

Με άλλα λόγια ο ΑΚ έκρινε ότι ο αναφερόμενος σε σύμβαση στεγαστικού δανείου σε ελβετικό φράγκο ΓΟΣ που υποχρεώνει τον οφειλέτη να εκπληρώσει τις οικονομικές υποχρεώσεις του προς την τράπεζα είτε σε ελβετικό φράγκο, είτε σε ευρώ βάσει τη τρέχουσας τιμή πωλήσεως του ελβετικού φράγκου την ημέρα της καταβολής, δεν συνιστά διαζευκτική, κατά την έννοια των άρθρων 305 επ. ΑΚ, καθώς  δεν οφείλονται δύο αλλά μόνο μία παροχή, αυτή στο ξένο νόμισμα, με απλή ευχέρεια του οφειλέτη να την εκπληρώσει και σε ευρώ. Υπογράμμισε, ακόμη, ότι ο όρος αυτός βασίζεται στη διάταξη του άρθρου 291 ΑΚ για την πληρωμή οφειλής σε ξένο νόμισμα στην ημεδαπή και, συνεπώς,ότι δεν υπόκειται σε έλεγχο καταχρηστικότητας.

Σύμφωνα με τα ανωτέρω, κατά την πλειοψηφία κρίσης της Ολομέλειας του ΑΠ ορθά απερρίφθη η αγωγή της αναιρεσείουσας, με το επιχείρημα ότι ο άνωθι αναφερθείς αντίστοιχος όρος στην σύμβαση στεγαστικού δανείου της με την αναιρεσίβλητη ήταν δηλωτικός και κατ’ επέκταση μη καταχρηστικός. Ωστόσο, ενδιαφέρον παρουσιάζει η αντίθετη μειοψηφία.

Η μειοψηφία όμως, πέντε μέλη της Ολομέλειας,  υποστήριξε ότι εφόσον η εξαίρεση του συγκεκριμένου όρου από τον έλεγχο καταχρηστικότητας δεν μεταφέρθηκε ρητά στο εθνικό δίκαιο με το Ν. 2251/1994, δεν μπορεί να θεωρηθεί ούτε ερμηνευτικά ότι εμπεριέχεται στη ρύθμιση του Ν. 2251/1994, καθώς αν ο εθνικός νομοθέτης ήθελε τη μεταφορά του θα το είχε πράξει, ενώ σε κάθε περίπτωση οι εξαιρέσεις από τον κανόνα του ελέγχου της καταχρηστικότητας των ΓΟΣ πρέπει να ερμηνεύονται στενά και αυστηρά, ώστε να μη φαλκιδεύεται ο κανόνας αυτός. Στήριξαν δε την κρίση τους ως εξής «Τούτο δικαιολογείται από το γεγονός ότι η Οδηγία 93/13/ΕΚ προέβη σε μερική μόνο κατ` ελάχιστο περιεχόμενο εναρμόνιση των εθνικών νομοθεσιών περί καταχρηστικών ρητρών, όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 12 του Προοιμίου της, παρέχοντας με το άρθρο 8 αυτής εξουσιοδότηση στα κράτη να θεσπίζουν ή διατηρούν, στον τομέα που διέπεται από αυτήν, αυστηρότερες διατάξεις, σύμφωνες προς τη Συνθήκη, για να εξασφαλίζεται μεγαλύτερη προστασία του καταναλωτή. Τούτο επιτυγχάνεται με τη μη μεταφορά διατάξεων της Οδηγίας που περιορίζουν το πεδίο προστασίας του καταναλωτή, όπως συμβαίνει με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 της επίμαχης Οδηγίας, που δεν μεταφέρθηκε στο εθνικό δίκαιο, παρά τις διαδοχικές, τροποποιήσεις του Ν. 2251/1994. Έτσι, εφόσον υπήρξε σκόπιμη παράλειψη μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο της εξαίρεσης του άρθρου 1 παρ. 2 της επίμαχης Οδηγίας, αυτή (Οδηγία), κατά τη μη μεταφερθείσα διάταξή της, δεν παράγει άμεσο οριζόντιο (μεταξύ ιδιωτών) αποτέλεσμα, ούτε είναι δυνατή η σύμφωνη προς το πνεύμα και τους σκοπούς της Οδηγίας ερμηνεία του εθνικού δικαίου και δη της διάταξης του άρθρου 6 παρ. 2 του Ν. 2251/1994), αφού θα προκαλούσε απομείωση της μεγαλύτερης προστασίας του καταναλωτή στην οποία απέβλεψε ο νομοθέτης του Ν. 2251/1994 (με τη μη μεταφορά της εξαίρεσης του άρθρου 1 παρ. 2 της Οδηγίας) και συνεπώς θα συνιστούσε ανεπίτρεπτη contra legem ερμηνεία του εθνικού δικαίου.».

Περαιτέρω, έντεκα μέλη της Ολομέλειας έκριναν ότι τι επί στεγαστικού δανείου σε ελβετικό φράγκο, όπου προβλέπεται στην δανειακή σύμβαση διαζευκτική υποχρέωση του οφειλέτη να εκπληρώσει τις εκ του δανείου υποχρεώσεις του προς την Τράπεζα είτε σε ελβετικό φράγκο, είτε σε ευρώ (με βάση την τιμή πώλησης του νομίσματος χορήγησης κατά το χρόνο καταβολής) και ο οφειλέτης, έχοντας προς τούτο το δικαίωμα, επέλεξε να πληρώσει σε ευρώ, στο οποίο και συγκεντρώθηκε η απλή πλέον ενοχή του, δεν είναι εφαρμοστέα η ρύθμιση του άρθρου 291 ΑΚ, αφού αυτή προϋποθέτει χρηματική οφειλή σε ξένο νόμισμα. Βάσει τούτων θεώρησαν ότι ο ως άνω συμβατικός όρος περί πληρωμής του δανείσματος είτε σε αλλοδαπό είτε σε εγχώριο νόμισμα δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δηλωτικός όρος, ήτοι ως συμβατική ρήτρα που απηχεί εθνική νομοθετική ρύθμιση αναγκαστικού ή ενδοτικού δικαίου και συγκεκριμένα εκείνη του άρθρου 291 ΑΚ. Κατά συνέπεια, αν συνιστά γενικό όρο συναλλαγών (ΓΟΣ), δεν εξαιρείται από τον έλεγχο καταχρηστικότητας κατά το ν. 2251/1994, υποκείμενη μεταξύ άλλων και σε έλεγχο με βάση την αρχή της διαφάνειας, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 2 παρ. 6 εδ. α ν. 2251/1994, όπως κωδικοποιήθηκε με το άρθρο 1 της ΥΑ 5338/2018, σε συνδυασμό με το άρθρο 4 παρ. 2 της Οδηγίας 93/13/ΕΚ και την 19η αιτιολογική σκέψη αυτής.

Η θεωρία δεν άργησε να σχολιάσει την κρίση της Ολομέλειας του ΑΠ και τις μειοψηφούσες γνώμες, άλλοτε συμφωνώντας και άλλοτε εκφράζοντας την απογοήτευσή της. Ο Άρειος Πάγος όφειλε, τουλάχιστον, ως ανώτατο δικαστήριο να στείλει προδικαστική παραπομπή πριν απορρίψει κάθε ισχυρισμό των δανειοληπτών. Ορθότερο, θα ήταν να κάνει μία συγκριτική και τελολογική ανάλυση της νομοθεσίας, με γνώμονα να προστατευτούν οι ασθενέστεροι και οι πραγματικά αδικημένοι. ‘’Salus populi suprema lex esto’’, όπως έλεγε και ο Κικέρων, δηλαδή η ευημερία του λαού (πρέπει να) είναι ο ανώτατος Νόμος.

               

[1] Δημοσιευμένη στην ΤΝΠ Νόμος.

[2] Βλ. παρατηρήσεις του Σταθόπουλου επί της υπ’ αριθ. 4/2019 απόφασης της Ολ. ΑΠ, ΕΕμπΔ 2019, σελ. 413.